Ο αντισυνταγματικός στιγματισμός των ψυχικώς πασχόντων στον ν. 5265/2026 για τη στρατολογία και ο ακυρωτικός έλεγχος
Η απαίτηση βεβαίωσης αναπηρίας (ΚΕΠΑ) ως ακρότατο όριο θεσμικής καχυποψίας και η διακινδύνευση της υγείας ως διακύβευμα
Ο προσφάτως ψηφισθείς στρατολογικός Ν. 5265/2026 δεν αρκείται στη ρύθμιση της στρατολογικής διαδικασίας με ουδέτερους ιατρικούς όρους, αλλά εισάγει ειδικό, αυτοτελές και αισθητά αυστηρότερο καθεστώς για όσους στρατευσίμους πάσχουν από ψυχικές παθήσεις, με διακριτή θεσμική διαδρομή, ειδικές επιτροπές (ΕΔΥΨΕ), ειδικά δικαιολογητικά και βαρύτερες διαδικαστικές συνέπειες για τη χορήγηση αναβολής κατατάξεως ή απαλλαγής.
Το άρθρο 183 διαφοροποιεί, όλως αυθαιρέτως νομικά, ήδη στο επίπεδο της διάρκειας της αναβολής, τις ψυχικές από τις μη ψυχικές (οργανικές) παθήσεις προβλέποντας ως δύο (2) έτη για μη ψυχικές παθήσεις, αλλά έως πέντε (5) έτη για ψυχικές παθήσεις, μάλιστα χορηγούμενη αποκλειστικά τμηματικά (ετήσια ή εξάμηνη αναβολή).
Παράλληλα, τα άρθρα 208, 210 και 211 συγκροτούν χωριστό μηχανισμό υγειονομικής κρίσης ειδικά για τους ψυχικώς πάσχοντες, μέσω των Ειδικών Διακλαδικών Υγειονομικών Ψυχιατρικών Επιτροπών και ειδικών αποδεικτικών προϋποθέσεων. Το πρόβλημα, μη αμιγώς οργανωτικό, συνίσταται στο ότι ο νόμος αντιμετωπίζει a priori την ψυχική πάθηση όχι ως ισότιμη μορφή κατάστασης υγείας, αλλά ως κατηγορία εξ ορισμού ύποπτη, ασταθή και διαρκώς επανελέγξιμη. Οντολογικά, η υγεία είναι ένα σύνολο σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας, ιδωμένη ολιστικά, ως θετικό αγαθό. Το αυτό δέχεται ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) και έχει αγνοήσει εντελώς ο κοινός νομοθέτης.
Η συνταγματική βλάβη εν προκειμένω, λοιπόν, αναδύεται από αυτή ακριβώς τη μετατόπιση: Η αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος δεν απαγορεύει ασφαλώς κάθε διαφοροποίηση, αλλά μόνο τη δυσμενή διαφοροποίηση, χωρίς αποχρώντα ειδικό, αντικειμενικό και επαρκή λόγο. Η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του άρθρου 5 παρ. 1 και η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 δεν επιτρέπουν να οργανώνεται ο τυπικός νόμος με αφετηρία στερεότυπα ή εδραιωμένες (;) προκαταλήψεις για μια - ομολογουμένως - ευάλωτη κατηγορία προσώπων, όπως οι ψυχικώς πάσχοντες στρατεύσιμοι ή οπλίτες.
Επιπλέον, το άρθρο 21 παρ. 6 του Συντάγματος επιβάλλει μέτρα που εξασφαλίζουν την αυτονομία και τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. Δεν επιτρέπει ένα καθεστώς που παράγει ex ante θεσμική καχυποψία εις βάρος τους. Οταν, λοιπόν, ο κοινός νομοθέτης αποδίδει ειδική δικονομική και αποδεικτική δυσπιστία μόνο στην ψυχική πάθηση, κινείται από τη σφαίρα της επιτρεπτής διαφοροποίησης προς τη σφαίρα του συνταγματικώς και υπερνομοθετικώς απαγορευμένου στιγματισμού.
Ο στιγματισμός αυτός δεν είναι αφηρημένος, ούτε συμβολικός. Παράγεται ευθέως από τη δομή του ίδιου του νόμου: το άρθρο 210 προβλέπει ότι δεν γίνονται δεκτοί για εξέταση όσοι πάσχουν από ψυχικές παθήσεις, αν δεν προσκομίζουν τα ειδικά δικαιολογητικά του άρθρου 208, ενώ η επίσημη διοικητική διαδικασία για την εφαρμογή του άρθρου 211 απαιτεί βεβαίωση πιστοποίησης αναπηρίας (από ΚΕΠΑ) ή γνωμάτευση δημοσίου ψυχιάτρου (Α' Επιμελητή ή Διευθυντή ή Συντονιστή Διευθυντή), όλως αυθαιρέτως, κατ' ανεπίτρεπτη σύγχυση υπηρεσιακής εξέλιξης και αποδεικτικής αξιοποίησης των γνωματεύσεων των επιμέρους ιατρών και κατά παράβαση του άρθρου 5 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας.
Στην ως άνω πολυεπίπεδη κανονιστική ολίσθηση εντάσσεται και το ζήτημα της φερόμενης κατά τους ισχυρισμούς του ΥΠΕΘΑ ελλείψεως μεταβατικής διατάξεως για τις παλαιές περιπτώσεις, ήδη τυχόντων αναβολής κατατάξεως και οι οποίοι, παρά τη ρητή πρόβλεψη της διατάξεως της παρ. 7 του άρθρου 242 του νόμου, εμπίπτουν αυτομάτως στη νέα διαδικασία, κατά την παρ. 12 του ιδίου άρθρου, χωρίς να προβλέπεται σε επίπεδο τυπικού νόμου η προσμέτρηση της παλαιάς αναβολής στην εσχάτως απαιτούμενη πενταετία και χωρίς να εξηγεί το ΥΠΕΘΑ, ούτε να επικαλείται ειδικώς και ορισμένως, ποιο ειδικό δημόσιο συμφέρον δύναται να υπερκεράσει την ασφάλεια δικαίου και την προστατευόμενη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των διοικουμένων.
Η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, ειρήσθω εν παρόδω, ούσα γενικόλογη, οριζόντια και άκριτη, ομιλεί για "ιδιαίτερη" (!) φύση των ψυχικών νόσων (ωσάν για παράδειγμα, γλαφυρώς, ένας τύπου καρκίνου να μην συνιστά ιδιαίτερη νόσο ή ωσάν η ψυχική νόσος να συνιστά σκιώδη ιατρική πάθηση), δυνατότητα ίασης τους και δυσδιάκριτο της αξιολόγησης τους, αγνοώντας τοιουτοτρόπως την ιατρική και ψυχιατρική επιστήμη και πολυάριθμες μελέτες και μετά-αναλύσεις που δεικνύουν τα ακριβώς αντίθετα. Φέρεται δε να βασίζεται σε κάποια αδιόρατη "φάμπρικα", δίχως ουδεμία επίκληση συγκεκριμένων ποιοτικών στοιχείων, παρά μόνο ποσοτικών. Δεν προσκομίστηκε καμία ιατρική μελέτη που να επιρρωνύει τα ως άνω ερείσματα του Ν. 5265/2026.
Η επιλογή αυτή του νομοθέτη συνεπάγεται ότι η ψυχική πάθηση θεωρείται χρήζουσα κρατικής επιβεβαίωσης για να γίνει πιστευτή και αποδειχθείσα. Με τον τρόπο αυτό, το ΚΕΠΑ, όργανο φύσει άσχετο με τη στρατολογία μετασχηματίζεται θέσει σε "φίλτρο" πρόσβασης στη στρατολογική κρίση ακριβώς για τους ψυχικώς πάσχοντες.
Υπό το πρίσμα της Συμβάσεως για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, η προσέγγιση αυτή είναι έτι δυσχερέστερα υπερασπίσιμη, διότι η Σύμβαση αντιμετωπίζει την αναπηρία, περιλαμβανόμενων των μακροχρόνιων ψυχικών βλαβών, όχι ως λόγο περιορισμού της ισότητας, αλλά ως πεδίο ενισχυμένης προστασίας της αξιοπρέπειας και της ισότιμης συμμετοχής. Η Επιτροπή της Σύμβασης, ιδίως με το General Comment No 6 για την ισότητα και τη μη διάκριση, έχει υπογραμμίσει ότι οι κρατικές διακρίσεις κατά προσώπων με αναπηρία δεν παράγονται μόνο με άμεσες απαγορεύσεις αλλά και με "ουδέτερες" φαινομενικά διαδικασίες που αναπαράγουν στερεότυπα και αποκλεισμούς.
Συναφώς, και η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει αναγνωρίσει ότι η αναπηρία και ιδίως η ψυχική ή νοητική ευαλωτότητα δεν επιτρέπεται να αποτελούν βάση μειωτικής ή καχύποπτης κρατικής μεταχειρίσης (όλως ενδεικτικώς, Placi κ. Ιταλίας, αρ. προσφ. 48754/11, απόφ. της 21.1.2024). Το κρίσιμο, επομένως, ερμηνευτικό κριτήριο είναι αν η κανονιστική κατασκευή αναπαράγει το στερεότυπο του αναξιόπιστου ή εν δυνάμει προσχηματικού ψυχικώς πάσχοντος.
Ο ακυρωτικός έλεγχος του Δικαστηρίου οφείλει, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, να είναι έλεγχος της συμβατότητας των ρυθμίσεων με το Σύνταγμα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν θα ελέγξει την ιατρική ορθότητα αφηρημένων νομοθετικών επιλογών ως τοιαύτη, αλλά το συνταγματικώς ανεκτό της κανονιστικής διαφοροποίησης ψυχικής και σωματικής ασθένειας και συνέπειες της διάκρισης αυτής στη ρύθμιση. Θα ελέγξει αν η ειδική μεταχείριση των ψυχικώς πασχόντων ερείδεται σε πραγματικά, αντικειμενικά και αποχρώντος τεκμηριωμένα δεδομένα, αν είσαι πρόσφορη για θεμιτό δημόσιο σκοπό εξειδικευμένο και πραγματικό, αν είναι αναγκαία ή αν θα αρκούσαν ηπιότερα μέσα και αν, τελικώς επιβάλλει δυσανάλογο βάρος σε σχέση με τους μη ψυχικώς πάσχοντες.
Υπό αυτά τα δεδομένα, ο αντισυνταγματικός στιγματισμός των ψυχικώς πασχόντων δεν συνίσταται μόνο στη βαρύτερη διάρκεια των αναβολών ή στην ίδρυση ειδικών επιτροπών, αλλά στην κανονιστική σύλληψη ότι η ψυχική πάθηση πρέπει να περιβάλλεται από πρόσθετη δυσπιστία, πρόσθετη γραφειοκρατική επιβάρυνση και δυνατότητα κρατικής επανεξέτασης.
Στα ως άνω προστίθεται και η πρακτική δυσχέρεια: η πραγματική πρόσβαση στη δημόσια υγεία, υπό την έννοια της ψυχιατρικής παρακολούθησης τίθεται εν αμφιβόλω όταν δεν υφίστανται διαθέσιμα ραντεβού για τους ενδιαφερομένους, οι οποίοι στην πλειονότητα τους θα πρέπει να παρακολουθηθούν για επαρκές χρονικό διάστημα προ της λήψεως της βεβαιώσεως του δημοσίου ιατρού. Το φαινόμενο μπούμερανγκ που θα εγκυμονηθεί από αυτή την αφετηρία έχει γίνει ήδη αισθητό. Συναφώς, ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης έχει επισημάνει την πρακτική δυσχέρεια στον προγραμματισμό ραντεβού στα εξωτερικά ιατρεία για χρόνιους ψυχιατρικούς ασθενείς, επειδή το τελευταίο διάστημα παρατηρείται ευμεγέθης αύξηση των ραντεβού από στρατευσίμους προκειμένου να τους χορηγηθεί ψυχιατρική γνωμάτευση για αναβολή κατατάξεως. Και μάλιστα, η δυσχέρεια αυτή αναμένεται - κατά την κοινή λογική - να επαυξηθεί, διότι ο ίδιος ο νομοθέτης προέβλεψε τακτική επανεξέταση και τμηματικές αναβολές κατατάξεως για λόγους ψυχικής υγείας.
Εν κατακλείδι, καθώς οι πρώτες δίκες για τα ζητήματα αυτά και άλλα συναφή που άπτονται της στρατολογίας υπό τον Ν. 5265/2026 ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, αναμένεται με εξαιρετικό ενδιαφέρον η ετυμηγορία του Ανώτατου Δικαστηρίου.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Στρατιωτικό Δίκαιο