Προστασία κύριας κατοικίας μετά την κατάργηση των παρ. 2-4 του αρ. 9 του ν. 3869/2010 - Ενδείκτες που λαμβάνονται υπόψη για το δόλο

Απόρριψη εφέσεων Ν. 3869/2010 τραπεζικού ιδρύματος - Οι αποφάσεις με αριθμό 4142/2026 και 4149/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

prostasia-kurias-katoikias-meta-ten-katargese-ton-par-2-4-tou-ar-9-tou-n-38692010-endeiktes-pou-lambanontai-upopse-gia-to-dolo

Οι με αριθμό 4142/2026 και 4149/2026 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντος ως Δευτεροβάθμιο, με τη διαδικασία του Ν. 3869/2010, απορρίπτουν κατ’ ουσίαν εφέσεις ν. 3869/2010 τραπεζικού ιδρύματος κατά συνοφειλετών σε δανειακή υποχρέωση και επικυρώνουν τις πρωτοβάθμιες αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Ιλίου και του Ειρηνοδικείου Αθηνών αντίστοιχα, που είχαν κάνει δεκτές πρωτοδίκως τις αιτήσεις των δανειοληπτών.

Τα ενδιαφέροντα ζητήματα που τέθηκαν στις εν λόγω αποφάσεις είναι τα εξής:

Α. Η προστασία της κύριας κατοικίας μετά την κατάργηση των παρ. 2-4 του αρ. 9 του ν. 3869/2010 με το άρθρο 1 του Ν. 4592/2019

Ειδικότερα το Δικαστήριο δέχθηκε σε αμφότερες τις αποφάσεις του ότι:

«Η κατάργηση των §§ 2 έως 4 του άρθρου 9 με το άρθρο 1 του ν. 4592/2019, τερμάτισε το καθεστώς της οργανωμένης προστασίας της κύριας κατοικίας, όχι, ωστόσο, και τη δυνατότητα εξαίρεσης της τελευταίας από τη ρευστοποίηση. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η ρύθμιση των χρεών κατά το Ν. 3869/2010 είναι εκδήλωση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου που αποβλέπει στην επανένταξη του υπερχρεωμένου οφειλέτη στην κοινωνική και οικονομική ζωή και στην αποκατάσταση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του. Σκοπό έχει να επιτρέψει μία νέα αρχή (fresh start) για τον υπερχρεωμένο οφειλέτη, χωρίς τα ανυπέρβλητα βάρη του παρελθόντος. Στην εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων του Ν. 3869/2010 θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός των εν λόγω ρυθμίσεων που κατατείνει στη στήριξη του αδύναμου οφειλέτη. Αν, επομένως, με την εξαίρεση της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση αποτρέπονται συνθήκες που δυσχεραίνουν την οικονομική και κοινωνική ένταξη του οφειλέτη, τότε θα πρέπει να γίνει δεκτή η συμβατότητα ενός αιτήματος εξαίρεσης με τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν την δικαστική ρύθμιση των χρεών .... Σύμφωνα με το γράμμα και πνεύμα του νόμου, το άρθρο αυτό παρέχει την διαζευκτική επιλογή στο Δικαστήριο είτε να προτιμήσει την βίαιη εκποίηση της κύριας κατοικίας με τον τρόπο της ελεύθερης πώλησης ή του πλειστηριασμού προς ικανοποίηση των πιστωτών σε περίπτωση ληξιπρόθεσμων οφειλών είτε να αξιοποιήσει την ακίνητη περιουσία του οφειλέτη με στόχο είτε την απαλλαγή του από τα χρέη είτε την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών. Αν το άρθρο αυτό ερμηνευτεί στενά μόνο ως εργαλείο βίαιης εκποίησης, τούτο συνεπάγεται την εφαρμογή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της κύριας κατοικίας των οφειλετών, με αποτέλεσμα να μην εξυπηρετείται κάποια δραστηριότητα του Κράτους και να επηρεαστεί αρνητικά η οικονομική κατάσταση της χώρας αφού θα αυξηθεί το ποσοστό των κοινωνικά και οικονομικά εξαθλιωμένων πολιτών. Εξάλλου, αν ερμηνευτεί ως άνω, δεν θα έχει νόημα ύπαρξης ο νόμος αφού ουδείς οφειλέτης θα είχε λόγο να προσφύγει σε αυτόν, παρά όποιος δεν έχει περιουσιακά στοιχεία προς εκποίηση, αφού ουδείς θα προσέφευγε σε ένα νόμο ο οποίος από την μία πλευρά τον υποχρεώνει δυνάμει του άρθρου 8 παρ.1 σε καταβολές και από την άλλη του εκποιεί ακόμα και την κύρια κατοικία. Όμως, ο νόμος 3869/2010 με όλες του τις μετατροπές ουδέποτε λειτούργησε ως απαλλοτριωτικός ολόκληρης της περιουσίας των πολιτών και ως εκποιητικός της πρώτης κατοικίας, επομένως ουδείς δικαιούται να τον καταστήσει ως τέτοιον ερμηνεύοντας στενά την τελευταία του τροποποίηση. Επομένως, η σύμφωνη με το πνεύμα του νόμου του ερμηνεία του άρθρο 9 παρ.1, ως παρέχων την διαζευκτική επιλογή είτε της βίαιης εκποίησης της πρώτης κατοικίας, είτε της αξιοποίησης και εκμετάλλευσης αυτής δια της παροχής ανταλλάγματος εκ μέρους του οφειλέτη εξυπηρετεί ταυτόχρονα και τα συμφέροντα των πιστωτών οι οποίοι με αυτό τον τρόπο λαμβάνουν μέρος του μηνιαίου εισοδήματος του οφειλέτη και ικανοποιούνται έστω εν μέρει αποφεύγοντας τα έξοδα εκποιήσεως ακόμα και αν η εκποίηση στο τέλος αποφέρει κάποιο μικρό όφελος σε αυτούς, καθώς και τα συμφέροντα του οφειλέτη ο οποίος σε διαφορετική περίπτωση θα απωλέσει την πρώτη του κατοικία η οποία θα μεταφερθεί στους πιστωτές. Συμπερασματικά, λοιπόν δια της ερμηνείας του άρθρου 9 παρ. 1, η κατάργηση του άρθρου 9 παρ. 2, δεν επέφερε την κατάργηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, παρά παρέχει στο Δικαστήριο την επιλογή είτε της βίαιης εκποίησης είτε της αξιοποίησης αυτής, η οποία προστασία στις παλαιότερες μορφές του νόμου υφίστατο ως υποχρέωση ενώ τώρα ως διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ως άνω ερμηνεία, εξάλλου, συνάδει με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, αφού υπολογίζει το πραγματικό μακροπρόθεσμο οικονομικό συμφέρον των πιστωτών οι οποίοι έτσι θα εξοφληθούν έστω μερικώς σε ορισμένη χρονική περίοδο με συνέπεια την ρευστότητά τους, την επανακυκλοφορία του χρήματος και συνεπώς την επιβίωσή τους, αντί της μετατροπής τους σε «τράπεζες ακινήτων» δυσχερώς ρευστοποιήσιμων, καθώς και το άμεσο συμφέρον του οφειλέτη στο βασικό συνταγματικώς προστατευμένο κοινωνικό και περιουσιακό δικαίωμα στην κατοικία. Συνάδει δε με τον πυρήνα του ν. 3869/2010, στόχος του οποίου είναι η προστασία της κύριας κατοικίας των αδύναμων οικονομικά οφειλετών καθώς και με τα άρθρα 2 παρ.1, 5 παρ.1, 4, 17 και 25 παρ. 1 Συντάγματος, 2 ΑΚ και καθώς στις υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΕιρΑθ 433/2022, ΕιρΠατρ. 965/2020, Ειρ Πατρ 26/2021 δημ Νόμος)».

Β. Οι ενδείκτες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για την εκτίμηση του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του δανειολήπτη

Το κρίνον Δικαστήριο εκτίμησε ότι για να διερευνηθεί ο τρόπος που σκέφτηκε ο δανειολήπτης κατά το χρόνο λήψης των δανείων όσον αφορά στο γνωστικό και βουλητικό στοιχείο του δόλου πρέπει να ληφθούν υπόψη εκτός από τα ατομικά του εισοδήματα και τα εισοδήματα του συζύγου σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και της αρχής της αναλογικότητας.

Ειδικότερα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι:

«Προκείμενου να διαπιστωθεί κατά πόσον ο οφειλέτης συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών, ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, κρίσιμο στοιχείο τυγχάνει η αξιολόγηση, των υφιστάμενων (κατά το χρόνο κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων) ή ευλόγως αναμενόμενων μελλοντικών οικονομικών του δυνατοτήτων, στις οποίες, όμως, θα πρέπει να συνυπολογιστούν και τα εισοδήματα του συζύγου του εφόσον υπάρχει. Τούτο κρίνεται εύλογο και σύμφωνο με το πνεύμα του ν. 3869/2010, αφού κατά τις επιταγές του εν λόγω νόμου, για την αποδοχή της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη στις ευεργετικές διατάξεις του, κρίσιμο στοιχείο που θα πρέπει, για το ορισμένο της αίτησης, να αναφέρεται στα στοιχεία του ενεργητικού του αιτούντος, τυγχάνουν και τα εισοδήματα του συζύγου εφόσον υπάρχει, και δη οι περιοδικές παροχές που λαμβάνει αυτός. Συνεπώς, θα ήταν αντίθετο με τις αρχές της καλής πίστης και της αναλογικότητας, όταν επικαλείται ο οφειλέτης αδυναμία πληρωμών, να απαιτείται για την κατάφαση του ισχυρισμού του, να λαμβάνεται υπόψη και το εισόδημα του συζύγου του, ενώ όταν διερευνάται ο τρόπος που σκέφτηκε κατά το χρόνο λήψεως των δανείων, να απαιτείται, για τον αποκλεισμό του στοιχείου του δόλου, να εκτίμησε αυτός την ευχέρεια να εξοφλήσει τα δάνεια του βασιζόμενος μόνο στα ατομικά του εισοδήματα χωρίς να λαμβάνει υπόψη και τα εισοδήματα του συζύγου του».

Επίσης, αξιοσημείωτο είναι ότι κατά την εξέταση της ύπαρξης δόλου το Δικαστήριο έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο αποτελούν και τα εισοδήματα του συνοφειλέτη στη δανειακή υποχρέωση συνολικά, τα οποία είχε υπόψη του ο αιτών δανειολήπτης κατά την ανάληψη της δανειακής υποχρέωσης. Ειδικότερα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι:

«Δεν αποδείχθηκε η συνδρομή του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων - εφεσίβλητων κατά το χρόνο σύναψης των επίδικων δανειακών συμβάσεων, κρίσιμο στοιχείο για τη διερεύνηση της ύπαρξης του οποίου (δόλου) αποτελούν και τα εισοδήματα της κόρης τους από την οποία ευλόγως ανέμεναν οικονομική συνδρομή, καθότι μάλιστα συμβλήθηκαν ως συνοφειλέτες στην επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, ώστε να τη διευκολύνουν οικονομικά στην απόκτηση κύριας κατοικίας, γεγονός που δεν απέκρυψαν από την αντισυμβαλλόμενη τους καθ' ης η αίτηση. Μάλιστα, ενδεικτικό της έλλειψης του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο των αιτούντων είναι το γεγονός ότι αυτοί, συνέχισαν να εξυπηρετούν το δανεισμό τους μέχρι τους τελευταίους μήνες του έτους 2019, παρά τη σταδιακή μείωση του οικογενειακού εισοδήματος τους κατά ανωτέρω».

Την υπόθεση χειρίστηκε η Δικηγόρος Αθηνών, Γεωργία Γ. Χριστοδουλοπούλου.