Η δυσμενής αναδρομικότητα του νέου νόμου του ΥΠΕΘΑ

Χάρτης μετάβασης στην «αβεβαιότητα»

e-dusmenes-anadromikoteta-tou-neou-nomou-tou-upetha

Ψηφίστηκε ήδη το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για τον λεγόμενο «χάρτη μετάβασης» των Ενόπλων Δυνάμεων στη νέα εποχή. Με τον Ν. 5265/2026 (ΦΕΚ Α’ 3/10.01.2026) επιχειρείται μια συνολική αναμόρφωση της στρατολογίας, με αυστηρότερες προϋποθέσεις ιδίως για τη χορήγηση αναβολών και απαλλαγών λόγω ψυχικής υγείας.

Ωστόσο, εκεί όπου η μεταρρύθμιση όφειλε να είναι πιο προσεκτική –στο πεδίο της μετάβασης από το παλαιό στο νέο καθεστώς– ο νόμος εμφανίζει επικίνδυνα κενά και αντιφάσεις, που δημιουργούν σοβαρά ζητήματα ασφάλειας δικαίου για όσους έχουν ήδη λάβει αναβολή με βάση τον Ν. 3421/2005.

Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στο άρθρο 242, το οποίο λειτουργικά «αυτοαναιρείται». Από τη μία πλευρά, η παρ. 7 διακηρύσσει ότι όσοι έχουν λάβει αναβολή κατάταξης πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου εξακολουθούν να διέπονται από τις προϊσχύσασες διατάξεις. Από την άλλη, η παρ. 12 προβλέπει ότι όποιος εξετάζεται ή επανεξετάζεται από υγειονομική επιτροπή μετά την έναρξη ισχύος του νόμου υπάγεται αυτομάτως στο νέο καθεστώς, ακόμη κι αν η παραπομπή του έγινε νωρίτερα.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος πολίτης μπορεί ταυτόχρονα να θεωρείται “παλιά υπόθεση” και να κρίνεται με νέους, αυστηρότερους κανόνες, απλώς και μόνο επειδή η επανεξέταση του έλαβε χώρα χρονικά μετά τη δημοσίευση του νόμου. Πρόκειται για κλασικό παράδειγμα παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης: κανείς δεν μπορεί να οργανώσει τη ζωή του όταν το ίδιο μεταβατικό άρθρο επιτρέπει δύο αντίρροπες αναγνώσεις, ανάλογα με τον χρόνο και την υπηρεσία.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι ο νομοθέτης αλλάζει τους κανόνες. Είναι ότι τους αλλάζει με τρόπο που παράγει τιμωρητικό αποτέλεσμα, χωρίς σαφείς οδηγίες και με δυσανάλογη επιβάρυνση για όσους έχουν ήδη ανοιχτές υποθέσεις ψυχικής υγείας.

Καταρχάς, μια διοικητική μεταρρύθμιση δεν επιτρέπεται να λειτουργεί ως κύρωση. Όταν κάποιος έχει κριθεί με βάση το παλιό πλαίσιο και έχει προγραμματίσει τη ζωή του γύρω από αυτό, η Διοίκηση δεν μπορεί να του λέει εκ των υστέρων ότι «αλλάζουν όλα» επειδή απλώς η επόμενη εξέταση γίνεται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου. Αυτό συνιστά δυσμενή αιφνιδιασμό και ακυρώνει την έννοια της ασφάλειας δικαίου, μετατρέποντας την τύχη του πολίτη σε ζήτημα συγκυρίας ή ερμηνευτικής αυθαιρεσίας.

Δεύτερον, ανακύπτει ζήτημα απαγορευμένης δυσμενούς αναδρομικότητας. Μια ήδη χορηγηθείσα αναβολή δεν μπορεί να «επιστρέφει» σε νέα διαδικασία με βαρύτερους όρους, διαφορετικά δικαιολογητικά και αυστηρότερα φίλτρα, απλώς επειδή έληξε χρονικά και απαιτείται επανεξέταση. Αν ο νόμος προβλέπει ότι οι παλαιές αναβολές συνεχίζουν να διέπονται από το προηγούμενο καθεστώς, αυτό πρέπει να ισχύει ουσιαστικά και όχι να αναιρείται εμμέσως μέσω μιας γενικής ρήτρας περί επανεξέτασης.

Ιδιαίτερα προβληματικό είναι και το μήνυμα που εκπέμπεται για την ψυχική υγεία. Η πρακτική που διαμορφώνεται μοιάζει να αντιμετωπίζει τους ψυχικά παθόντες ως εν δυνάμει καταχραστές, απαιτώντας διαρκώς νέες αποδείξεις, πρόσθετα “τεστ” και αυξημένα διοικητικά εμπόδια. Η ψυχική νόσος, όμως, δεν αποτελεί τεκμήριο δόλου, ούτε η αναβολή είναι κάποιο «παραθυράκι». Όταν το κράτος επιλέγει να υψώνει περισσότερα εμπόδια ειδικά σε αυτό το πεδίο, παράγει κοινωνικό στίγμα και αποθαρρύνει τους ανθρώπους από το να μιλήσουν ανοιχτά ή να αναζητήσουν θεραπεία.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η εφαρμογή του νέου πλαισίου συνοδεύεται από πρακτικό χάος. Μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί ενιαία εγκύκλιος, οι υπηρεσίες δίνουν αντικρουόμενες προφορικές απαντήσεις και ο ίδιος ο νόμος μεταθέτει την έναρξη ισχύος κρίσιμων άρθρων τέσσερις μήνες μετά τη δημοσίευσή του. Για τις αρχές του 2026 και την Α’ ΕΣΣΟ, παραμένει ασαφές τι ακριβώς ισχύει, ποια δικαιολογητικά απαιτούνται και ποια όργανα είναι αρμόδια, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο κενό που πλήττει ευθέως τον στρατεύσιμο πολίτη.

Για όλους αυτούς τους λόγους, απαιτείται άμεση και ρητή γραπτή ερμηνευτική κατεύθυνση ότι για όσους έχουν ήδη λάβει αναβολή κατάταξης βάσει του Ν. 3421/2005, το εφαρμοστέο δίκαιο παραμένει το προϊσχύσαν καθεστώς μέχρι την οριστική περάτωση της συγκεκριμένης «αλυσίδας» κρίσεων. Παράλληλα, είναι αναγκαίες ενιαίες οδηγίες για την Α’ ΕΣΣΟ και τις αρχές του 2026, καθώς και υποχρεωτική, αιτιολογημένη και έγγραφη ενημέρωση του πολίτη.

Αν η ερμηνευτική λύση δεν επαρκεί, τότε απαιτείται νομοθετική διόρθωση, με σαφή ρήτρα μη δυσμενούς αναδρομικότητας και εγγυήσεις αξιοπρέπειας, απορρήτου και μη στιγματισμού για την ψυχική υγεία.

Αν το κράτος επιθυμεί πραγματικά να στηρίξει την ψυχική υγεία, η στήριξη αυτή δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Οφείλει να εκτείνεται και στα πιο ευαίσθητα πεδία, όπως η στρατολογία, ώστε η μεταρρύθμιση να μην καταλήγει να εφαρμόζεται με δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι οι μεταβατικές ρυθμίσεις του Ν. 5265/2026, όπως διατυπώνονται και εφαρμόζονται, εγείρουν σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας, ασφάλειας δικαίου και προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών, ιδίως στον ευαίσθητο τομέα της ψυχικής υγείας. Όταν μια μεταρρύθμιση οδηγεί σε δυσμενή αιφνιδιασμό, αναδρομική επιβάρυνση και άνιση μεταχείριση, τότε παύει να υπηρετεί τον σκοπό της και καθίσταται νομικά ελέγξιμη.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικηγορικό Γραφείο “Κεπεσίδης – Κολύβα”, σε συνεργασία με τον δικηγόρο Παναγιώτη Γαλάνη, Μεταδιδάκτορα Νομικής του ΕΚΠΑ, προτίθεται να κινηθεί με όλα τα προβλεπόμενα ένδικα και θεσμικά μέσα για την προσβολή των επίμαχων ρυθμίσεων του νόμου, επιδιώκοντας την αποκατάσταση της νομιμότητας και την ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των θιγόμενων στρατευσίμων.