Και μετά την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, τι;
Μέρος 1ο: Έχει υποχρέωση η διοίκηση να καταστήσει οικοδομήσιμο ένα ακίνητο;
Όπως έχει παγίως κριθεί (ΣτΕ 675/2020, 1649/2018, 1773/2017, 1436/2016, 5479/2012, 4569/2009 7μ., 3856/2008 7μ., 3908/2007 7μ. κ.ά.), όταν η Διοίκηση διαπιστώνει ότι συντρέχουν κατ' αρχήν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, όπως μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης που ακυρώνει την άρνησή της να ικανοποιήσει σχετικό αίτημα, οφείλει αμέσως και αφού τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, να προβεί στην άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης και, ταυτοχρόνως, να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου.
Η Διοίκηση, δηλαδή, δεν δεσμεύεται να καταστήσει άνευ ετέρου το ακίνητο οικοδομήσιμο, αλλά οφείλει να εξετάσει αν συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου δεν επιτρέπουν τη δόμησή του (όπως στις περιπτώσεις ακινήτων που έχουν δασικό χαρακτήρα ή βρίσκονται εντός αιγιαλού ή σε ζώνη προστασίας ρέματος) και, περαιτέρω, να συνεκτιμήσει κατά τρόπο τεκμηριωμένο αφενός τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ακινήτου, καθώς και τα χαρακτηριστικά και το νομοθετικό καθεστώς του οικιστικού συνόλου και της ευρύτερης περιοχής, στην οποία αυτό εντάσσεται (π.χ. πυκνοδομημένος οικισμός, οικισμός παραδοσιακός κατά τις διατάξεις του ν. 1577/1985, οικισμός υπαγόμενος στις διατάξεις του ν. 3028/2002, οικισμός σε περιοχή φυσικού κάλλους, οικισμός σε περιοχή προστασίας της φύσης κ.λπ.), αφ' ετέρου τις πολεοδομικές ανάγκες και τον πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής, ιδίως μάλιστα αν συντρέχει σοβαρή ανάγκη για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου, τέλος δε, την πρόθεση και δυνατότητα για την άμεση κατά νόμο συντέλεση της νέας απαλλοτρίωσης, με την χωρίς καθυστέρηση καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης στον θιγόμενο ιδιοκτήτη.
Βάσει δε όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Διοίκηση οφείλει να κρίνει αν η ιδιοκτησία πρέπει, για κάποιο νόμιμο λόγο,
α) να παραμείνει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού,
ή
β) να δεσμευθεί εκ νέου με την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, όπως προεκτέθηκε, η δυνατότητα άμεσης αποζημίωσης των θιγόμενων ιδιοκτητών,
ή
γ) να καταστεί οικοδομήσιμη, είτε με τους γενικούς όρους δόμησης είτε, ενδεχομένως, με ειδικούς όρους δόμησης, που πρέπει να καθορισθούν (ΣτΕ 675/2020, 1436/2016 , 5479/2012, 3908/2007 7μ.).
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, με μόνη την δημοσίευση της δικαστικής απόφασης με την οποία ακυρώνεται η άρνηση της Διοίκησης να άρει ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή ρυμοτομικό βάρος, το ακίνητο δεν καθίσταται οικοδομήσιμο, αλλά, μέχρι την ολοκλήρωση, κατά τα ανωτέρω, της τροποποίησης του σχεδίου πόλης, παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο (ΣτΕ 168/2020, 1229/2019 , 1822/2018, 2126/2017, 1436/2016, 796/2016, 2548/2014, 669/2010 7μ. κ.ά.). Όπως δε έχει κριθεί (βλ. Σ.τ.Ε. 1229/2019, πρβλ. Σ.τ.Ε. 1822/2018, 4280-1/2014), υποχρέωση της Διοίκησης προς άρση του διατηρουμένου πέραν του ευλόγου χρόνου ρυμοτομικού βάρους ανακύπτει μόνον κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου, δεδομένου ότι η υποβολή της αίτησης αυτής αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση ενόψει της οποίας κρίνεται η πάροδος του ευλόγου αυτού χρόνου. Επομένως, η δικαστική απόφαση με την οποία ακυρώνεται η εκ μέρους της Διοίκησης ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της εν λόγω αίτησης, διαγιγνώσκει με δύναμη δεδικασμένου ότι, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αυτής, η περαιτέρω διατήρηση του περιορισμού, που, νομίμως, κατ' αρχήν, έχει επιβληθεί σε ακίνητο, δεν είναι πλέον νόμιμη. Προ, δηλαδή, της υποβολής της σχετικής αίτησης προς αποχαρακτηρισμό δεν ανακύπτει υποχρέωση της διοίκησης προς άρση πολεοδομικού βάρους που έχει επιβληθεί στην ιδιοκτησία του διοικουμένου (βλ. ΣτΕ 1822/2018, σκ.9).
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ακίνητα