Πτώχευση και Εξωδικαστικός Μηχανισμός
Μια συνοπτική πρακτική ματιά
Η πτώχευση φυσικού προσώπου, όπως ρυθμίζεται από τον Ν. 4738/2020, αποτελεί πλέον ένα πλήρες θεσμικό εργαλείο αντιμετώπισης της αφερεγγυότητας. Σε αντίθεση με το παρελθόν, η διαδικασία δεν έχει αποκλειστικά τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά ενσωματώνει τον πυρήνα της «δεύτερης ευκαιρίας».
Στην πράξη, η επιτυχία ή αποτυχία της πτώχευσης εξαρτάται λιγότερο από το νόμο και περισσότερο από τη στρατηγική που θα επιλεγεί εξαρχής.
Η πτώχευση φυσικού προσώπου προϋποθέτει:
- Πτωχευτική ικανότητα (κάθε φυσικό πρόσωπο με οικονομική δραστηριότητα ή και ιδιώτης)
- Παύση πληρωμών (μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρέτησης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων)
Η παύση πληρωμών κρίνεται ουσιαστικά και όχι τυπικά. Δεν αρκεί μία μεμονωμένη καθυστέρηση, αλλά απαιτείται συνολική εικόνα οικονομικής αδυναμίας.
Πρακτική επισήμανση: Η απόδειξη της παύσης πληρωμών είναι το πιο κρίσιμο σημείο της αίτησης.
Πριν την προσφυγή στην επιλογή της πτώχευσης και κατάθεσης αίτησης, πρέπει να αξιολογηθούν εναλλακτικές λύσεις, όπως ο Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών ή διμερείς ρυθμίσεις με servicers ή η Διαδικασία εξυγίανσης (σε περιπτώσεις επιχειρηματικής δραστηριότητας).
Η πρόωρη ή καθυστερημένη αίτηση μπορεί να είναι εξίσου επιζήμια.
Η διαδικασία περιλαμβάνει την κατάθεση ηλεκτρονικά στην Πλατφόρμα Μητρώου Φερεγγυότητας της αίτησης πτώχευσης από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο και πρέπει να περιλαμβάνονται σ ́ αυτήν α) Κατάσταση περιουσίας β) Κατάλογος πιστωτών γ) Οικονομικά στοιχεία.
Κατόπιν εξέτασης της αίτησης από το αρμόδιο δικαστήριο, διαπιστώνει την παύση πληρωμών, ορίζει σύνδικο και καθορίζει ημερομηνία παύσης πληρωμών.
Ο ρόλος του συνδίκου στην πτώχευση είναι η διαχείριση της περιουσίας, η έρευνα συναλλαγών και οι απαραίτητες ενέργειες για την ρευστοποίηση αυτής. Η εκποίηση της περιουσίας γίνεται με πλειστηριασμό, πώληση κινητών και ακινήτων. Οι πιστωτές δηλώνουν τις απαιτήσεις τους για συμμετοχή στη διανομή. Το προϊόν της ρευστοποίησης κατανέμεται σύμφωνα με τις νόμιμες προτεραιότητες.
Η απαλλαγή από τα χρέη αποτελεί τον πυρήνα της διαδικασίας. Οι χρόνοι απαλλαγής είναι:
- 1 έτος (σε απλές περιπτώσεις)
- έως 3 έτη σε πιο σύνθετες
Προϋποθέσεις για την απαλλαγή είναι η ειλικρινής δήλωση στοιχείων, η συνεργασία με τον σύνδικο και η μη δόλια συμπεριφορά.
Όσον αφορά την κύρια (πρώτη) κατοικία, δεν υπάρχει πλέον πλήρης προστασία όπως στο παρελθόν. Ωστόσο, υφίστανται μηχανισμοί επαναμίσθωσης και πιθανότητα επαναγοράς αυτής με τη πάροδο 12 ετών.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πτώχευση του οφειλέτη δεν απαλλάσσει αυτομάτως τον εγγυητή. Συνεπώς, οι πιστωτές μπορούν να στραφούν κατά λοιπών συν-οφειλετών/εγγυητών.
Ενέργειες πριν την πτώχευση που μπορεί να ακυρωθούν είναι οι λεγόμενες “καταδολιευτικές ενέργειες” όπως οι δωρεές, μεταβιβάσεις χωρίς αντάλλαγμα, πληρωμές επιλεκτικών πιστωτών.
Η διαδικασία της πτώχευσης ΔΕΝ ενδείκνυται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- Όταν υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα ρύθμισης
- Όταν υπάρχει σημαντική περιουσία προς διάσωση
- Όταν ο οφειλέτης επιθυμεί να διατηρήσει επιχειρηματικό έλεγχο
Η επιλογή μεταξύ πτώχευσης και εξωδικαστικού μηχανισμού αποτελεί στην πράξη το πιο κρίσιμο στρατηγικό δίλημμα. Οι βασικές διαφορές είναι:
Πτώχευση:
- Οδηγεί σε ρευστοποίηση περιουσίας
- Παρέχει πλήρη απαλλαγή από χρέη
- Έχει πιο «βαριά» νομική συνέπεια
- Συνήθως ταχύτερη οριστική λύση
Εξωδικαστικός μηχανισμός:
- Στόχος η ρύθμιση και όχι η διαγραφή
- Διατήρηση περιουσίας (υπό προϋποθέσεις)
- Μακροχρόνια αποπληρωμή (έως 20+ έτη)
- Εξάρτηση από συναίνεση πιστωτών (ή αλγοριθμικό αποτέλεσμα)
Η επιλογή του Εξωδικαστικού Μηχανισμού συμφέρει στις περιπτώσεις που υπάρχει σταθερό εισόδημα, ο οφειλέτης επιθυμεί να διατηρήσει ακίνητα και όταν το ύψος της οφειλής είναι διαχειρίσιμο με «κούρεμα» και ρύθμιση. Η ρύθμιση δηλαδή είναι “βιώσιμη”.
Αντιθέτως, η επιλογή της πτώχευσης συμφέρει όταν δεν υπάρχει πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής, οι οφειλές είναι δυσανάλογες του εισοδήματος, οι πιστωτές δεν συνεργάζονται και πλέον απαιτείται οριστική και σύντομη λύση.
Στην πράξη, η καλύτερη συμβουλή είναι πρώτα η διερεύνηση εξωδικαστικού μηχανισμού με παράλληλη προετοιμασία για πτώχευση και χρήση της πτώχευσης ως διαπραγματευτικό εργαλείο. Η απειλή πτώχευσης συχνά οδηγεί σε καλύτερες προτάσεις ρύθμισης.
Από τα παραπάνω θα πρέπει να κατανοηθεί ότι ο μεν εξωδικαστικός είναι εργαλείο διάσωσης η δε πτώχευση είναι εργαλείο απαλλαγής.
Η ορθή επιλογή είναι πάντα εξατομικευμένη και βασίζεται σε πλήρη νομικοοικονομική ανάλυση. Η πτώχευση φυσικού προσώπου αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο, το οποίο όμως απαιτεί εξειδικευμένη προσέγγιση. Δεν είναι απλώς μια διαδικασία διαγραφής χρεών, αλλά μια σύνθετη νομική και στρατηγική επιλογή. Η ορθή προετοιμασία και καθοδήγηση μπορεί να μετατρέψει την πτώχευση από «τελευταία λύση» σε πραγματική ευκαιρία επανεκκίνησης.