Νόμος 3226/2004
Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1 - Νόμος 3226/2004 - Δικαιούχοι νομικής βοήθειας
1. Δικαιούχοι νομικής βοήθειας είναι οι χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δικαιούχοι είναι, επίσης, οι χαμηλού εισοδήματος πολίτες τρίτου κράτους και ανιθαγενείς, εφόσον έχουν, νομίμως, κατοικία ή συνήθη διαμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
2. Ως πολίτες χαμηλού εισοδήματος για την παροχή νομικής βοήθειας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις θεωρούνται εκείνοι, των οποίων το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των κατώτατων ετήσιων ατομικών αποδοχών, που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία. Σε περίπτωση ενδοοικογενειακής διαφοράς ή διένεξης, δεν λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα εκείνου με τον οποίο υπάρχει η διαφορά ή η διένεξη.
3. Δικαιούχοι νομικής βοήθειας ως προς τις τυχόν ποινικές και αστικές αξιώσεις τους είναι και τα θύματα των εγκληματικών πράξεων που προβλέπονται στα άρθρα 187Α, 187Β, 323Α, 324, 339, 342, 348 παρ. 2 εδάφιο πρώτο, 348Α, 351Α Π.Κ. και στα άρθρα 29 παρ. 5 και 6 και 30 του ν. 4251/2014, καθώς και τα ανήλικα θύματα των πράξεων που προβλέπονται στα άρθρα 336, 338, 343, 345, 348, 348Β, 348Γ και 349 Π.Κ.. Στις περιπτώσεις αυτές, το εκάστοτε αρμόδιο όργανο, κατά τις διατάξεις του παρόντος, για παροχή νομικής βοήθειας μπορεί, αν κριθεί αναγκαίο, να διορίσει συνήγορο αυτεπαγγέλτως από τις καταστάσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 3.
3Α. Δικαιούχοι νομικής βοήθειας είναι και οι πολίτες με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, ανεξαρτήτως εισοδήματος, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δικαιούχοι είναι, επίσης, οι πολίτες με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, ανεξαρτήτως εισοδήματος, τρίτου κράτους και ανιθαγενείς, εφόσον έχουν, νομίμως, κατοικία ή συνήθη διαμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις περιπτώσεις αυτές, το αρμόδιο όργανο για παροχή νομικής βοήθειας, κατά τις διατάξεις του παρόντος, μπορεί, αν κριθεί αναγκαίο, να διορίσει συνήγορο αυτεπαγγέλτως από τις καταστάσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 3.
4. Ειδικά, σε ό,τι αφορά την παροχή νομικής βοήθειας σε υπόπτους, κατηγορουμένους ή εκζητουμένους, καθώς και σε παρισταμένους προς υποστήριξη της κατηγορίας ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 6. Οι παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 6 δεν εφαρμόζονται για τους δικαιούχους της παρ. 3Α.
Άρθρο 2 - Νόμος 3226/2004 - Διαδικασία
1. Η νομική βοήθεια παρέχεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου. Η αίτηση αναφέρει συνοπτικά το αντικείμενο της δίκης ή της πράξης και τα στοιχεία που βεβαιώνουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την παροχή της βοήθειας.
2. Στην αίτηση επισυνάπτονται τα αναγκαία δικαιολογητικά αποδεικτικά της οικονομικής καταστάσεως (ιδίως αντίγραφο φορολογικής δήλωσης ή βεβαίωση του εφόρου ότι δεν υποχρεούται σε υποβολή δήλωσης, αντίγραφο δήλωσης περιουσιακής καταστάσεως, εκκαθαριστικού σημειώματος, Α.Φ.Μ., βεβαιώσεις υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, ένορκες βεβαιώσεις) και αποδεικτικά της κατά τις παρ. 1 και 3Α του άρθρου 1 κατοικίας ή διαμονής, εάν πρόκειται για πολίτη τρίτου κράτους. Ειδικά για τους δικαιούχους της παρ. 3Α του άρθρου 1, επισυνάπτεται πιστοποιητικό ποσοστού αναπηρίας από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) ή από τις Ανώτατες Υγειονομικές Επιτροπές.
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 6, η αίτηση και τα δικαιολογητικά υποβάλλονται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δίκη ή την πράξη για την οποία ζητείται η παροχή νομικής βοήθειας. Η προθεσμία μπορεί να συντμηθεί σε περίπτωση μεταγενέστερης κλήτευσης. Η διαδικασία διεξάγεται ατελώς και δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο.
4. Για την παραδοχή της αίτησης αρκεί πιθανολόγηση. Ο αρμόδιος για την εξέτασή της δικαστής μπορεί να εξετάσει μάρτυρες, καθώς και τον αιτούντα, με όρκο ή χωρίς όρκο, να συγκεντρώσει κάθε αναγκαία πληροφορία και στοιχείο και να διατάξει την κλήτευση του αντιδίκου.
5. Η αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί σε περίπτωση μεταβολής των πραγματικών περιστατικών. Συμπληρωματική αίτηση επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση.
6. Στις περ. των άρθρων 99 παρ. 3, 200 παρ. 1 εδ. β, 340 παρ. 1 και 2, 376 και 423 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή άλλων ειδικών διατάξεων που προβλέπουν αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου, η νομική βοήθεια χορηγείται αποκλειστικά με βάση όσα ορίζουν οι οικείες διατάξεις, χωρίς τήρηση της διαδικασίας του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 3 - Νόμος 3226/2004 - Διορισμός δικηγόρου ή συνηγόρου νομικής βοήθειας
1. Σε περίπτωση διορισμού δικηγόρου ή συνηγόρου νομικής βοήθειας, η επιλογή γίνεται βάσει αντίστοιχης καταστάσεως που καταρτίζει ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος, κατ’ αλφαβητική σειρά. Το ποσό της αμοιβής προκύπτει από ειδικό γραμμάτιο, το οποίο εκδίδεται κάθε φορά από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Με την επιφύλαξη της παρ. 3, η ετήσια αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Σε περίπτωση υπέρβασης του ανωτάτου ποσού αμοιβής, το επιπλέον ποσό δεν καταβάλλεται στον δικηγόρο, εκτός εάν πρόκειται για υπόλοιπο προηγούμενης παράστασής του ή για πολυήμερη δικαστική διαδικασία. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται. Ο υπολογισμός της συνολικής ετήσιας αμοιβής γίνεται για το διάστημα από 16 Σεπτεμβρίου έως και τις 15 Σεπτεμβρίου του επομένου έτους.
2. Για υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα, κάθε Δικηγορικός Σύλλογος συντάσσει μηνιαία κατάσταση των δικηγόρων νομικής βοήθειας του επόμενου μήνα και την αποστέλλει στο οικείο Δικαστήριο. Κάθε δικηγόρος μπορεί να οριστεί για μία μόνον υπόθεση. Ως μία υπόθεση θεωρείται και η συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων του ίδιου προσώπου ή περισσότερων προσώπων λόγω ομοδικίας, συναιτιότητας ή συνάφειας. Σε περίπτωση παράλειψης αποστολής της μηνιαίας κατάστασης, η επιλογή γίνεται από τους δικηγόρους του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Κατ’ εξαίρεση, εάν ζητηθεί, μπορεί να οριστεί ως δικηγόρος νομικής βοήθειας ο δικηγόρος που χειρίστηκε την ίδια υπόθεση, στο πλαίσιο του συστήματος νομικής βοήθειας, σε προηγούμενο στάδιο.
3. Για τις ποινικές υποθέσεις, δικαιούνται εγγραφής στην κατάσταση συνηγόρων νομικής βοήθειας οι δικηγόροι που έχουν τουλάχιστον πέντε (5) παραστάσεις ως συνήγοροι υπεράσπισης ή παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας. Προκειμένου για άσκηση αίτησης αναίρεσης ή για παράσταση κατά τη συζήτηση αυτής, απαιτείται να συντρέχει στο πρόσωπο του συνηγόρου και η προϋπόθεση του δικαιώματος παράστασης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ο δικαιούμενος εγγραφής δηλώνει με την αίτηση συμμετοχής του αν επιθυμεί να οριστεί ως συνήγορος νομικής βοήθειας στην προανάκριση του άρθρου 245 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και σε επείγουσες ανακριτικές πράξεις. Κάθε Δικηγορικός Σύλλογος, του οποίου τα μέλη υπερβαίνουν τα πενήντα (50), συντάσσει μηνιαία κατάσταση των συνηγόρων νομικής βοήθειας του επόμενου μήνα ξεχωριστά για υποθέσεις στις παραπάνω διαδικασίες και για υποθέσεις στο Πρωτοδικείο, στο Εφετείο και στον Άρειο Πάγο, με επισημείωση των συνηγόρων που δικαιούνται παράστασης στον Άρειο Πάγο. Οι δύο ανωτέρω καταστάσεις αναρτώνται ανά μήνα στην ιστοσελίδα της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας και στην ιστοσελίδα του κάθε Δικηγορικού Συλλόγου. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, τα μέλη των οποίων είναι λιγότερα των πενήντα (50), συντάσσουν μία μηνιαία κατάσταση των συνηγόρων νομικής βοήθειας του επόμενου μήνα, χωρίς τις ανωτέρω κατηγοριοποιήσεις, την οποία αναρτούν κατά τα ως άνω. Για τους παραπάνω Δικηγορικούς Συλλόγους, εφόσον δεν υφίσταται επαρκής αριθμός συνηγόρων, δικαιούνται εγγραφής στην κατάσταση και δικηγόροι που δεν πληρούν την προϋπόθεση του εδαφίου α’. Κάθε δικηγόρος μπορεί να οριστεί ως συνήγορος για μία μόνον υπόθεση του δικαιούμενου νομικής βοήθειας σε ποινικές υποθέσεις. Σε περίπτωση παράλειψης ανάρτησης των ανωτέρω καταστάσεων, η επιλογή γίνεται από τις αντίστοιχες καταστάσεις των Δικηγορικών Συλλόγων της Περιφέρειας του οικείου Εφετείου. Η ετήσια αμοιβή του συνηγόρου δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Το ποσό της αμοιβής του συνηγόρου προκύπτει από το ειδικό γραμμάτιο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1. Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Επιπλέον της αμοιβής καταβάλλονται οι δαπάνες λήψης αντιγράφων της δικογραφίας και μετακίνησης για τους σκοπούς της εντολής, με την προσκόμιση σχετικής απόδειξης. Σε περιπτώσεις δικών μακράς διάρκειας (πολυήμερης δικαστικής διαδικασίας), ο συνήγορος δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 14 παρ. 1 περ. β’.
4. Το εκάστοτε αρμόδιο όργανο για τον διορισμό δικηγόρου ή συνηγόρου νομικής βοήθειας συντάσσει μηνιαία έκθεση για τους δικηγόρους ή συνηγόρους νομικής βοήθειας που διορίσθηκαν, καθώς και για εκείνους που αρνήθηκαν να αναλάβουν την υπόθεση ή παραιτήθηκαν του έργου τους. Η έκθεση αυτή αποστέλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο.
5. Ο διοριζόμενος δικηγόρος ή συνήγορος νομικής βοήθειας, ο συμβολαιογράφος ή ο δικαστικός επιμελητής υποχρεούται να δεχθεί και να εκτελέσει την εντολή δίχως αξίωση προκαταβολής αμοιβής ή δικαιωμάτων.
6. Οι διατάξεις των παρ. 1 και 3 σχετικά με το όριο της ετήσιας αμοιβής, εφαρμόζονται αναλόγως και στην περ. των άρθρων 200 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 99, 200, 340, 376 και 423 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 276Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
7. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι διοργανώνουν ετήσια εκπαιδευτικά σεμινάρια για τους συνηγόρους νομικής βοήθειας σε ποινικές υποθέσεις, με απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου.
8. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορούν να οριστούν λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 4 - Νόμος 3226/2004 - Παύση, ανάκληση και περιορισμός της βοήθειας
1. Η νομική βοήθεια παύει με το θάνατο του δικαιούχου. Πράξεις που δεν επιδέχονται αναβολή μπορούν να ενεργηθούν και αργότερα με βάση τη βοήθεια που δόθηκε.
2. Η νομική βοήθεια μπορεί να ανακληθεί ή να περιορισθεί με απόφαση του αρμόδιου δικαστή, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι προϋποθέσεις της παροχής είτε δεν υπήρχαν είτε εξέλιπαν είτε μεταβλήθηκαν ουσιωδώς.
3. Ο αιτών που πέτυχε την παροχή νομικής βοήθειας με αναληθή αίτηση ή στοιχεία υποχρεούται σε απόδοση των δαπανών, από τις οποίες απαλλάχθηκε. Ο καταλογισμός των παραπάνω δαπανών γίνεται με απόφαση που εκδίδεται από τον ειδικώς ορισθέντα πρωτοδίκη της παρ. 1 του άρθρου 7. Η είσπραξη των σχετικών ποσών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.
Άρθρο 4Α - Νόμος 3226/2004 - Παύση, ανάκληση και περιορισμός της βοήθειας
Ο συνήγορος νομικής βοήθειας οφείλει να ενεργεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων. Σε περίπτωση μη εμφάνισής του στο δικαστήριο, η υπόθεση αναβάλλεται αυτεπάγγελτα, ο δε λόγος της αναβολής, καθώς και η νέα δικάσιμος γνωστοποιούνται χωρίς χρονοτριβή στον δικαιούχο.
Άρθρο 5 - Νόμος 3226/2004 - Συμβουλευτική βοήθεια
Συμβουλευτική βοήθεια μπορεί να παρέχεται επί ποινικών υποθέσεων από τους εισαγγελείς υπηρεσίας και τους εισαγγελείς - επόπτες των καταστημάτων κράτησης, και επί πολιτικών υποθέσεων από τους προέδρους υπηρεσίας των κατά τόπους αρμόδιων Δικαστηρίων, από τους οποίους θα ενημερώνονται οι ενδιαφερόμενοι για τη δυνατότητα ένταξής τους στο σύστημα της νομικής βοήθειας για πολίτες χαμηλού εισοδήματος και πολίτες με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΕ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
Άρθρο 6 - Νόμος 3226/2004 - Δικαιούχος νομικής βοήθειας σε ποινικές υποθέσεις
1. Η παροχή νομικής βοήθειας σε ποινικές υποθέσεις συνίσταται στον διορισμό συνηγόρου.
2. Δικαιούχος νομικής βοήθειας είναι κάθε ύποπτος ή κατηγορούμενος, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας ή του τόπου κατοικίας ή συνήθους διαμονής του, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) με την επιφύλαξη της παρ. 4, το μέσο ετήσιο ατομικό ή οικογενειακό, κατά περίπτωση, φορολογητέο εισόδημα των τριών (3) τελευταίων ετών από κάθε πηγή δεν υπερβαίνει: (i) για άγαμο το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, προσαυξανόμενου του ανωτέρου ποσού κατά χίλια (1.000) ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο και μέχρι τέσσερα (4) τέκνα, (ii) για έγγαμο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ, προσαυξανόμενου του ανωτέρου ποσού κατά χίλια (1.000) ευρώ για κάθε προστατευόμενο τέκνο και μέχρι τέσσερα (4) τέκνα και
β) στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, της προανάκρισης του άρθρου 245 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, της προανάκρισης και της κυρίας ανάκρισης, ερευνάται αδίκημα για το οποίο προβλέπεται ποινή στέρησης της ελευθερίας με ανώτατο όριο τουλάχιστον δύο (2) ετών και καλείται για παροχή εξηγήσεων ή απολογία ή διενεργείται ανακριτική πράξη, κατά την οποία δικαιούται να παρίσταται ο ίδιος ή/και ο συνήγορος, όπως μεταξύ άλλων και κατά τη: i) διέλευση προσώπων για αναγνώριση, ii) κατ’ αντιπαράσταση εξέταση ή iii) αναπαράσταση του εγκλήματος,
γ) στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας σε πρώτο βαθμό, η εκδίκαση αφορά αδίκημα για το οποίο προβλέπεται ποινή στέρησης της ελευθερίας με ανώτατο όριο άνω των δύο (2) ετών,
δ) στις περιπτώσεις άσκησης προβλεπόμενου στο νόμο ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου ή παράστασης κατά τη συζήτηση τέτοιου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, παραπέμπεται για αδίκημα, για το οποίο προβλέπεται ποινή στέρησης της ελευθερίας με ανώτατο όριο άνω των δύο (2) ετών ή έχει καταδικαστεί με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον έξι (6) μηνών, καθώς και στην περίπτωση που έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατά αθωωτικής απόφασης και η εκδίκαση αφορά αδίκημα για το οποίο προβλέπεται ποινή στέρησης της ελευθερίας με ανώτατο όριο άνω των δύο (2) ετών. Δικαιούχος νομικής βοήθειας είναι επίσης κάθε εκζητούμενος δυνάμει αίτησης εκδόσεως άλλου κράτους ή ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε ή εκτελείται από τις ελληνικές αρχές, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας ή του τόπου κατοικίας ή συνήθους διαμονής του, εφόσον πληρούνται τα ανωτέρω οικονομικά κριτήρια. Στις περιπτώσεις εκζητουμένου δυνάμει αίτησης εκδόσεως άλλου κράτους ορίζεται συνήγορος νομικής βοήθειας από τη στιγμή της σύλληψης του εκζητουμένου και μέχρι αυτός να εκδοθεί ή μέχρι η απόφαση για τη μη έκδοσή του να καταστεί τελεσίδικη. Σε ό,τι αφορά τον εκζητούμενο δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκτελείται ή εκδόθηκε από τις ελληνικές αρχές στο πλαίσιο της διαδικασίας του ν. 3251/2004 (Α’ 127),ορίζεται συνήγορος νομικής βοήθειας: (α) σε περιπτώσεις εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τις ελληνικές αρχές, από τη στιγμή της σύλληψης του εκζητούμενου και μέχρι αυτός να παραδοθεί ή μέχρι η απόφαση για τη μη παράδοσή του καταστεί τελεσίδικη, (β) σε περιπτώσεις έκδοσης από τις ελληνικές αρχές ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκτελείται σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τη στιγμή της σύλληψης του εκζητούμενου και μέχρι να παραδοθεί αυτός ή μέχρι η απόφαση για τη μη παράδοσή του καταστεί τελεσίδικη.
3. Στην περίπτωση που κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ο ύποπτος, κατηγορούμενος ή εκζητούμενος είναι άνεργος για περισσότερο από δώδεκα (12) μήνες, δικαιούται νομικής βοήθειας, ακόμα και αν το μέσο ετήσιο φορολογητέο εισόδημά του κατά τα τρία (3) τελευταία έτη υπερβαίνει τα ανωτέρω όρια της παρ. 2, εφόσον όμως το υπερβάλλον ποσό δεν ξεπερνά το 1/3 των ως άνω ορίων.
4. Κατά τον έλεγχο της πλήρωσης των χρηματικών ορίων των παρ. 2 και 4, δεν συνυπολογίζονται ποσά που προέρχονται από την καταβολή προνοιακών και κοινωνικών επιδομάτων. Αν υπάρχουν καταθέσεις του αιτούντος σε τράπεζες της Ελλάδας ή του εξωτερικού, τα οικεία ποσά συνυπολογίζονται για την πλήρωση των παραπάνω χρηματικών ορίων μαζί με το ατομικό ή οικογενειακό, κατά περίπτωση, φορολογητέο εισόδημα από κάθε πηγή του τελευταίου φορολογικού έτους πριν την κατάθεση της αίτησης.
5. Στις περ. των άρθρων 99 παρ. 3, 200 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο, 340 παρ. 1 και 2, 376 και 423 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή άλλων ειδικών διατάξεων που προβλέπουν αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου, η νομική βοήθεια χορηγείται αποκλειστικά με βάση όσα ορίζουν οι οικείες διατάξεις, ανεξαρτήτως της συνδρομής των όρων του παρόντος άρθρου.
6. Δικαιούχος νομικής βοήθειας είναι επίσης ο δικαιούμενος σε παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας, εφόσον: α) πληρούνται τα οικονομικά κριτήρια των παρ. 2, 4 και 5 και β) στο στάδιο της κυρίας διαδικασίας σε πρώτο βαθμό, η εκδίκαση αφορά αδίκημα για το οποίο προβλέπεται ποινή στέρησης της ελευθερίας με ανώτατο όριο τουλάχιστον δύο (2) ετών ή, στις περιπτώσεις άσκησης προβλεπόμενου στο νόμο ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου ή παράστασης κατά τη συζήτηση τέτοιου ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, ο κατηγορούμενος παραπέμπεται για αδίκημα, για το οποίο προβλέπεται ποινή στέρησης της ελευθερίας με ανώτατο όριο τουλάχιστον δύο (2) ετών ή έχει καταδικαστεί με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον έξι (6) μηνών.
Άρθρο 7 - Νόμος 3226/2004 - Διαδικασία παροχής νομικής βοήθειας σε ποινικές υποθέσεις - Διορισμός συνηγόρου
1. Αρμόδια αρχή για την εξέταση της αίτησης παροχής νομικής βοήθειας σε ποινικές υποθέσεις είναι ειδικώς ορισθείς πρωτοδίκης του τόπου διενέργειας της προκαταρκτικής εξέτασης, της προανάκρισης ή της ανάκρισης ή του τόπου εκδίκασης της υπόθεσης ή άσκησης του ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου. Ο αιτών υποβάλλει την αίτηση και τα δικαιολογητικά των παρ. 2 πρώτο εδάφιο και 5 ή της παρ. 4, επί ποινή απαραδέκτου: α) εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την ενημέρωσή του για το δικαίωμα παροχής νομικής βοήθειας στις περιπτώσεις διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης, προανάκρισης ή ανάκρισης, β) στις περιπτώσεις ορισμού δικασίμου σε οιοδήποτε βαθμό δικαιοδοσίας έναν (1) μήνα πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης ή επτά (7) εργάσιμες ημέρες στις περιπτώσεις σύντμησης προθεσμίας, γ) εντός του αναγκαίου χρόνου για την εμπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου. Η απόφαση του δικαστή κοινοποιείται στον αιτούντα με σύνταξη σχετικής έκθεσης, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών αναγκών του αιτούντα, όταν αυτός είναι ευάλωτο πρόσωπο. Κατά της απορριπτικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών του τόπου διενέργειας της προκαταρκτικής εξέτασης, της προανάκρισης ή της ανάκρισης ή του τόπου εκδίκασης της υπόθεσης ή άσκησης του ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου, εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την κοινοποίηση της απόφασης ή εντός του αναγκαίου χρόνου σε περίπτωση άσκησης ενδίκου βοηθήματος ή ενδίκου μέσου. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της προσφυγής δεν επιτρέπεται ένδικο βοήθημα ή ένδικο μέσο.
2. Στην προανάκριση που διενεργείται κατ’ άρθρο 245 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ο αιτών, που στερείται της ελευθερίας του κατόπιν σύλληψης, υποβάλλει την αίτηση, αμέσως μετά την ενημέρωσή του για το δικαίωμα παροχής νομικής βοήθειας, ενώπιον του εκάστοτε αρμοδίου οργάνου, το οποίο ερευνά την τέλεση του αδικήματος. Σε περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας προσκόμισης των αναγκαίων δικαιολογητικών, αρκεί δήλωση του αιτούντος περί πλήρωσης των οικονομικών κριτηρίων της παρ. 2 εδάφιο πρώτο ή της παρ. 4 του άρθρου 6. Σε περίπτωση αναληθούς δήλωσης εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986 (Α’ 75). Εφόσον πληρούται και η προϋπόθεση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 6, το αρμόδιο προανακριτικό όργανο ορίζει αμελλητί συνήγορο νομικής βοήθειας στον αιτούντα από την οικεία κατάσταση του Δικηγορικού Συλλόγου του τόπου διεξαγωγής της προανάκρισης. Ο διορισμός ισχύει μέχρι το πέρας της αυτόφωρης διαδικασίας, εκτός εάν ο δικαιούχος νομικής βοήθειας με αίτησή του, συνυποβάλλοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά για την οικονομική του κατάσταση, ζητήσει τον επαναδιορισμό του ιδίου συνηγόρου νομικής βοήθειας.
3. Στη διαδικασία έκδοσης ή έκδοσης και εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ο αιτών, που στερείται της ελευθερίας του κατόπιν σύλληψης, υποβάλλει την αίτηση, αμέσως μετά την ενημέρωσή του για το δικαίωμα παροχής νομικής βοήθειας, ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέως Εφετών. Σε περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας προσκόμισης των αναγκαίων δικαιολογητικών, αρκεί δήλωση του αιτούντος περί πλήρωσης των οικονομικών κριτηρίων του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 ή της παρ. 4 του άρθρου 6. Σε περίπτωση αναληθούς δήλωσης εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986 (Α’ 75). Ο αρμόδιος Εισαγγελέας ορίζει αμελλητί συνήγορο νομικής βοήθειας στον αιτούντα από την οικεία κατάσταση του Δικηγορικού Συλλόγου της έδρας του Εφετείου.
4. Με την επιφύλαξη της παρ. 2, ο διορισμός του συνηγόρου νομικής βοήθειας ισχύει μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας ή της διαδικασίας έκδοσης ή της διαδικασίας εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
5. Ο δικαιούχος νομικής βοήθειας έχει δικαίωμα, με αιτιολογημένη δήλωσή του, να αρνηθεί τον συνήγορο που του διορίσθηκε. Σε αυτήν την περίπτωση το αρμόδιο για τον διορισμό όργανο ανακαλεί την απόφαση διορισμού και με νέα απόφαση διορίζει σε αυτόν άλλο συνήγορο νομικής βοήθειας. Σε περίπτωση νέας άρνησης του δικαιούχου, δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση διορισμού συνηγόρου νομικής βοήθειας σε αυτόν.
6. Στις περ. των άρθρων 99 παρ. 3, 200 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο, 340 παρ. 1 και 2, 376 και 423 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ή άλλων ειδικών διατάξεων που προβλέπουν αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου, η νομική βοήθεια χορηγείται αποκλειστικά με βάση όσα ορίζουν οι οικείες διατάξεις, ανεξαρτήτως της συνδρομής των όρων του παρόντος άρθρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ' ΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
Άρθρο 8 - Νόμος 3226/2004 - Αρμόδια αρχή
1. Αρμόδια αρχή για την εξέταση της αίτησης παροχής νομικής βοήθειας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα είναι ο Ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο Πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και, εάν πρόκειται για πράξεις που είναι άσχετες με δίκη, ο Ειρηνοδίκης της κατοικίας του αιτούντος. Στις πράξεις που είναι άσχετες με δίκη συμπεριλαμβάνονται οι πράξεις που συντάσσονται από συμβολαιογράφο σχετικά με υποθέσεις συναινετικού διαζυγίου. H Αρχή της παρούσας είναι αρμόδια και για την εξέταση της αίτησης παροχής νομικής βοήθειας στις υποθέσεις που υπάγονται στον ν. 4640/2019 (Α΄ 190).
2. Κατά της απόφασης του ειρηνοδίκη, του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του προέδρου του Πρωτοδικείου μπορεί να ασκηθεί προσφυγή από τον αιτούντα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την έκδοσή της. Η προσφυγή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Άρθρο 9 - Νόμος 3226/2004 - Περιεχόμενο νομικής βοήθειας
1. Η παροχή νομικής βοήθειας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα συνίσταται στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στο διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπιστούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν τη βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις.
2. Η απαλλαγή περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζόμενου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.
3. Η νομική βοήθεια παρέχεται χωριστά για κάθε δίκη, ισχύει για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας για κάθε δικαστήριο και αφορά και την αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης.
4. Προϋπόθεση για την παροχή νομικής βοήθειας σε περιπτώσεις άσκησης και υποστήριξης ένδικων μέσων και βοηθημάτων είναι να είναι αυτά παραδεκτά και να μην είναι προφανώς αβάσιμα ή ασύμφορα. Συνεκτιμάται και η σημασία της υπόθεσης για τον αιτούντα.
5. Ο διορισμός δικηγόρου ισχύει ως παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας από τον δικαιούχο, στην έκταση που ορίζει το άρθρο 97 Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν η απόφαση, με αίτηση του δικαιούχου, την επεκτείνει ή την περιορίζει.
6. Η παροχή νομικής βοήθειας δεν επηρεάζει την υποχρέωση καταβολής των εξόδων που επιδικάσθηκαν στον αντίδικο.
7. Παρέχεται νομική βοήθεια σε υποθέσεις συναινετικού διαζυγίου, που συνίσταται στην απαλλαγή από την υποχρέωση μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και της αμοιβής του δικηγόρου που θα διοριστεί για να εκπροσωπήσει τους αιτούντες ενώπιον συμβολαιογράφου.
Άρθρο 10 - Νόμος 3226/2004 - Ειδικές διατάξεις για διασυνοριακές διαφορές
Αν το πρόσωπο το οποίο ζητεί νομική βοήθεια σε υπόθεση αστικού ή εμπορικού χαρακτήρα έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύουν οι ακόλουθες ειδικές ρυθμίσεις:
α) Δικαιούχος νομικής βοήθειας είναι και εκείνος που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του νόμου, έχει όμως οικογενειακό εισόδημα που υπερβαίνει το ποσό της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1, εάν αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα δικαστικά έξοδα λόγω της διαφοράς στις δαπάνες διαβίωσης μεταξύ του κράτους - μέλους κατοικίας ή συνήθους διαμονής και της Ελλάδας.
β) Η κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 9 απαλλαγή μπορεί να περιλαμβάνει και:
αα) την αμοιβή διερμηνέα,
ββ) τα έξοδα επίσημης μετάφρασης των εγγράφων που απαιτούνται για την επίλυση της διαφοράς και
γγ) τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο αιτών για μετακίνηση προσώπου που συνδέεται με την υποστήριξη του αιτήματος του αιτούντος, εφόσον επιβάλλεται η αυτοπρόσωπη παρουσία του στο δικαστήριο και το δικαστήριο αποφασίσει ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί άλλως να μετάσχει στη διαδικασία.
γ) Η νομική βοήθεια μπορεί να συνίσταται και στο διορισμό συνηγόρου για την παροχή νομικών συμβουλών με σκοπό τη διευθέτηση της διαφοράς πριν εισαχθεί αυτή ενώπιον δικαστηρίου. Διορισμός συνηγόρου για παροχή νομικών συμβουλών χωρεί και υπέρ προσώπου που έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, αλλά ζητεί την παροχή νομικής βοήθειας για δίκη ή διαδικαστική ενέργεια σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έως την παραλαβή της αίτησης για την παροχή νομικής βοήθειας από την αρμόδια αρχή του αλλοδαπού κράτους - μέλους. Η πέμπτη παράγραφος του άρθρου 9 εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτήν.
Άρθρο 11 - Νόμος 3226/2004 - Διαβίβαση αιτήσεων
Αρμόδια αρχή για την παραλαβή αιτήσεων προσώπων που έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα για την παροχή νομικής βοήθειας από άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/8/ΕΚ του Συμβουλίου, είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η αρμόδια αρχή παρέχει συνδρομή στον αιτούντα, ώστε η αίτηση να συνοδεύεται από τα δικαιολογητικά που γνωρίζει ότι απαιτούνται για να κριθεί η αίτηση και παρέχει δίχως δαπάνη του αιτούντος, εφόσον ζητηθεί, κάθε απαραίτητη μετάφραση της αίτησης και των δικαιολογητικών εγγράφων. Η αίτηση διαβιβάζεται στην αρχή του αλλοδαπού κράτους εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της, δεόντως συμπληρωμένη, και με μεταφρασμένα τα δικαιολογητικά έγγραφα. Δεν απαιτείται επικύρωση για τα έγγραφα που διαβιβάζονται. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υποβολή και διαβίβαση αιτήσεων νομικής βοήθειας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΤΩΝ ΕΞΟΔΩΝ
Άρθρο 12 - Νόμος 3226/2004 - Εκκαθάριση
1. Η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο.
2. Εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Άρθρο 13 - Νόμος 3226/2004 - Πόροι για την παροχή νομικής βοήθειας
Εγγράφεται κατ' έτος ειδική πίστωση στον προϋπολογισμό του Ταμείου Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων για την κάλυψη της αποζημίωσης των δικηγόρων και άλλων προσώπων που προσφέρουν υπηρεσίες στο πλαίσιο του συστήματος νομικής βοήθειας.
Άρθρο 14 - Νόμος 3226/2004 - Αποζημίωση δικηγόρων υπηρεσίας και άλλων προσώπων
1α. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών και άλλων προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές.
Με όμοια απόφαση καθορίζεται το πλαίσιο και η διαδικασία εκκαθάρισης και είσπραξης της αποζημίωσης.
β) Ο δικηγόρος υπηρεσίας, που παρέχει υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας σε ποινικές δίκες μακράς διάρκειας, δικαιούται πρόσθετης αποζημίωσης που καταβάλλεται από το ΤΑ.Χ.ΔΙΚ. Η διαδικασία καταβολής, οι προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημίωσης καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία καταλαμβάνει όλες τις αιτήσεις των δικηγόρων υπηρεσίας που υποβάλλονται από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης.
γ) Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, δικαιούνται πρόσθετης αποζημίωσης για έξοδα που αποδεδειγμένα πραγματοποιήσαν για την διεκπεραίωση της υπόθεσης, που τους ανατέθηκε. Προκειμένου να λάβουν την πρόσθετη αποζημίωση του πρώτου εδαφίου οφείλουν να προσκομίσουν στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. τα σχετικά λογιστικά στοιχεία (παραστατικά) που αποδεικνύουν την πραγματοποίηση της δαπάνης.
2. Αρμόδιο όργανο για τη συλλογή των δικαιολογητικών και των αιτήσεων των δικαιούχων δικηγόρων και άλλων προσώπων για τη διαβίβασή τους στο Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) είναι η διοίκηση του αρμόδιου Δικαστηρίου.
Άρθρο 15 - Νόμος 3226/2004 - Μη έκδοση γραμματίου προείσπραξης επί καταβολής αποζημιώσεως
1. Για την αποζημίωση που καταβάλλεται σε δικηγόρο υπηρεσίας εκδίδεται ειδικό γραμμάτιο προκαταβολής, σύμφωνα με την περ. α’ της παρ. 3 του άρθρου 61 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α’ 208). Η εκκαθάριση και καταβολή της αποζημίωσης πραγματοποιούνται ως εξής:
Τμήμα της αποζημίωσης καταβάλλεται στον δικαιούχο δικηγόρο, προ της οριστικής εκκαθάρισης, με την έκδοση χρηματικού εντάλματος, το οποίο εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών αφότου υποβληθούν στο ΤΑΧΔΙΚ: α) η πράξη διορισμού του δικηγόρου, β) το ειδικό γραμμάτιο προκαταβολής του προηγούμενου εδαφίου και γ) η βεβαίωση της αρμόδιας δικαστικής ή άλλης αρχής σχετικά με την εκπλήρωση των καθηκόντων του δικηγόρου. Τα ανωτέρω μπορούν να διαβιβάζονται στο ΤΑΧΔΙΚ και με ηλεκτρονικά μέσα. Το υπόλοιπο της αποζημίωσης καταβάλλεται στον δικηγόρο μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τα κατωτέρω:
Κατά την εκκαθάριση της αποζημίωσης υπολογίζονται οι εισφορές υπέρ eΕΦΚΑ και οι κρατήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 61 και 62 του Κώδικα Δικηγόρων, καθώς και η προκαταβολή φόρου που προβλέπεται στην παρ. 5 του άρθρου 69 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος [ν. 4172/2013, (Α’ 167)] και τα αντίστοιχα ποσά παρακρατούνται και αποδίδονται στους οικείους φορείς τον επόμενο μήνα εκείνου της καταβολής του υπόλοιπου της αποζημίωσης. Οι παρακρατούμενες ασφαλιστικές εισφορές αποδίδονται μέσω των Δικηγορικών Συλλόγων στον eΕΦΚΑ. Ομοίως, οι κρατήσεις των άρθρων 61 και 62 του Κώδικα Δικηγόρων αποδίδονται στους οικείους φορείς μέσω των Δικηγορικών Συλλόγων. Το προσήκον φορολογικό στοιχείο εκδίδεται κατά την είσπραξη του ως άνω υπολοίπου της αποζημίωσης, μετά την εκκαθάριση και πριν την πλήρη εξόφληση αυτής, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης σχετικής διάταξης. Η εξόφληση αποτελεί τον χρόνο πληρωμής του υπόλοιπου (ημίσεος) της αμοιβής από την παροχή της σχετικής υπηρεσίας. Ο δικηγόρος υπηρεσίας υποχρεούται να καταχωρίσει ηλεκτρονικά το φορολογικό στοιχείο που εκδίδει για την ως άνω αποζημίωση στην αντίστοιχη διαδικτυακή πύλη (portal.olomeleia.gr). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης καθορίζονται το ποσοστό της αποζημίωσης που καταβάλλεται στον δικαιούχο δικηγόρο προ της οριστικής εκκαθάρισης, ο φορέας που το καταβάλλει, ο τρόπος χρηματοδότησής του για τον σκοπό αυτόν, καθώς και κάθε τεχνική, διαδικαστική ή άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας.
2. Δεν εκδίδεται γραμμάτιο προκαταβολής σε περίπτωση παροχής νομικής βοήθειας από δικηγόρους που ενεργούν στο πλαίσιο προγραμμάτων νομικής αρωγής μη κρατικών φορέων και δεν λαμβάνουν αμοιβή για την παροχή των υπηρεσιών τους.
Άρθρο 15Α - Νόμος 3226/2004 - Σύναψη προγραμματικών συμβάσεων
1. Με προγραμματική σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του Υπουργείου Δικαιοσύνης, του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος του άρθρου 133 του ν. 4194/2013 (Α’ 208), δύναται να ανατίθενται από το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. σε υπαλλήλους δικηγορικών συλλόγων ή δικηγόρους, κατ’ εξαίρεση των κείμενων διατάξεων, εντολές για την επεξεργασία των ανεκκαθάριστων υποθέσεων νομικής βοήθειας και την καταβολή του τμήματος της αποζημίωσης που καταβάλλεται στον δικαιούχο δικηγόρο από την παροχή υπηρεσιών νομικής βοήθειας προ της οριστικής εκκαθάρισης, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15. Το ποσό που αναλογεί στην ανά υπόθεση αμοιβή των υπαλλήλων των δικηγορικών συλλόγων ή των δικηγόρων, στους οποίους ανατίθενται οι ως άνω εντολές από το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., καταβάλλεται από αυτό στην Ολομέλεια των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και αποτελεί τον προϋπολογισμό της προγραμματικής σύμβασης του πρώτου εδαφίου. Δεν επιτρέπεται η ανάθεση εντολής κατά το πρώτο εδάφιο σε δικηγόρο που συμμετέχει στους καταλόγους νομικής βοήθειας.
2. Η ανάθεση της εντολής του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 στους υπαλλήλους ή δικηγόρους, μέσω της προγραμματικής σύμβασης της παρ. 1, διενεργείται με την υπογραφή σχετικής σύμβασης μεταξύ αυτών και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. Με την ολοκλήρωση του ανατιθέμενου έργου οι συμβάσεις των υπαλλήλων ή δικηγόρων λήγουν αυτοδικαίως.
3. Η ψηφιοποίηση των στοιχείων των εκκρεμών υποθέσεων γίνεται με δαπάνη και ευθύνη του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και με τις διαδικασίες ανάθεσης που προβλέπονται στον ν. 4412/2016 (Α’ 147).
4. Οι υπάλληλοι και δικηγόροι της παρ. 1: α) ελέγχουν τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για την καταβολή του τμήματος της αποζημίωσης που καταβάλλεται στον δικαιούχο δικηγόρο, προ της οριστικής εκκαθάρισης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 και β) εφόσον συντρέχουν, εκδίδουν εντολή πληρωμής του αναλογούντος ποσού. Η πράξη του πρώτου εδαφίου παράγει πλήρη απόδειξη ως προς τα στοιχεία που εμπεριέχονται σε αυτήν. Η καταβολή του τμήματος της αποζημίωσης στους δικαιούχους νομικής βοήθειας πραγματοποιείται αμελλητί μετά από την έκδοση της εντολής πληρωμής του πρώτου εδαφίου.
5. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. πραγματοποιείται κάθε μήνα από υπαλλήλους του, τυχαίος δειγματοληπτικός έλεγχος σε ποσοστό τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) των πράξεων της παρ. 4. Εάν από τον έλεγχο προκύψει ότι πράξεις της παρ. 4, με βάση τις οποίες χορηγήθηκε αποζημίωση, είναι εσφαλμένες ή ελλιπείς, οι σχετικές πράξεις, κατά περίπτωση, ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζονται με απόφαση των αρμοδίων υπαλλήλων του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., λόγω πλάνης περί τα πράγματα και αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά αναζητούνται από εκείνον που τα έλαβε βάσει του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/ 1974, Α’ 90), εντόκως. Εάν το σφάλμα ή οι ελλείψεις οφείλονται σε βαρεία αμέλεια ή δόλο του προσώπου που εξέδωσε την πράξη της παρ. 4, το πρόσωπο αυτό ευθύνεται εις ολόκληρον με τον αχρεωστήτως λαβόντα για την επιστροφή ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως εξαιτίας του σφάλματος ή της έλλειψης.
6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών κατόπιν εισήγησης του Δ.Σ. του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., ρυθμίζονται ο τρόπος επιλογής και αμοιβής των προσώπων που παρέχουν τις υπηρεσίες του παρόντος, εξειδικεύεται η διαδικασία ανάθεσης και καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.
Άρθρο 16 - Νόμος 3226/2004 - Τελικές διατάξεις
1. Για την παροχή νομικής βοήθειας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, αποκλείεται η εφαρμογή του εικοστού δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 194 έως 204).
2. Το άρθρο 96Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας καταργείται.
3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, μπορεί να επεκτείνεται ο θεσμός της παροχής νομικής βοήθειας σε όλες ή σε κατηγορίες διοικητικών διαφορών και να καθορίζονται οι όροι και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 17 - Νόμος 3226/2004
1. Τα πάγια δικαιώματα που εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 11 του ν. 325/1976, όπως ήδη ισχύουν, από τα άμισθα και έμμισθα υποθηκοφυλακεία του Κράτους για κάθε ζητούμενη καταχώριση, καθορίζονται σε εννέα (9) ευρώ.
2. Το μισό ποσό από τα δικαιώματα που εισπράττονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο από τα έμμισθα υποθηκοφυλακεία και από τα κτηματολογικά γραφεία Ρόδου, Κω και Λέρου κατατίθεται στον Ειδικό Λογαριασμό "για την εύρυθμη λειτουργία υπηρεσιών αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης", ο οποίος προβλέπεται στην παράγραφο 18 του άρθρου 5 του ν. 2408/1996.
3. Οι άμισθοι υποθηκοφύλακες, εκτός από τα ήδη παρακρατούμενα από αυτούς ποσά, παρακρατούν επιπλέον από τα πάγια δικαιώματα:
α. ολόκληρο το ποσό, εάν τα εισερχόμενα μηνιαίως έγγραφα, για τα οποία εισπράττονται αναλογικά δικαιώματα, δεν υπερβαίνουν τα 125,
β. το ένα δεύτερο (1/2), εάν τα εισερχόμενα μηνιαίως έγγραφα, για τα οποία εισπράττονται αναλογικά δικαιώματα, κυμαίνονται από 126 έως 225.
Στην τελευταία περίπτωση το υπόλοιπο ένα δεύτερο (1/2) από τα εισπραττόμενα πάγια δικαιώματα εξακολουθεί να αποδίδεται στο Δημόσιο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Εάν τα εισερχόμενα μηνιαίως έγγραφα υπερβαίνουν τα 225, τα δύο πέμπτα (2/5) από τα εισπραττόμενα δικαιώματα κατατίθενται στον ειδικό λογαριασμό της παραγράφου 18 του άρθρου 5 του ν. 2408/1996 και τα υπόλοιπα τρία πέμπτα (3/5) αποδίδονται στο Δημόσιο σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
4. Το αναλογικό δικαίωμα που προβλέπεται στην περίπτωση α' της παραγράφου 18 του άρθρου 5 του ν. 2408/1996 και εισπράττεται από τα Υποθηκοφυλακεία του Κράτους και τα Κτηματολογικά Γραφεία Ρόδου και Κω - Λέρου καθορίζεται σε ένα και εβδομήντα πέντε τοις χιλίοις (1,75%ο).
5. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 2721/1999 αντικαθίσταται ως εξής:
"Αν αυτός ελλείπει, η αναπλήρωση γίνεται από τον αρχαιότερο υπηρετούντα υπάλληλο του υποθηκοφυλακείου."
6. Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των δικαστικών υπαλλήλων της κατηγορίας ΥΕ επιμελητών δικαστηρίων μειώνεται κατά τριακόσιες πενήντα (350) και ο συνολικός αριθμός ορίζεται σε δύο χιλιάδες εκατό (2.100). Οι τριακόσιες (300) από τις παραπάνω τριακόσιες πενήντα (350) θέσεις μεταφέρονται στις οργανικές θέσεις γραμματέων των δικαστηρίων της χώρας, ο αριθμός των οποίων αυξάνεται αντιστοίχως και ορίζεται συνολικά σε πέντε χιλιάδες εννιακόσιες εξήντα τέσσερις (5.964).
7. Καταργήθηκε
Άρθρο 18 - Νόμος 3226/2004
1. Στην παράγραφο 7 του άρθρου 96 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) προστίθεται δεύτερο εδάφιο που έχει ως εξής:
"Ειδικώς οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης παρακρατούν από την αμοιβή που προεισπράττεται ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%), από το οποίο ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) προορίζεται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) προορίζεται για τον "ειδικό διανεμητικό λογαριασμό νέων δικηγόρων" του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 2915/2001, ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) αποδίδεται στον "Κλάδο Επικουρικής Ασφαλίσεως" του Ταμείου Νομικών και ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) αποδίδεται στο οικείο Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων."
2. Στο τέλος της παραγράφου 8 του άρθρου 161 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) προστίθεται νέο εδάφιο που έχει ως εξής:
"Στην πιο πάνω όμως περίπτωση με στοιχείο β' προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο το κατά την παράγραφο 7 ποσοστό δικηγορικής αμοιβής."
3. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 15 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (κ.ν. 1756/1988) προστίθενται δύο νέα εδάφια που έχουν ως εξής:
"Σε περίπτωση κατά την οποία την Κυριακή που ακολουθεί το πρώτο Σάββατο του μηνός Μαρτίου διενεργούνται εκλογές για την ανάδειξη των μελών της Βουλής ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι ολομέλειες των οικείων δικαστηρίων για την εκλογή του Προέδρου και των μελών των Συμβουλίων που τα διευθύνουν συνέρχονται το τρίτο πριν από τις εκλογές Σάββατο. Αν το προβλεπόμενο κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής Σάββατο είναι παραμονή βουλευτικών εκλογών ή εκλογών για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι ολομέλειες συνέρχονται το αμέσως επόμενο των εκλογών αυτών Σάββατο."
Άρθρο 19 - Νόμος 3226/2004
1. Σε τμήμα του οικοδομικού τετραγώνου 63 του Δήμου Πειραιά επί των οδών Αθηνών - Πειραιώς, Κατσουλίδου και πρώην Οικονομίδου και σήμερα Μουράτη, όπως εμφαίνεται με στοιχεία ΑΒΓΔΑ σε διάγραμμα κλίμακας 1:2.000, που έχει θεωρηθεί από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τοπογραφικών Εφαρμογών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και το οποίο συνοδεύει την παρούσα ρύθμιση και δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται χώρος ανέγερσης "Δικαστικού Μεγάρου Πειραιώς".
2. Στο παραπάνω τμήμα, όπου τα ευρισκόμενα κτίρια έχουν χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα (βιομηχανικό συγκρότημα κτιρίων), επιτρέπονται η ανέγερση νέων κτιρίων και προσθήκες είτε κατ' επέκταση είτε καθ' ύψος των υφιστάμενων κτιρίων, σύμφωνα με την οριστική μελέτη που εγκρίνεται από την "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.".
3. Ο καθορισμός των τμημάτων κτιρίων ή προκτισμάτων ή των στοιχείων που αλλοιώνουν το αρχικό κτίριο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου μόνου της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων 7863/1383/1997 (ΦΕΚ 267 Δ') γίνεται με την παραπάνω μελέτη της "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.".
4. Οι όροι δόμησης του παραπάνω χώρου καθορίζονται ως εξής:
α. Συντελεστής Δόμησης (Σ.Δ.): 2,6 β. Επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης: 60% γ. Μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος των ανεγερθησόμενων κτιρίων: 21 μ.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Γ.Ο.Κ..
5. Η μελέτη ανέγερσης των κτιρίων εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και επέχει θέση οικοδομικής άδειας.
6. Επιτρέπεται η κήρυξη απαλλοτρίωσης υπέρ και με δαπάνη του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. του ανωτέρω υπό στοιχεία ΑΒΓΔΑ χώρου ή τμημάτων αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2882/2001, για την ανέγερση του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιώς.
7. Το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 ακίνητο για την ανέγερση του νέου Δικαστικού Μεγάρου Πειραιώς, κατά το μέρος που ανήκει στην κυριότητα του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.), μπορεί να αγοραστεί από το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. χωρίς διαγωνισμό, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 50 του π.δ. 715/1979, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.
Άρθρο 20 - Νόμος 3226/2004
1. Στην Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης (Κ.Ε.Κ.), που προβλέπεται από το ν. 3133/2003 (ΦΕΚ 85 Α'), ανατίθεται η σύνταξη κωδίκων νόμων και κωδίκων κανονιστικών διαταγμάτων και αποφάσεων στους εξής τομείς:
- Εργατική νομοθεσία (όροι εργασίας, συμβάσεις εργασίας, υγιεινή και ασφάλεια στους εργασιακούς χώρους).
- Νομοθεσία για την απασχόληση (νομοθεσία για τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού και την ανεργία).
- Φορολογία (φορολογία εισοδήματος, κεφαλαίου, φόρος προστιθέμενης αξίας).
- Νομοθεσία βιβλίων και στοιχείων.
- Νομοθεσία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
- Νομοθεσία τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα).
- Αγορανομική νομοθεσία.
- Νομοθεσία προστασίας καταναλωτή.
- Νομοθεσία για την ενέργεια (συμβατική ηλεκτροπαραγωγή, πετρελαιοειδή, φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας).
- Νομοθεσία του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
- Συνταξιοδοτική νομοθεσία (πολιτικές, στρατιωτικές και πολεμικές συντάξεις).
- Νομοθεσία του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων -Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών.
- Νομοθεσία του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων.
- Νομοθεσία του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών.
- Νομοθεσία του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου.
- Δημόσιο Ναυτικό Δίκαιο.
- Νομοθεσία για το Ελεγκτικό Συνέδριο.
- Νομοθεσία για τα ναρκωτικά.
- Νομοθεσία για την οδική κυκλοφορία.
2. Στους κώδικες νόμων μπορεί να περιληφθούν κατ' εξαίρεση διατάξεις κανονιστικών διαταγμάτων και αποφάσεων, αν αυτό είναι απαραίτητο για τις ανάγκες της κωδικοποίησης.
3. Ο χρόνος έναρξης των εργασιών για την κατάρτιση καθενός από τους παραπάνω κώδικες καθορίζεται με απόφαση της Κ.Ε.Κ., που εγκρίνεται από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου.
4. Η εκτέλεση των προπαρασκευαστικών εργασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 του ν. 3133/2003 μπορεί να ανατίθεται και σε ομάδες εργασίας, στις οποίες, πέραν των ειδικών επιστημόνων που προβλέπονται από τη διάταξη αυτή, είναι δυνατόν να μετέχουν δικαστικοί λειτουργοί και δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι.
Άρθρο 21 - Νόμος 3226/2004
1. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 52 του π.δ. 410/ 1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 2623/1998, προστίθεται στοιχείο ια' ως εξής:
"ια) Οι Επιμελητές Ανηλίκων με βαθμό Α'και Β' των Δικαστηρίων Ανηλίκων της χώρας και οι υπάλληλοι με βαθμό Α' και Β' της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης."
2. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 68 του π.δ. 351/ 2003 προστίθεται στοιχείο ιγ' ως εξής:
"ιγ) Οι Επιμελητές Ανηλίκων με βαθμό Α' και Β' των Δικαστηρίων Ανηλίκων της χώρας και οι υπάλληλοι με βαθμό Α' και Β' της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης."
3. Το στοιχείο β' της παραγράφου 6 του άρθρου 68 του π.δ. 351/2003 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
"β) Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ονομαστικούς καταλόγους όλων των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α' έως και γ', ε', στ', θ' έως και ια' και ιγ'."
Άρθρο 22 - Νόμος 3226/2004
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 115 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
"1. Περισσότεροι μπορούν, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσουν κοινή προσφυγή κατά της ίδιας πράξης ή παράλειψης, εφόσον οι λόγοι που προβάλλουν στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση, ή κοινή αγωγή, εφόσον συνδέονται με κοινό δικαίωμα ή τα δικαιώματά τους στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση."
2. Στο πρώτο εδάφιο της τρίτης παραγράφου (τελευταία σειρά) του άρθρου 115 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύει, αφαιρείται η φράση "και πραγματική".
3. Στο άρθρο 120 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο, ως εξής:
"Οι πρωτοδίκως ομόδικοι μπορούν να ασκήσουν από κοινού ένδικο μέσο χωρίς να απαιτείται να προβάλλονται κοινοί λόγοι."
4. Η δεύτερη και τρίτη παράγραφος του άρθρου 121 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως ακολούθως:
"2. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ομοδικίας, το ένδικο βοήθημα κρατείται ως προς τον πρώτο και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός του ως προς τους υπόλοιπους.
3. Με την απόφαση που διατάσσει το χωρισμό προσδιορίζονται, κατά προτίμηση, σε συγκεκριμένη δικάσιμο, για να δικαστούν οι χωριζόμενες υποθέσεις."
5. Στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 139Α, ως εξής:
«Άρθρο 139Α
1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, ο πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής του μονομελούς δικαστηρίου καλεί, και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, να τις καλύψει, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία.
2. Η πρόσκληση γίνεται τηλεφωνικώς από τον γραμματέα, ο οποίος βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας το χρόνο της ειδοποίησης, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία. Αν η τηλεφωνική πρόσκληση είναι αδύνατη ή δυσχερής, αποστέλλεται έγγραφο, αντίγραφο του οποίου τηρείται στο φάκελο της δικογραφίας. Στο αντίγραφο αυτό σημειώνεται η ημερομηνία αποστολής του εγγράφου."
6. Η παράγραφος 3 του άρθρου 274 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:
"3. Το τέλος δικαστικού ενσήμου καταβάλλεται ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Αν ως τότε δεν καταβληθεί και αφού προηγηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 139Α, το δικαστήριο, με απόφασή του, αναστέλλει την πρόοδο της δίκης, ώστε να καταβληθεί το ελλείπον τέλος δικαστικού ενσήμου, ορίζοντας συγχρόνως ημερομηνία για τη νέα συζήτηση της υπόθεσης. Αν και ως τη νέα αυτή συζήτηση τούτο δεν καταβληθεί, η αγωγή ή η κύρια παρέμβαση απορρίπτεται ως απαράδεκτη."
7. Η παράγραφος 1 του άρθρου 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
"1. Για το παραδεκτό των ένδικων βοηθημάτων και μέσων πρέπει, ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, να προσκομισθεί το προβλεπόμενο από τις κείμενες διατάξεις αποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Αν δεν προσκομισθεί το αποδεικτικό αυτό ως την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139α."
8. Στο πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 36 του π.δ. 18/1989 η φράση "κατά την κατάθεση" αντικαθίσταται από τη φράση "μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση".
9. Στο άρθρο 45 του π.δ. 18/1989 προστίθεται νέα έκτη παράγραφος, ως εξής:
"6. Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους. Σε περίπτωση έλλειψης συνάφειας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη και τις συναφείς με αυτήν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τις υπόλοιπες."
10. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές. Ένδικα βοηθήματα ή μέσα που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα από το Συμβούλιο τις Επικρατείας ή τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια μετά την 1.1.2000 για μη καταβολή ή ελλιπή καταβολή παραβόλου, μπορούν να ασκηθούν εκ νέου μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
Άρθρο 23 - Νόμος 3226/2004 - Έναρξη ισχύος
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός από το άρθρο 10, το οποίο τίθεται σε ισχύ από τις 30 Νοεμβρίου 2004.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Αθήνα, 4 Φεβρουαρίου 2004