Διαμεσολάβηση και Διαπραγμάτευση

Δύο παρεξηγημένες έννοιες - Δύο διαφορετικά εργαλεία

diamesolabese-kai-diapragmateuse

Στο χώρο της επίλυσης διαφορών οι όροι διαμεσολάβηση και διαπραγμάτευση είναι δυο όροι που χρησιμοποιούνται συχνά και συγχέονται συχνά, ακόμα και από το νομικό κόσμο.

Στην πράξη πρόκειται για δυο διαφορετικές διαδικασίες με διαφορετική δομή, διαφορετική δυναμική και τελικά, διαφορετικά αποτελέσματα. Ας δούμε τις διαφορές τους.

Πώς λειτουργεί η διαπραγμάτευση

Η διαπραγμάτευση είναι η άμεση επικοινωνία, η απευθείας συζήτηση μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, ή σε κάποιες περιπτώσεις και με την παρουσία των δικηγόρων τους, με στόχο την επίλυση της διαφωνίας τους. Δεν υπάρχει διαιτητής, ούτε ουδέτερος τρίτος συντονιστής, δεν υπάρχει ούτε προκαθορισμένη δομή πέρα από εκείνη που τα ίδια τα μέρη διαμορφώνουν κατά τη διάρκεια της ίδιας της διαδικασίας.

Η διαπραγμάτευση μπορεί να πραγματοποιηθεί με φυσική παρουσία, τηλεφωνικά, μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ή μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων των μερών.

Το πλαίσιο μπορεί να είναι εξίσου επίσημο ή ανεπίσημο, από μια αίθουσα συσκέψεων έως ένα απλό καθημερινό περιβάλλον.

Η διαπραγμάτευση είναι κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι κάνουν αυθόρμητα και ενστικτωδώς για διάφορα θέματα, από απλά προσωπικά μέχρι και επαγγελματικά, είτε πρόκειται για τη διαμόρφωση των όρων μιας σύμβασης, είτε για τη ρύθμιση κάποιου οικονομικού ζητήματος .

Πώς λειτουργεί η διαμεσολάβηση

Η διαμεσολάβηση είναι μια πιο συνειδητή και δομημένη διαδικασία, όπου υπάρχει ο τρίτος, ουδέτερος διαμεσολαβητής που συντονίζει τη συζήτηση. Αυτή και μόνο η διαφορά επηρεάζει καθοριστικά και τα υπόλοιπα.

Η σωστή επιλογή της διαμεσολάβησης μπορεί να εξοικονομήσει σημαντικό χρόνο και κόστος σε σύγκριση με την δικαστική διαδικασία.

Ο ρόλος του ουδέτερου τρίτου, τον διαμεσολαβητή είναι να βοηθήσει τα μέρη να επικοινωνήσουν ουσιαστικά και να διερευνήσουν πιθανές λύσεις. Ο διαμεσολαβητής δεν εκδίδει απόφαση, δεν αποφαίνεται για το ποιος έχει δίκιο και δεν επιβάλλει λύσεις. Λειτουργεί περισσότερο ως ένας έμπειρος διαχειριστής και διευκολυντής της συζήτησης, και όχι ως δικαστής.

Η διαδικασία δεν είναι αυστηρή, ωστόσο έχει μια ευέλικτη δομή. Ο διαμεσολαβητής ξεκινά ενημερώνοντας τα μέρη για τους βασικούς κανόνες της διαμεσολάβησης.

Κάθε πλευρά έχει τη δυνατότητα να «ακούσει» και να «ακουστεί» και στη συνέχεια ο διαμεσολαβητής με ερωτήσεις, βοηθά τα μέρη να διακρίνουν τι πραγματικά χρειάζονται, πέρα από αυτά που αρχικά δήλωσαν ότι διεκδικούν.

Η θεμελιώδης διαφορά, λοιπόν, μεταξύ διαμεσολάβησης και διαπραγμάτευσης είναι ότι στη διαμεσολάβηση ο διαμεσολαβητής βοηθά τα μέρη να μετακινηθούν από τις αρχικές τους θέσεις στα πραγματικά τους συμφέροντα και ανάγκες.

Η διαδικασία μπορεί να διεξάγεται με όλα τα μέρη στον ίδιο χώρο. Όταν κριθεί απαραίτητο, ο διαμεσολαβητής μπορεί να πραγματοποιήσει ιδιωτικές συναντήσεις με κάθε πλευρά, στα πλαίσια της εμπιστευτικότητας που διέπει την διαδικασία, μεταφέροντας προτάσεις και διερευνώντας επιλογές, χωρίς να εκτίθεται καμία πλευρά ή να τίθεται σε δυσμενή θέση.

Βασικές διαφορές μεταξύ διαπραγμάτευσης και διαμεσολάβησης

Η πιο σημαντική διαφορά αφορά στο ποιοι συμμετέχουν στη διαδικασία. Στη διαπραγμάτευση συμμετέχουν μόνο τα μέρη της διαφοράς (και ενδεχομένως οι δικηγόροι τους).

Στη διαμεσολάβηση, συμμετέχει ο εκπαιδευμένος ουδέτερος τρίτος, ο διαμεσολαβητής, ο οποίος αναλαμβάνει το συντονισμό και τη διαχείριση της διαδικασίας.

Ο έλεγχος κατανέμεται διαφορετικά σε κάθε διαδικασία.

Στη διαπραγμάτευση, τα μέρη έχουν τον έλεγχο όλης της διαδικασίας: την ατζέντα των θεμάτων, τον ρυθμό, την ένταση της συζήτησης, τους κανόνες και το τελικό αποτέλεσμα.

Στη διαμεσολάβηση, τον έλεγχο της διαδικασίας έχει ο διαμεσολαβητής, τα μέρη φυσικά, έχουν πάντα την διακριτική ευχέρεια να αποδεχθούν ή να απορρίψουν οποιαδήποτε πρόταση.

Ο διαμεσολαβητής καθορίζει πότε και για πόσο θα πραγματοποιηθούν κοινές συνεδρίες, πότε οι ιδιωτικές, πόσος χρόνος θα αφιερωθεί σε κάθε ζήτημα και πότε θα υπάρξουν διαλείμματα. Αυτή η κατανομή του ελέγχου είναι που καθιστά τη διαμεσολάβηση αποτελεσματική και πολλές φορές αποδεικνύεται σωτήρια για την διατήρηση της σχέσης των μερών, ιδίως όταν η απευθείας διαπραγμάτευση έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο.

Μια ακόμη διαφορά είναι το τυπικό της διαδικασίας. Η διαπραγμάτευση δεν διέπεται από κάποιους κανόνες: τα μέρη μπορούν να διακόπτουν, να αλλάζουν θέμα, να αποχωρούν ή να συνεχίζουν τη συζήτηση σε μεταγενέστερο χρόνο. Επίσης σε μια διαπραγμάτευση οι τόνοι ανεβαίνουν πολύ πιο εύκολα .

Αντίθετα, η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία με δομή, ακόμη και στις πιο ευέλικτες μορφές της. Ο διαμεσολαβητής θέτει το κλίμα και τον τόνο της συζήτησης, προστατεύει την εμπιστευτικότητα και τη ροή της διαδικασίας. Σε σύνθετες διαφορές με πολλαπλά ζητήματα, αυτή η δομή αποτρέπει την άσκοπη ανακύκλωση της συζήτησης και τα αδιέξοδα .

Τέλος, διαφέρει και ο τρόπος επικοινωνίας. Στη διαπραγμάτευση τα μέρη συνήθως συζητούν με βάση τις « θέσεις » που κάθε πλευρά διατυπώνει και διαπραγματεύεται βάσει αυτών.

Η διαμεσολάβηση, αντίθετα, επιδιώκει να εμβαθύνει πέρα από τις θέσεις και να εντοπίσει τα πραγματικά συμφέροντα (θεωρία του παγόβουνου). Έτσι, μια διαφορά που φαίνεται να αφορά αποκλειστικά οικονομικά ζητήματα μπορεί στην πραγματικότητα να σχετίζεται με την ανάγκη μιας πλευράς για αναγνώριση ή σεβασμό, και η ανθρώπινη αντιμετώπιση αυτής της διάστασης να οδηγήσει σε συμφωνία που διαφορετικά δεν θα είχε επιτευχθεί.

Επιπλέον, η διαμεσολάβηση, ως θεσμός που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής για την εναλλακτική επίλυση διαφορών, προβλέπει την υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ), για ορισμένα είδη διαφορών, σύμφωνα με το Ν.4640/2019 .

Πότε ενδείκνυται η διαμεσολάβηση

Η διαμεσολάβηση ενδείκνυται όταν η απευθείας διαπραγμάτευση έχει αποτύχει ή είναι απίθανο να αποδώσει. Η διαμεσολάβηση είναι αποτελεσματική όταν:

  • Η επικοινωνία έχει διαρραγεί: Όταν τα μέρη αδυνατούν να συνομιλήσουν με στοιχειώδη ηρεμία, ο διαμεσολαβητής μπορεί να αναδιατυπώσει τα ζητήματα και να διατηρήσει τη συζήτηση παραγωγική.
  • Τα συναισθήματα κυριαρχούν: Σε οικογενειακές διαφορές, εργασιακές συγκρούσεις ή λύσεις συνεργασιών, ο θυμός και η συναισθηματική φόρτιση εμποδίζουν τη λήψη λογικών αποφάσεων. Ένας έμπειρος διαμεσολαβητής ρυθμίζει αυτή τη δυναμική.
  • Η διαφορά είναι σύνθετη: Όταν υπάρχουν πολλαπλά και αλληλένδετα ζητήματα, η δομημένη προσέγγιση της διαμεσολάβησης βοηθά στην οργάνωση της συζήτησης και στη σταδιακή ή τμηματική επίλυσή τους.
  • Εστιάζει στο μέλλον: Γονείς, επιχειρηματικοί εταίροι ή γείτονες που θα συνεχίσουν να έχουν επαφή χρειάζονται μια διαδικασία που μειώνει την ένταση και δεν την δυναμιτίζει. Η δικαστική αντιδικία σχεδόν πάντα διαρρηγνύει τις σχέσεις, η διαμεσολάβηση, τουλάχιστον, δεν τις καταστρέφει εντελώς, αφήνοντας μάλιστα, περιθώριο διατήρησής τους.

Πότε ενδείκνυται η διαπραγμάτευση

Η διαπραγμάτευση αποτελεί συνήθως το πρώτο βήμα για την επίλυση των περισσότερων διαφορών. Δεν συνεπάγεται κόστος, δεν απαιτεί τον προγραμματισμό με τρίτο πρόσωπο και επιτρέπει στα μέρη να διαπιστώσουν εάν υπάρχει διάθεση συνεννόησης, πριν αποφασίσουν περαιτέρω κλιμάκωση. Ειδικότερα, η διαπραγμάτευση είναι αποτελεσματική όταν:

  • Τα ζητήματα είναι απλά: Εμπορικές διαφορές μικρής έκτασης, απλές διαφωνίες σε εργασιακό χώρο, συνήθως δεν απαιτούν τη συνδρομή διαμεσολαβητή.
  • Υπάρχει δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας: Όταν τα μέρη μπορούν να καθίσουν και να συζητήσουν ουσιαστικά, η εμπλοκή τρίτου μπορεί να μην είναι αναγκαία.
  • Υπάρχει σχετική ισορροπία δυνάμεων: Όταν κανένα μέρος δεν διαθέτει σαφώς μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ, η απευθείας διαπραγμάτευση μπορεί να οδηγήσει σε επωφελές για τα μέρη αποτέλεσμα. Αντίθετα, όταν η ισορροπία διαταράσσεται, ή τα έντονα συναισθήματα κυριαρχήσουν στη συζήτηση, το προστατευτικό πλαίσιο της διαμεσολάβησης είναι πάντα μια ασπίδα προστασίας στα μέρη.
  • Η ταχύτητα είναι κρίσιμη: Η διαπραγμάτευση μπορεί να ξεκινήσει άμεσα, ενώ η διαμεσολάβηση προϋποθέτει μια διαδικασία (εύρεση και αποδοχή διαμεσολαβητή, από την άλλη πλευρά, επικοινωνία με τους νομικούς παραστάτες), γεγονός που ενδέχεται να επιφέρει καθυστέρηση κάποιων ημερών.

Κόστος διαπραγμάτευσης-διαμεσολάβησης

Στη διαπραγμάτευση, όταν συμμετέχουν δικηγόροι, το κόστος περιλαμβάνει και την αμοιβή τους. Στη διαμεσολάβηση προστίθεται και η αμοιβή του διαμεσολαβητή, κάτι που συχνά δημιουργεί την εντύπωση ότι πρόκειται για ακριβότερη επιλογή.

Στην πράξη, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «διαμεσολάβηση ή διαπραγμάτευση», αλλά τι ακολουθεί μεταξύ διαμεσολάβησης και δικαστικής διαδικασίας.

Σε σύγκριση με το κόστος της δικαστικής διαδικασίας, η διαμεσολάβηση σχεδόν πάντα αποδεικνύεται ως μια σαφώς πιο συμφέρουσα επιλογή, πιο σύντομη, πιο οικονομική και σε κάθε περίπτωση λιγότερο ψυχοφθόρα για τα μέρη.

Από τη συμφωνία στη δεσμευτικότητα : Η Νομική διάσταση

Η βασική διαφορά σε νομικό επίπεδο είναι τι πραγματικά μας «δεσμεύει » στο τέλος της διαδικασίας, δηλαδή η εκτελεστότητα του αποτελέσματος της κάθε διαδικασίας.

Η διαπραγμάτευση, από μόνη της, δεν παράγει δεσμευτικό αποτέλεσμα, εκτός εάν καταλήξει σε συμφωνία που αποτυπωθεί σε σύμβαση ή ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο δεσμεύει τα μέρη σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του δικαίου των συμβάσεων.

Αντίθετα, η διαμεσολάβηση, όταν ολοκληρωθεί επιτυχώς, οδηγεί σε πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο, μπορεί να αποκτήσει εκτελεστό χαρακτήρα και να αποτελέσει τίτλο εκτελεστό, ισοδύναμο με δικαστική απόφαση. Επιπλέον, η διαμεσολάβηση διέπεται από θεσμικά κατοχυρωμένο πλαίσιο εμπιστευτικότητας, το οποίο περιορίζει τη χρήση των πληροφοριών σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία, σε αντίθεση με τη διαπραγμάτευση, όπου η προστασία αυτή δεν είναι πάντοτε εξίσου ισχυρή.

Επίλογος

Η επιλογή του τρόπου επίλυσης μιας διαφοράς δεν είναι μόνο θέμα κόστους και χρόνου, είναι, πάνω απ’όλα, θέμα οπτικής.

Αν το ζητούμενο είναι μια λύση βιώσιμη, λειτουργική και ανθρώπινη, τότε αναμφισβήτητα η διαμεσολάβηση προσφέρει κάτι που καμία απόφαση δικαστηρίου δεν μπορεί να εγγυηθεί, τη δυνατότητα των ίδιων των μερών να διαμορφώσουν το αποτέλεσμα.

Και τελικά, αυτό που κάνει τη διαφορά, δεν είναι μόνο ο τρόπος που τελειώνει μια σύγκρουση αλλά και ο τρόπος που συνεχίζεται η ζωή μετά από αυτήν.