Smartphone στο Δικαστήριο, στη Βουλή και στον Δημόσιο Χώρο: Η Νομιμότητα της Ηχογράφησης και Βιντεοσκόπησης Φυσικών Προσώπων

Ένα Ερώτημα με Πολλαπλές Νομικές Διαστάσεις

smartphone-sto-dikasterio-ste-boule-kai-ston-demosio-khoro-e-nomimoteta-tes-ekhographeses-kai-binteoskopeses-phusikon-prosopon

Η διάδοση των smartphones έχει καταστήσει εξαιρετικά εύκολη τη λήψη εικόνας και ήχου φυσικών προσώπων σε δημόσια προσβάσιμους χώρους. Η ευχέρεια αυτή, ιδίως όταν ακολουθείται από αποθήκευση, διαβίβαση ή ανάρτηση του υλικού, εγείρει σύνθετα ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, ιδιωτικής ζωής, απορρήτου επικοινωνιών και ελευθερίας πληροφόρησης.

Το ζήτημα αναδεικνύει τη στάθμιση μεταξύ Συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όπως της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων[1], του απορρήτου των επικοινωνιών[2], της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης[3] και της αρχής της δημοσιότητας της κοινοβουλευτικής[4] και δικαστικής λειτουργίας[5].

Το παρόν άρθρο εξετάζει τη νομιμότητα καταγραφής φυσικών προσώπων μέσω smartphone σε τρεις βασικές κατηγορίες χώρων: τους χώρους της Βουλής, τους χώρους των δικαστηρίων και εν γένει τους δημόσιους χώρους, υπό το φως του ελληνικού, του ενωσιακού και του ευρωπαϊκού δικαίου.

1. Το Ισχύον Νομικό Πλαίσιο: Τα Θεμέλια της Ανάλυσης

1.1. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 - Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ)

Η βιντεοσκόπηση ή φωτογράφηση φυσικών προσώπων δεν είναι απλή αποτύπωση εικόνας, αλλά συνιστά κατ’ αρχήν επεξεργασία προσωπικών δεδομένων υπό την έννοια του ΓΚΠΔ, εφόσον τα εικονιζόμενα πρόσωπα είναι ταυτοποιημένα ή ταυτοποιήσιμα. Ο ΓΚΠΔ εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης[6]. Εξαιρούνται μόνον αμιγώς προσωπικές ή οικιακές δραστηριότητες, η εξαίρεση όμως αυτή ερμηνεύεται στενά και δεν πρέπει να ταυτίζεται άκριτα με κάθε ανάρτηση υλικού σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

1.2. Η Ποινική Διάσταση

Ο Ποινικός Κώδικας θέτει σαφές προστατευτικό πλαίσιο για τη μη εξουσιοδοτημένη καταγραφή ιδιωτικών επικοινωνιών και μη δημόσιων πράξεων. Ειδικότερα, το άρθρο 370Α ΠΚ τιμωρεί, μεταξύ άλλων, την αθέμιτη αποτύπωση σε υλικό φορέα μη δημόσιας προφορικής συνομιλίας μεταξύ τρίτων ή μη δημόσιας πράξης άλλου, καθώς και την αποτύπωση της συνομιλίας του δράστη με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου. Η διάταξη αυτή εντάσσεται στο ευρύτερο συνταγματικό πλαίσιο προστασίας της ιδιωτικής ζωής, του απορρήτου των επικοινωνιών και της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης[7]. Επιπλέον, το άρθρο 168Α ΠΚ τιμωρεί τη σοβαρή διατάραξη δικαστικών συνεδριάσεων· συνεπώς, μη εξουσιοδοτημένη καταγραφή εντός ακροατηρίου, εφόσον συνδέεται με ουσιώδη διατάραξη της συνεδρίασης, μπορεί να ενεργοποιήσει και τη διάταξη αυτή. Παράλληλα, το άρθρο 38 του ν. 4624/2019 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για ειδικές περιπτώσεις παράνομης επεξεργασίας, διαβίβασης ή καθιστάμενης προσιτής κοινολόγησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς δικαίωμα.

1.3. Το Δικαίωμα στην Εικόνα ως Έκφανση της Προσωπικότητας

Η εικόνα κάθε ανθρώπου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητάς του, όπως δέχεται παγίως και η νομολογία του Αρείου Πάγου[8]. Η αποτύπωση της εικόνας προσώπου από άλλον, με φωτογράφηση ή με άλλον τρόπο, καθώς και η δημόσια προβολή της χωρίς συναίνεση του εικονιζόμενου, συνιστά, κατ’ αρχήν, παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, δηλαδή του δικαιώματος επί της ιδίας εικόνας, χωρίς να απαιτείται συγχρόνως προσβολή άλλου επιμέρους αγαθού της προσωπικότητας. Αυτή η αρχή θεμελιώνεται στη συνδυαστική εφαρμογή των άρθρων 57 και 59 ΑΚ σε συνάρτηση με τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 9Α του Συντάγματος.

2. Βιντεοσκόπηση στους Χώρους της Βουλής: Η Αρχή της Δημοκρατικής Δημοσιότητας και τα Όριά της

2.1. Η Συνταγματική Βάση της Δημοσιότητας των Κοινοβουλευτικών Εργασιών

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει την αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής[9]. Οι εργασίες του ελληνικού Κοινοβουλίου μεταδίδονται από το κανάλι της βουλής και αρχειοθετούνται·από αυτό. Παράλληλα, οι πολίτες έχουν πρόσβαση στα πρακτικά. Στο πλαίσιο αυτό, η βιντεοσκόπηση βουλευτών κατά τη διάρκεια συνεδριάσεων, την οποία πραγματοποιεί το ίδιο το θεσμικό όργανο, έχει σαφή νόμιμη βάση.

2.2. Η Βιντεοσκόπηση από Επισκέπτες, Δημοσιογράφους (ή και άλλους βουλευτές)

Ο Κανονισμός της Βουλής (εφεξής «Κανονισμός») κατοχυρώνει τη δημοσιότητα των συνεδριάσεων, αλλά ταυτόχρονα υπάγει την πρόσβαση, την παραμονή, τη χρήση των χώρων και την τήρηση της τάξης στην εξουσία του Προέδρου της Βουλής. Ειδικότερα, ο Πρόεδρος της Βουλής έχει όλες τις εξουσίες για τη διεύθυνση των συνεδριάσεων της Βουλής και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης διεξαγωγής των εργασιών της[10], ενώ αποφασίζει για τη διάθεση και χρήση των χώρων της Βουλής και μεριμνά για την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της Βουλής και των χώρων της, στο όνομα της οποίας μπορεί να ασκεί και αστυνομική εξουσία[11]. Στο πλαίσιο αυτό, τα άρθρα 56, 57 και 58 του Κανονισμού ρυθμίζουν αντιστοίχως τη δημοσιότητα των συνεδριάσεων και τις υποχρεώσεις των ακροατών, τη δυνατότητα μυστικής συνεδρίασης, καθώς και ποιοι δικαιούνται συμμετοχής ή παράστασης. Κατά συνέπεια, από την αρχή της δημοσιότητας δεν συνάγεται γενικό δικαίωμα ελεύθερης ιδιωτικής βιντεοσκόπησης εντός των κοινοβουλευτικών χώρων, αντιθέτως, κάθε τέτοια δραστηριότητα τελεί υπό την έγκριση του Προέδρου, ο οποίος δύναται να την απαγορεύσει ή να την περιορίσει κατά την κρίση του για λόγους τάξης, ασφάλειας ή απρόσκοπτης λειτουργίας του Κοινοβουλίου.

2.3. Τα Όρια: Δημόσιοι Λειτουργοί και Ιδιωτικός Βίος

Κεντρικής σημασίας είναι η διάκριση μεταξύ δημόσιας λειτουργίας και ιδιωτικής ζωής των βουλευτών. Τα δεδομένα που αφορούν στην άσκηση της βουλευτικής εντολής (π.χ. ψηφοφορίες, δηλώσεις στο βήμα) είναι κατ’ αρχήν δημόσια. Αντίθετα, στιγμές της ιδιωτικής συμπεριφοράς βουλευτών εντός των κοινοβουλευτικών χώρων (π.χ. ιδιωτικές συνομιλίες στους διαδρόμους), δεν υπόκεινται σε ελεύθερη καταγραφή.

3. Βιντεοσκόπηση στους Χώρους των Δικαστηρίων: Η Αρχή της Δικαστικής Ανεξαρτησίας και η Δημοσιότητα της Δίκης

3.1. Η Αρχή της Δημοσιότητας της Δίκης

Το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη «ενώπιον δημόσιας ακρόασης». Αντίστοιχα, τα άρθρα 93 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος ορίζουν ότι οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να εκδίδονται και να δημοσιεύονται δημόσια. Στο επίπεδο του κοινού ποινικού δικονομικού δικαίου, το άρθρο 329 ΚΠΔ κατοχυρώνει ρητά την αρχή της δημοσιότητας ως θεμελιώδη αρχή της κύριας ακροαματικής διαδικασίας[12]. Η αρχή αυτή, όμως, δεν είναι απόλυτη: το άρθρο 330 ΚΠΔ προβλέπει ρητά τη δυνατότητα συζήτησης «κεκλεισμένων των θυρών»[13], ιδίως όταν η δημοσιότητα είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή όταν συντρέχουν λόγοι προστασίας του ιδιωτικού ή οικογενειακού βίου των διαδίκων. Περαιτέρω, τα δικαστήρια ανηλίκων συνεδριάζουν κεκλεισμένων των θυρών. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρχή της δημοσιότητας περιορίζεται ή αίρεται κατά το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο, γεγονός που αποκλείει, κατά μείζονα λόγο, οποιαδήποτε ιδιωτική καταγραφή από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Σε κάθε περίπτωση, η αρχή της δημοσιότητας αφορά στην ακρόαση της δίκης και στη δημοσίευση των αποφάσεων και δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως δικαίωμα ελεύθερης βιντεοσκόπησης εντός της αίθουσας ακροατηρίου από επισκέπτες ή διαδίκους.

3.2. Η Απαγόρευση Βιντεοσκόπησης στα Δικαστήρια

Η παρ. 1 του άρθρου 8 του 3090/2002, όπως τροποποιήθηκε το 2024 και ισχύει, προβλέπει ότι κατ’ αρχήν απαγορεύεται η «ολική ή μερική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, ιδίως μέσω της τηλεόρασης, ραδιοφώνου, διαδικτύου και γενικά οποιουδήποτε τεχνολογικού μέσου, καθώς και η κινηματογράφηση, μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση και αποτύπωση της δίκης σε γραπτό κείμενο μέσω ειδικού λογισμικού που μετατρέπει τον προφορικό λόγο σε γραπτό, ενώπιον ποινικού, αστικού ή διοικητικού δικαστηρίου». Κατ’ εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.

Κατά κανόνα, η βιντεοσκόπηση εντός αίθουσας δικαστηρίου απαγορεύεται χωρίς ειδική άδεια. Η απαγόρευση αυτή απορρέει από το ν. 3090/2002, άρθρο 8, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 31 Ν. 5119/2024, ο οποίος αποτελεί την κεντρική ειδική ρύθμιση για την απαγόρευση καταγραφής σε δικαστήρια. Η διάταξη απαγορεύει ρητά κάθε ολική ή μερική μετάδοση, κινηματογράφηση, μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση ή ψηφιακή αποτύπωση της δίκης ενώπιον ποινικού, αστικού ή διοικητικού δικαστηρίου, ανεξαρτήτως τεχνολογικού μέσου -άρα και μέσω smartphone. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η καταγραφή μόνον εφόσον το δικαστήριο τη διατάξει και συντρέχουν σωρευτικά: α) συναίνεση εισαγγελέα, β) συναίνεση διαδίκων και γ) ουσιώδες δημόσιο συμφέρον. Η παράβαση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 20.000 έως 200.000 ευρώ. Επιπλέον, η παρ. 2 του ίδιου άρθρου επεκτείνει την απαγόρευση και στη φωτογράφηση ή βιντεοσκόπηση προσώπων που οδηγούνται ενώπιον δικαστικών, εισαγγελικών ή αστυνομικών αρχών, καλύπτοντας έτσι και χώρους εκτός της αίθουσας ακροατηρίου.

Στο ανωτέρω εντάσσεται και η δημοσιογραφική κάλυψη μιας δίκης. Ενώ κατ’ αρχήν επιτρέπεται η παρουσία δημοσιογράφων στο πλαίσιο μιας δίκης, η ηχογράφηση ή βιντεοσκόπηση ακροαματικής διαδικασίας κατ’ αρχήν απαγορεύεται.

4. Βιντεοσκόπηση στον Δημόσιο Χώρο: Ελευθερία Έκφρασης, Προστασία Δεδομένων και τα Όριά τους

4.1. Η Έννοια του «Δημόσιου Χώρου» και η Νομική Σημασία της

Για τις ανάγκες του παρόντος, ως δημόσιος ή δημόσια προσβάσιμος χώρος μπορεί να νοηθεί κάθε χώρος στον οποίο έχει πρόσβαση αόριστος αριθμός προσώπων. Ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, όπως εκείνες για την επιτήρηση δημόσιων χώρων[14], παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις για την έννοια αυτή, χωρίς όμως να λειτουργούν πάντοτε ως γενικός και ενιαίος ορισμός για κάθε περίπτωση καταγραφής με smartphone.

4.2. Η Γενική Αρχή: Δεν Υπάρχει Αυτόματη Άδεια στον Δημόσιο Χώρο

Παρά τη διαδεδομένη αντίληψη ότι «ό,τι συμβαίνει δημοσίως μπορεί ελεύθερα να καταγραφεί», η νομική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η ΑΠΔΠΧ επισημαίνει ότι η χρήση smartphone δεν εμπίπτει στην κατηγορία των τυπικών «συστημάτων βιντεοεπιτήρησης», αλλά εφόσον ένα σύστημα καταγραφής λαμβάνει εικόνα από πρόσωπα (ανεξάρτητα αν το σύστημα είναι σε μόνιμη λειτουργία ή όχι), τότε κατ’ αρχήν συντελείται επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Σημειώνεται ιδιαίτερα ότι ακόμα και η απλή λήψη εικόνας, χωρίς καταγραφή βίντεο, συνιστά επίσης επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Κατά συνέπεια, η λήψη εικόνας φυσικών προσώπων σε δημόσιο χώρο με smartphone ενεργοποιεί τις διατάξεις του ΓΚΠΔ και του ν. 4624/2019, εφόσον δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο της οικιακής εξαίρεσης.

4.3. Νόμιμες Βάσεις Επεξεργασίας: Πότε Η Βιντεοσκόπηση Είναι Επιτρεπτή;

Η επεξεργασία εικόνας φυσικών προσώπων στον δημόσιο χώρο μπορεί να νομιμοποιηθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις:

α) Συγκατάθεση[15]: Απαιτείται ελεύθερη, ειδική, ρητή, ενημερωμένη, αποδεικτέα και ανακλήσιμη συγκατάθεση των εικονιζόμενων προσώπων. Η συγκατάθεση δεν παρέχεται ελεύθερα στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο καταναγκασμού, πίεσης ή αδυναμίας άσκησης της ελεύθερης βούλησης[16].

β) Έννομο Συμφέρον[17]: Η νόμιμη αυτή βάση αφορά την επεξεργασία που είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εφόσον δεν υπερισχύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων. Για έναν ιδιώτη που βιντεοσκοπεί με την χρήση smartphone, η επίκληση του άρθρου 6 παρ. 1 στοιχ. στ’ είναι θεωρητικά δυνατή και σε κάθε περίπτωση πρέπει να πληροί τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις: Πρώτον, ύπαρξη νόμιμου, σαφώς διατυπωμένου και ενεργού έννομου συμφέροντος, δεύτερον, να προκύπτει η αναγκαιότητα της επεξεργασίας για την επίτευξη του συμφέροντος αυτού·και τρίτον, να μην υπερισχύουν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των φυσικών προσώπων έναντι του εν λόγω συμφέροντος[18]. Στην πράξη, οι προϋποθέσεις αυτές, είναι ιδιαίτερα αυστηρές για έναν ιδιώτη με smartphone, καθώς η «εύλογη προσδοκία» του εικονιζόμενου προσώπου ότι δεν θα καταγραφεί υπερισχύει κατά κανόνα οποιουδήποτε ιδιωτικού συμφέροντος καταγραφής.

γ) Ελευθερία Έκφρασης και Ενημέρωσης[19]: Το άρθρο 85 ΓΚΠΔ επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του ΓΚΠΔ για επεξεργασία που πραγματοποιείται για δημοσιογραφικούς σκοπούς ή για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, εφόσον αυτές είναι αναγκαίες για να εξισορροπηθεί το δικαίωμα στην προστασία δεδομένων με την ελευθερία έκφρασης. Το ελληνικό δίκαιο υιοθέτησε αυτή τη δυνατότητα μέσω του άρθρου 28 Ν. 4624/2019, όπως ισχύει. Η καταγραφή γεγονότων δημοσίου ενδιαφέροντος, η βιντεοσκόπηση εκδηλώσεων, διαδηλώσεων ή δηλώσεων δημόσιων προσώπων εντός δημόσιου χώρου είναι κατ’ αρχήν νόμιμη, εφόσον εξυπηρετεί αποδεδειγμένο σκοπό δημόσιου ενδιαφέροντος. Ωστόσο, η εξαίρεση αυτή δεν είναι γενική·υπόκειται σε τρεις κρίσιμες επιφυλάξεις:

Πρώτον, η εξαίρεση δεν ισχύει αυτοδικαίως για κάθε ιδιώτη που βιντεοσκοπεί με smartphone. Απαιτείται ο εκάστοτε σκοπός να είναι γνήσιος, αποδεδειγμένος και αναλογικός, κριτήρια που δύσκολα πληρούνται.

Δεύτερον, η εξαίρεση δεν αποκλείει εξ ορισμού την επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1, η επεξεργασία ειδικών κατηγοριών (π.χ. πολιτικές απόψεις, θρησκευτική ταυτότητα, φυλετικά χαρακτηριστικά) απαγορεύεται κατ’ αρχήν, εκτός εάν συντρέχει μία εκ των εξαιρέσεων της παρ. 2 του ίδιου άρθρου. Στην πράξη, η βιντεοσκόπηση διαδηλώσεων αποτυπώνει αναπόφευκτα τέτοια δεδομένα, γεγονός που απαιτεί αυξημένη δικαιολόγηση και όχι απλή επίκληση της δημοσιογραφικής εξαίρεσης.

Τρίτον, και σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση πρέπει να είναι αναγκαία για να εξισορροπηθεί το δικαίωμα στην προστασία δεδομένων με την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης βάσει του άρθρου 85 παρ. 2 ΓΚΠΔ, γεγονός που επιβάλλει έλεγχο αναλογικότητας σε κάθε περίπτωση.

4.4. Η Κρίσιμη Διάκριση: Δημόσια Πρόσωπα vs. Ιδιώτες

Το ευρωπαϊκό δίκαιο και η εθνική νομολογία αναγνωρίζουν μειωμένη προστασία εικόνας για τα δημόσια πρόσωπα ως προς την άσκηση των δημοσίων καθηκόντων τους. Ωστόσο, ακόμη και για αυτά, η βιντεοσκόπηση πρέπει να σχετίζεται με την άσκηση της δημόσιας δραστηριότητάς τους. Αντίθετα, ένας ο ιδιώτης απολαμβάνει ισχυρής προστασίας της εικόνας και της ιδιωτικής του σφαίρας ακόμη και εντός δημόσιου χώρου. Όπως το ΕΣΠΔ υποστηρίζει, τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων περιλαμβάνουν το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και στην ιδιωτικότητα, αλλά και άλλα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, όπως το δικαίωμα στην ελευθερία και στην ασφάλεια, την ελευθερία έκφρασης και ενημέρωσης, οι οποίες μπορεί να επηρεαστούν από την επεξεργασία, άμεσα ή έμμεσα[20].

4.5. Ο Ρόλος της ΑΠΔΠΧ: Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

Η ΑΠΔΠΧ αποτελεί την κεντρική ανεξάρτητη αρχή εποπτείας της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων στην Ελλάδα. Η ίδια είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη Αρχή και έχει ως αποστολή της την εποπτεία της εφαρμογής του ΓΚΠΔ, του Ν. 4624/2019 και κάθε άλλης ρύθμισης που αφορά την προστασία του ατόμου έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Στη βάση αυτή, η ΑΠΔΠΧ είναι αρμόδια να αξιολογήσει τυχόν καταγγελίες οι οποίες μπορεί να αφορούν την παράνομη συλλογή και περαιτέρω επεξεργασία δεδομένων φυσικών προσώπων με τη χρήση smartphone σε δημόσιους χώρους.

5. Η Διάσταση της ΕΣΔΑ: Η Ισορροπία μεταξύ Άρθρων 8 και 10

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής «ΕΔΔΑ») έχει διαμορφώσει σταθερή νομολογία περί της ισορροπίας μεταξύ ιδιωτικής ζωής[21] και ελευθερίας έκφρασης[22], η οποία είναι άμεσα εφαρμόσιμη στο ζήτημα της βιντεοσκόπησης φυσικών προσώπων.

Σημείο εκκίνησης αποτελεί η απόφαση «Peck κατά Η.Β.», στην οποία το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η δημοσιοποίηση πλάνων CCTV από δημόσιο χώρο — χωρίς τη συγκατάθεση του εικονιζόμενου, συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ, ακόμη και αν η καταγραφή έγινε σε δημόσια οδό. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι «η αποκάλυψη ήταν τόσης έκτασης που υπερέβαινε οποιαδήποτε έκθεση σε τυχαίο περαστικό», θέτοντας έτσι την αρχή ότι η παρουσία σε δημόσιο χώρο δεν αναιρεί per se την προστασία του άρθρου 8 ΕΣΔΑ.

Μείζονος σημασίας είναι επίσης η απόφαση «Von Hannover κατά Γερμανίας», στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η δημοσίευση παπαράτσι φωτογραφιών δημόσιου προσώπου σε δημόσιους χώρους συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ. Το «αποφασιστικό κριτήριο» για την εξισορρόπηση έγκειται στη «συμβολή που παρέχουν οι φωτογραφίες και τα άρθρα σε μια συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος», επισημαίνοντας ότι ακόμη και τα «δημόσια πρόσωπα» διατηρούν «εύλογη προσδοκία» προστασίας της ιδιωτικής ζωής τους.

Τα κριτήρια αυτά κωδικοποιήθηκαν συστηματικά από τις αποφάσεις «Von Hannover κατά Γερμανίας (ν. 2)» και «Axel Springer AG εναντίων Γερμανίας», οι οποίες καθιέρωσαν έξι σωρευτικά κριτήρια στάθμισης μεταξύ άρθρων 8 και 10 ΕΣΔΑ:

α. η συμβολή σε συζήτηση γενικού δημοσίου ενδιαφέροντος,

β. η αναγνωρισιμότητα του εικονιζόμενου προσώπου και ο χαρακτήρας του,

γ. η προηγούμενη συμπεριφορά του προσώπου έναντι των ΜΜΕ,

δ. ο τρόπος λήψης του υλικού και η αλήθεια του περιεχομένου,

ε. το περιεχόμενο, η μορφή και οι συνέπειες της δημοσίευσης·και

στ. η σοβαρότητα της επιβληθείσας κύρωσης.

Το ΕΔΔΑ δήλωσε ρητά ότι τα δύο δικαιώματα απολαύουν «ίσου σεβασμού» και ότι απαιτείται «δίκαιη ισορροπία» μεταξύ τους.

Βάσει της ως άνω νομολογίας προκύπτει ότι θα πρέπει να σταθμίζεται:

α. ο σκοπός της καταγραφής - ενημέρωσης γεγονότων δημοσίου ενδιαφέροντος έναντι ιδιωτικής χρήσης ή στόχευσης,

β. η φύση του εικονιζόμενου προσώπου - δημοσίου προσώπου κατά την άσκηση των καθηκόντων του έναντι ιδιώτη,

γ. ο τόπος και ο τρόπος λήψης, η έκταση της μετέπειτα διάδοσης και

δ. η αναλογικότητα της τυχόν επιβολής κύρωσης.

Συνεπώς, γίνεται ξεκάθαρο πως ακόμη και σε δημόσιο χώρο, η καταγραφή μπορεί να προσβάλλει το άρθρο 8 ΕΣΔΑ αν δεν υπηρετεί συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου ενδιαφέροντος.

6. Πρακτικά Συμπεράσματα

Η ανάλυση του νομικού πλαισίου καταλήγει σε έξι πρακτικά συμπεράσματα που αποτελούν οδηγό για κάθε πολίτη, δημοσιογράφο ή νομικό επαγγελματία:

  1. Η λήψη εικόνας ≠ Ελεύθερη επεξεργασία: Η απλή φωτογράφηση ή βιντεοσκόπηση που ακολουθείται από αποθήκευση, κοινολόγηση ή ανάρτηση συνιστά «επεξεργασία δεδομένων» υπό τον ΓΚΠΔ, ανεξαρτήτως χώρου.
  2. Ο χώρος δεν αναιρεί την ιδιωτικότητα: Η παρουσία σε δημόσιο χώρο δεν συνεπάγεται άρση των δικαιωμάτων ιδιωτικής ζωής και εικόνας. Η συναίνεση δεν τεκμαίρεται από τη φυσική παρουσία σε δημόσιο χώρο.
  3. Η καταγραφή εντός δικαστηρίων απαγορεύεται ρητά: Η βιντεοσκόπηση εντός αίθουσας χωρίς άδεια μπορεί να στοιχειοθετήσει ποινικά αδικήματα (άρθρο 370Α ΠΚ, άρθρο 38 Ν. 4624/2019) και το υλικό αυτό κατ’ αρχήν δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο.
  4. Η καταγραφή εντός της Βουλής δεν είναι ελεύθερη: Η δημοσιότητα των κοινοβουλευτικών εργασιών οργανώνεται θεσμικά, υπό τον έλεγχο του Προέδρου της Βουλής, και από αυτήν δεν συνάγεται γενικό δικαίωμα ιδιωτικής βιντεοσκόπησης από επισκέπτες ή λοιπούς παρισταμένους.
  5. Ο σκοπός καθορίζει τη νομιμότητα. Η δημοσιογραφική κάλυψη γεγονότων δημοσίου ενδιαφέροντος μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να δικαιολογήσει τη βιντεοσκόπηση δημόσιων προσώπων κατά την άσκηση των δημόσιων καθηκόντων τους. Αντίθετα, η κρυφή καταγραφή ιδιωτικών συνομιλιών ή ιδιωτικών στιγμών παραμένει, κατ’ αρχήν, απαγορευμένη.
  6. Η αναλογικότητα είναι κλειδί. Κάθε επεξεργασία εικόνας πρέπει να είναι αναγκαία, κατάλληλη και ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 5 ΓΚΠΔ.
  7. Εργαλεία προστασίας. Η καταγραφή φυσικών προσώπων χωρίς νόμιμη βάση μπορεί να συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, για την οποία χωρεί καταγγελία ενώπιον της ΑΠΔΠΧ. Ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί επίσης να στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα βάσει του άρθρου 370Α ΠΚ, του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 ή (σε περιπτώσεις δικαστηρίων) της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 3090/2002, όπως ισχύει καθώς και του άρθρου 168ΠΚ, αν θεωρηθεί αν θεωρηθεί ουσιώδης διατάραξη ακροαματικής διαδικασίας. Παράλληλα, μπορεί να θεμελιώσει αξίωση άρσης της προσβολής, παράλειψής της στο μέλλον και, κατά περίπτωση, αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα άρθρα 57, 59 και 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 ΓΚΠΔ.

[1] άρθρα 9 Σ και 9Α Σ αντίστοιχα

[2] άρθρο 19 Σ

[3] άρθρο 14 Σ

[4] άρθρο 66 Σ

[5] άρθρο 93 παρ. 2 Σ

[6] ΓΚΠΔ, άρθρο 2 παρ. 1

[7] ΑΠ 1136/2024

[8] ΑΠ 1735/2009

[9] άρθρο 66 Σ

[10] άρθρο 11 παρ. 3 Κανονισμού

[11] άρθρο 11 παρ. 4–5 Κανονισμού

[12] 329 ΚΠΔ

[13] 330 ΚΠΔ

[14] Άρθρο 14 παρ. 3, ν.3917/2011,

[15] Άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. α' ΓΚΠΔ

[16] ΕΣΠΔ, Κατευθυντήριες Γραμμές 05/2020 σχετικά με τη συγκατάθεση βάσει του κανονισμού 2016/679, έκδ. 1.1., 4/5/2020, παρ. 24, σελ. 11

[17] Άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ. στ' ΓΚΠΔ

[18] ΕΣΠΔ, Κατευθυντήριες Γραμμές 01/2024 σχετικά με τη επεξεργασία δεδομένων δυνάμει του άρθρου 6 παρ. 1 στοιχ. στ’, έκδ. 1.0., 8/10/2024, παρ. 6, σελ. 5

[19] Άρθρο 85 ΓΚΠΔ & άρθρο 28 Ν. 4624/2019

[20] ΕΣΠΔ, Κατευθυντήριες Γραμμές 01/2024 σχετικά με τη επεξεργασία δεδομένων δυνάμει του άρθρου 6 παρ. 1 στοιχ. στ’, έκδ. 1.0., 8/10/2024, παρ. 37, σελ. 13

[21] Άρθρο 8 ΕΣΔΑ

[22] Άρθρο 10 ΕΣΔΑ