Η «ΔΙΑΤΑΞΗ», κατ' άρθρο 237 παρ. 3-4 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το ν. 5221/2025 (ΦΕΚ Α' 133/28-07-2025)

Μια καινοτομία του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

e-diatakse-kat-arthro-237-par-3-4-kpold-opos-tropopoietheke-me-to-n-52212025-phek-a-13328-07-2025

Στις 28-07-2025 δημοσιεύθηκε ο ν. 5221/2025 (ΦΕΚ Α' 133/28-07-2025), σύμφωνα με τον οποίο τροποποιείται ουσιωδώς ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας και διαφαίνεται η προσπάθεια του κοινού νομοθέτη, να θεραπεύονται όχι μόνο τυπικές ελλείψεις, αλλά ζητήματα ουσιαστικής αοριστίας, σε πρώιμο στάδιο, δηλαδή προ της έκδοσης οριστικής δικαστικής απόφασης. Αδιαμφισβήτητα, ευνοείται, κατ' αυτόν τον τρόπο, η οικονομία της δίκης, επιτυγχάνεται στην πράξη η επιτάχυνση της Δικαιοσύνης και μειώνεται το κόστος για τους διαδίκους.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τις παρ. 3-4 του άρθρου 237 του νέου Κ.Πολ.Δ., των οποίων οι τροποποιήσεις ισχύουν από 01-01-2026 και επήλθαν δυνάμει των άρθρων 26 και 168 παρ. 3 του ν. 5221/2025, ορίζονται τα εξής:

«3. Εντός τριάντα (30) ημερών μετά τη χρέωση, ο δικαστής του μονομελούς ή ο εισηγητής του πολυμελούς πρωτοδικείου εκδίδει διάταξη, που περιέχει συνοπτική αιτιολογία, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ή β) η αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα. Ο δικαστής του προηγούμενου εδαφίου δύναται να εκδώσει διάταξη, εφόσον διαπιστώσει ότι: α) για την πληρέστερη εκδίκαση της διαφοράς, απαιτείται η εξέταση μαρτύρων ή διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης ή β) απαιτείται η ένωση ή συνεκδίκαση περισσοτέρων δικών, ο χωρισμός ή η διαδοχική εξέταση αιτήσεων ή η αναστολή της δίκης, αντίστοιχα κατά τα άρθρα 246 έως 250. Αν η αγωγή πάσχει από πραγματική αοριστία, αυτή επισημαίνεται από τον δικαστή με τη διάταξη και ο ενάγων δύναται να τη συμπληρώσει έως δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση με προσθήκη στις προτάσεις. Η αντίκρουση για ό,τι συμπληρώθηκε μετά από τη διάταξη γίνεται στον χρόνο της παρ. 3 του άρθρου 269. Επί αναστολής της δίκης κατά τα άρθρα 246 έως 250, οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προτάσεις, όχι όμως και νέους ισχυρισμούς, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του άρθρου 269, ούτε νέα αποδεικτικά μέσα, μέχρι τη νέα συζήτηση.4. Με τη διάταξη, η αγωγή στις περ. α) και β) του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον ο ενάγων τις επόμενες πέντε (5) ημέρες από την έκδοση της διάταξης, δεν αιτηθεί την εκδίκαση της διαφοράς κατά την ορισθείσα δικάσιμο και την έκδοση της απόφασης επί της αγωγής του, καταβάλλοντας προς τούτο, το αργότερο έως τη συζήτηση, παράβολο ύψους διακοσίων (200) ευρώ. Σε περίπτωση μη ήττας για τον λόγο που διαπίστωσε η διάταξη, το παράβολο επιστρέφεται στον διάδικο. Αν ο ενάγων δεν αντιλέγει ή δεν συμπληρώσει την αγωγή με προσθήκη στις προτάσεις του, η διάταξη επικυρώνεται, η δίκη περατώνεται και η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων περί παραίτησης από το δικόγραφο. Κατά της διάταξης δεν ασκούνται ένδικα μέσα ή άλλα ένδικα βοηθήματα».

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, με τη «Διάταξη», η οποία θα έχει συνοπτική αιτιολογία, θα μπορεί, να διατάσσεται: α) η απόρριψη της αγωγής σε περίπτωση απαραδέκτου, β) η εξέταση μαρτύρων/διαδίκων και η διενέργεια αυτοψίας/πραγματογνωμοσύνης, γ) η ένωση ή συνεκδίκαση περισσότερων δικών, ο χωρισμός, αναβολή ή αναστολή της δίκης, σύμφωνα με τα άρθρα 246-250 του Κ.Πολ.Δ. Στη νέα συζήτηση δεν επιτρέπεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός εάν προέκυψαν οψιγενώς ή αποδεικνύονται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφα ή δικαστική ομολογία, δ) πέρα από τη συμπλήρωση τυπικών ελλείψεων, θα είναι επιτρεπτή η θεραπεία της πραγματικής αοριστίας με προσθήκη μέχρι τη συζήτηση, η οποία θα μπορεί να γίνει έως δέκα (10) ημέρες προ της συζήτησης και η αντίκρουση αυτής εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση της αγωγής. Η «Διάταξη» που θα απορρίπτει την αγωγή δεν επιδέχεται ένδικα μέσα. Ο διάδικος έχει το δικαίωμα να μη συμμορφωθεί με τη «Διάταξη» και να εμμείνει στη συζήτηση, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος εντός πέντε (5) ημερών από την έκδοση της διάταξης. Το αίτημα αυτό απαιτεί την καταβολή παραβόλου ύψους 200 ευρώ, τα οποίο επιστρέφεται σε περίπτωση που εκδοθεί δικαστική απόφαση διαφορετική από το περιεχόμενο της Διάταξης. Ωστόσο, η τελευταία αυτή δυνατότητα κρίνεται ατελέσφορη, καθώς ο ίδιος Δικαστής που εκδίδει τη «Διάταξη», θα δικάζει την υπόθεση.

Επομένως, αν με τη «Διάταξη» του δικαστή στις περ. α) και β) του πρώτου εδαφίου της παρ. 3, η αγωγή θεωρείται απαράδεκτη και ο ενάγων κατά τις αμέσως επόμενες πέντε (5) ημέρες από την έκδοση της «Διάταξης», δεν αιτηθεί την εκδίκαση της διαφοράς κατά την ορισθείσα δικάσιμο και δε συμπληρώσει την αγωγή με προσθήκη στις προτάσεις του, τότε η διάταξη επικυρώνεται, η δίκη περατώνεται και η υπόθεση διαγράφεται από το πινάκιο, ενώ κατά αυτής της διάταξης δεν ασκούνται ένδικα μέσα ή άλλα ένδικα βοηθήματα. Ουσιαστικά, με τη ρύθμιση αυτή καταργείται η επαναληπτική συζήτηση της υπόθεσης, καθόσον τυχόν ελάττωμα ή παράλειψη της αγωγής θα έχει διορθωθεί και συμπληρωθεί, βάσει της σχετικής «Διάταξης» του δικαστή πριν από τη συζήτηση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, συμπεραίνουμε ότι η συζήτηση είναι τυπική και δεν απαιτείται η παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων στο ακροατήριο, μόνο εάν δεν εκδοθεί «Διάταξη». Ωστόσο, τελολογικά κρίνεται ορθότερο, ότι μόνο σε περίπτωση που με τη «Διάταξη» διατάσσεται η εξέταση μαρτύρων ή κατάθεση των διαδίκων, η συζήτηση δεν είναι τυπική και είναι αναγκαία η παράσταση των διαδίκων. Όμως, του νόμου μη διακρίνοντος, κρίνεται ασφαλέστερη επιλογή η αυτοπρόσωπη παράσταση των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων σε υποθέσεις, που έχει εκδοθεί «Διάταξη» της παρ. 3 ΚΠολΔ 237, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της.

Συνοψίζοντας, αξίζει να αναφερθεί, ότι η αρχική βούληση του νομοθέτη ήταν, να επεκταθεί η «Διάταξη» και στις ειδικές διαδικασίες, όχι μόνο στην τακτική, όπως, τελικά, αποφασίσθηκε από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, κατά το στάδιο της επεξεργασίας του Νομοσχεδίου. Προς αυτήν την κατεύθυνση συνηγορεί η παρ. 1 του άρθρου 227 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται ενιαία, τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες. Στην ως άνω διάταξη περιγράφονται ενδεικτικά και όχι περιοριστικά οι τυπικές ελλείψεις, που εάν ανακύψουν σε μια υπόθεση, γεννάται η υποχρέωση του Δικαστή, να ενημερώσει το διάδικο για να τις συμπληρώσει και να αποφευχθεί η έκδοση, είτε απορριπτικής, είτε μη οριστικής απόφασης. Ενδεικτικά, ως τέτοιες περιπτώσεις αναφέρονται: η παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας, η ικανότητα αυτοπρόσωπης δικαστικής παράστασης, η καταβολή του δικαστικού ενσήμου, η κατάθεση του γραμματίου προείσπραξης, η τήρηση της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης, η προσκόμιση των εκθέσεων επίδοσης. Παράλληλα, διασφαλίζεται, ότι η απόρριψη αγωγής λόγω πραγματικής αοριστίας θα συνιστά λόγο έφεσης, μόνο όταν έχει τηρηθεί η δικονομική δυνατότητα θεραπείας εκ μέρους του ενάγοντος.