Νέος Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (ΚΕΕΔ): Από την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία στην Εισαγωγική Συνεδρία Διαμεσολάβησης

Τι αλλάζει στη διαμεσολάβηση με τον νέο ΚΕΕΔ: η Εισαγωγική Συνεδρία, η μη δεσμευτική πρόταση του διαμεσολαβητή και το ζήτημα των αυξημένων δικαστικών εξόδων

neos-kodikas-enallaktikes-epiluses-diaphoron

Ο Νέος Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (ΚΕΕΔ), όπως παρουσιάστηκε στις 30 Ιουνίου 2026 από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, εισάγει νέες ρυθμίσεις με στόχο την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στη συναινετική επίλυση των διαφορών. Οι σημαντικότερες εξ αυτών αφορούν την αντικατάσταση της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας (Υ.Α.Σ.) από την Εισαγωγική Συνεδρία Διαμεσολάβησης, την εισαγωγή νέων ειδικών μορφών διαμεσολάβησης, το σύστημα των τριών βαθμίδων πιστοποίησης για τους διαμεσολαβητές και τον θεσμό της δικαστικής διαμεσολάβησης.

Το ισχύον καθεστώς: η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία του ν. 4640/2019

Η διεξαγωγή της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας (Υ.Α.Σ.) του ν. 4640/2019, στην οποία υπάγονται υποχρεωτικά οι αστικές και εμπορικές διαφορές για τις οποίες τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής και, ως εκ τούτου, το πρακτικό της Υ.Α.Σ. κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις.

Της Υ.Α.Σ. προηγείται αίτημα του επισπεύδοντος μέρους (ενάγοντος) προς τον διαμεσολαβητή, είτε δικής του επιλογής είτε κατόπιν διορισμού από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης (Κ.Ε.Δ.). Μετά την αποδοχή του αιτήματος, το επισπεύδον μέρος ενημερώνει τον διαμεσολαβητή για τη φύση και το αντικείμενο της διαφοράς, πρακτικά με την αποστολή του Εντύπου 1 της Υ.Α.Σ., το οποίο επισυνάπτεται υποχρεωτικά και στα λοιπά έγγραφα που συμπληρώνονται στο στάδιο αυτό (Έντυπα 3 και 4).

Ακολουθεί ο προσδιορισμός της ημερομηνίας, της ώρας και του τόπου διεξαγωγής της Υ.Α.Σ. — είτε κατόπιν κοινής συνεννόησης των μερών με τον διαμεσολαβητή είτε, σε περίπτωση αδυναμίας συνεννόησης, με προσδιορισμό αποκλειστικά από τον διαμεσολαβητή — και η αποστολή του Εντύπου 3 ξεχωριστά σε καθένα από τα μέρη, με επισυναπτόμενο το Έντυπο 1.

Το Έντυπο 3: κάτι περισσότερο από διεκπεραιωτικό έγγραφο

Αν και εκ πρώτης όψεως το Έντυπο 3 θα μπορούσε να θεωρηθεί αμιγώς διεκπεραιωτικό έγγραφο, στην πραγματικότητα αποτυπώνει τις βασικότερες αρχές που διέπουν όχι μόνο τη διαδικασία της Υ.Α.Σ., αλλά τον θεσμό της διαμεσολάβησης εν γένει. Σε αυτό επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα των μερών να αποχωρήσουν χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, κύρωση ή ποινή — έκφραση του εκούσιου χαρακτήρα της διαμεσολάβησης και της αρχής της ελεύθερης βούλησης των μερών, όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται στο άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 4640/2019.

Η Υ.Α.Σ., ωστόσο, δεν στερείται κανόνων: στο Έντυπο 3 αναφέρεται ότι η συμμετοχή των μερών, εφόσον δεν συντρέχει σχετικό κώλυμα (όπως ενδεικτικά απαριθμεί το άρθρο 7 του ν. 4640/2019), είναι στο στάδιο αυτό υποχρεωτική. Σε διαφορετική περίπτωση, το δικαστήριο δύναται να επιβάλει στο μέρος που αδικαιολόγητα δεν συμμετείχε χρηματική ποινή ποσού 100 έως 500 ευρώ, εφόσον η υπόθεση προχωρήσει σε δικαστική διαδικασία. Τη διεξαγωγή της Υ.Α.Σ. ακολουθεί η σύνταξη και υπογραφή του Πρακτικού Περάτωσης από τα μέρη, τους νομικούς παραστάτες τους και τον διαμεσολαβητή.

Αν και η Υ.Α.Σ. έχει χαρακτηριστεί ως στάδιο μάλλον τυπικό ή διαδικαστικό, παρέχει στα μέρη ικανό χρόνο ώστε να αποφασίσουν, σταθμίζοντας τις συνέπειες, εάν επιθυμούν την επίλυση της διαφοράς τους μέσω διαμεσολάβησης.

Η Εισαγωγική Συνεδρία Διαμεσολάβησης: από τον τύπο στην ουσία

Με τον νέο ΚΕΕΔ, η Υ.Α.Σ. αντικαθίσταται από την Εισαγωγική Συνεδρία Διαμεσολάβησης, η οποία αποσκοπεί ήδη από το αρχικό αυτό στάδιο στην άμεση επίλυση της διαφοράς — χωρίς φυσικά να αποκλείεται είτε η συμφωνία των μερών για συνέχιση της διαμεσολάβησης είτε το ενδεχόμενο να μην επιτευχθεί αμοιβαία ικανοποιητική συμφωνία και να καταστεί αναγκαία η προσφυγή στα δικαστήρια.

Με την Εισαγωγική Συνεδρία εισάγεται ένα μοντέλο διερευνητικής διαμεσολάβησης πριν από την κύρια διαδικασία, στο πλαίσιο του οποίου επιχειρείται ουσιαστική αναζήτηση των όρων υπό τους οποίους τα μέρη θα διαχειριστούν την υπόθεσή τους — όπως, επί παραδείγματι, η εξέταση του ενδεχομένου αποκατάστασης της εμπιστοσύνης μεταξύ τους.

Η μη δεσμευτική πρόταση του διαμεσολαβητή και τα δικαστικά έξοδα

Κατά τον νέο Κώδικα, προβλέπεται ότι ο διαμεσολαβητής θα μπορεί να καταθέτει εγγράφως μη δεσμευτική πρόταση επίλυσης της διαφοράς. Η ρύθμιση συμβαδίζει με τη λογική του ν. 4640/2019, κατά τον οποίο ο διαμεσολαβητής δύναται να διατυπώσει μη δεσμευτική πρόταση επί της διαφοράς, εφόσον τα μέρη συναινούν, δεδομένου ότι αποτελεί τρίτο, ουδέτερο πρόσωπο στο οποίο τα μέρη απευθύνονται προκειμένου, έχοντας τον έλεγχο της διαδικασίας, να τα βοηθήσει να βρουν μια ικανοποιητική για αυτά λύση.

Ωστόσο, η μη δεσμευτικότητα μετριάζεται από τη δυνατότητα που παρέχεται στο δικαστήριο, σε περίπτωση ανεπιτυχούς έκβασης της Εισαγωγικής Συνεδρίας και έκδοσης απόφασης που ταυτίζεται κατ' ουσίαν με την πρόταση του διαμεσολαβητή, να επιδικάσει αυξημένα δικαστικά έξοδα εις βάρος του μέρους που δεν την αποδέχθηκε. Η δυνατότητα αυτή εύλογα γεννά ερωτήματα ως προς το πώς συμβιβάζεται η ουδετερότητα του διαμεσολαβητή με τον αξιολογικό ρόλο που του αναθέτει ο νέος Κώδικας επί των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς.

Αντί επιλόγου

Η μετάβαση από την Υ.Α.Σ. στην Εισαγωγική Συνεδρία Διαμεσολάβησης σηματοδοτεί τη φιλοδοξία του νομοθέτη να μετατρέψει το αρχικό στάδιο της διαμεσολάβησης από τυπική προϋπόθεση παραδεκτού σε ουσιαστική ευκαιρία επίλυσης. Το κατά πόσον η νέα αρχιτεκτονική — και ιδίως ο ενισχυμένος ρόλος του διαμεσολαβητή — θα λειτουργήσει στην πράξη χωρίς να θίξει τα εχέγγυα ουδετερότητας του θεσμού, θα κριθεί από την τελική μορφή των διατάξεων κατά την ψήφιση του Κώδικα και από την εφαρμογή τους.

Σημείωση: το παρόν αφορά τον ΚΕΕΔ όπως παρουσιάστηκε στις 30.6.2026· οι τελικές διατάξεις ενδέχεται να διαφοροποιηθούν κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία.