To διοικητικό μέτρο της διαθεσιμότητας των αστυνομικών

Οι μισθολογικές συνέπειες που άπτονται της θέσης των αστυνομικών σε κατάσταση διαθεσιμότητας

to-dioiketiko-metro-tes-diathesimotetas-ton-astunomikon

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του π.δ/τος 120/2008, συνάγεται ότι η θέση αστυνομικού υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα δεν συνιστά κύρωση, αλλά διοικητικής φύσεως μέτρο προσωρινού χαρακτήρα, το οποίο επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενους στην απρόσκοπτη και αδιάβλητη διενέργεια και ολοκλήρωση της σχετικής πειθαρχικής και ποινικής διαδικασίας, στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την Ελληνική Αστυνομία και στη νομιμότητα της δράσης της, καθώς και στη διασφάλιση του κύρους της τελευταίας, μέσω της αποτροπής διατύπωσης δυσμενών σχολίων εις βάρος των υπηρεσιών της [βλ. Δ.Εφ.Αθ. (Ακυρ. εν συμβουλίω) 424/2015, Δ.Εφ.Θεσ. (Ακυρ.) 13/2014].

Η διαθεσιμότητα επιφέρει στον αστυνομικό υπάλληλο μισθολογικές συνέπειες, δεδομένου ότι στο άρθρο 36 του ν. 1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημοσίας Τάξης» (ΦΕΚ Α' 152) ορίζονται τα εξής: «1. [ ... ] . 2. Οι αποδοχές του αστυνομικού προσωπικού υπόκεινται στις παραπάνω κρατήσεις και μειώσεις: α. [ ... ] θ. Λόγω διαθεσιμότητας εκτός εκείνης για λόγους υγείας 10% του συνόλου των αποδοχών του ανάλογου χρόνου. [ ... ] . 3. [ ... ]».

Η άσκηση ποινικής δίωξης για πραγματικά περιστατικά υπαγόμενα στην έννοια του πειθαρχικού παραπτώματος δεν αποτελεί προϋπόθεση για την επιβολή πειθαρχικής ποινής (ΣτΕ 2503/2015, 3366/2007, 3902/1989). Εξάλλου, δεν απαιτείται να προηγηθεί καταδίκη με απόφαση ποινικού δικαστηρίου του πειθαρχικώς διωκόμενου, προκειμένου να επιβληθεί πειθαρχική ποινή (ΣτΕ 2166/2011, ΣτΕ 110/2012). Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη δίκη, κυρίως, όμως, από την ποινική δίκη. Περαιτέρω, όταν σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα διαπιστώνεται ρητώς η ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών, που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος, αυτά γίνονται δεκτά στην πειθαρχική δίκη, όπως στην ποινική απόφαση ή στο αμετάκλητο βούλευμα (ΣτΕ 2593/2013, 415, 2693, 4311/2012 κ.ά.). Τα πειθαρχικά όργανα δεν έχουν την εξουσία, ούτε να αμφισβητήσουν την ποινική αθώωση του πειθαρχικώς διωκομένου, ούτε να χρησιμοποιήσουν διατυπώσεις που υποδηλώνουν ότι τίθεται υπό αμφισβήτηση η αθώωσή του από το ποινικό δικαστήριο (ΟλΣτΕ 4662/2012).

Συναφώς, οι ως άνω μισθολογικές περικοπές αίρονται, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 15 του π.δ/τος 120/2008, σε περίπτωση που, μετά τη θέση αστυνομικού υπαλλήλου σε κατάσταση διαθεσιμότητας λόγω, μεταξύ άλλων, διενέργειας, σε βάρος του, «Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης»(«Ε.Δ.Ε.») για πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο απειλείται ανώτερη πειθαρχική ποινή, όπως αυτή της απόταξης, αποφασισθεί, τελικώς, από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα η μη επιβολή, σε βάρος του, οποιασδήποτε ποινής ή επιβολή κατώτερης πειθαρχικής ποινής, η υπηρεσιακή του σχέση με το Ελληνικό Δημόσιο ενεργοποιείται, εκ του νόμου, αναδρομικά, ως προς όλες τις συνέπειές της· από την αναδρομική, δε, ενεργοποίηση της σχέσης αυτής απορρέει και η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αστυνομικό υπάλληλο πλήρεις αναδρομικές αποδοχές για το χρονικό διάστημα της απομάκρυνσής του από την ενεργό υπηρεσία (βλ. Δ.Εφ.Αθ. 459/2019, 2000/2015). Στις αποδοχές αυτές περιλαμβάνονται, εξάλλου, και τα πάσης φύσεως και οιασδήποτε μορφής επιδόματα, τα οποία καταβάλλονται στους εν ενεργεία αστυνομικούς υπαλλήλους, έστω και αν τα επιδόματα αυτά συναρτώνται, είτε σύμφωνα με το νόμο είτε λόγω της φύσης τους, προς την ενεργό υπηρεσία, εφόσον, πάντως, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται παγίως και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στους εν ενεργεία αστυνομικούς υπαλλήλους της ίδιας κατηγορίας με τον θιγόμενο (πρβλ. Σ.τ.Ε. 103/2021 7μ., 3258/2015, 4387, 1147, 206/2014, 2531/2007 7μ., 1553/2006 7μ.).

Αδιαμφισβήτητα, τα επιδόματα ιδιαίτερων συνθηκών εργασίας και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας, πλέον ειδικής αποζημίωσης για νυκτερινή απασχόληση, καταβάλλονται σε μηνιαία βάση στους δικαιούχους αστυνομικούς υπαλλήλους, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών εργασίας τους. Επομένως, εφόσον τα επιδόματα αυτά καταβάλλονταν παγίως και κατά τακτά χρονικά διαστήματα, αποτελούσαν μέρος των αποδοχών των εν ενεργεία αστυνομικών υπαλλήλων, που για ορισμένο χρονικό διάστημα τέθηκαν σε διαθεσιμότητα (πρβλ. ΣτΕ 3258, 2462, 1619/2015, 4237 - 4242/2014, 3606/2009 κ.ά.). Επίσης, η, κατά τα ανωτέρω, προβλεπόμενη ειδική αποζημίωση των μελών της «Ελληνικής Αστυνομίας» για κάθε επιπλέον του πενθημέρου ανά εβδομάδα ημέρα εργασίας, αποτελεί περιοδική παροχή, που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καταβάλλεται παγίως και ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε όσους τελούν εν ενεργεία (πρβλ. ΣτΕ 206/2014, 3713/2010, 3606/2009). Νομολογιακά γίνεται δεκτό, ότι το ανωτέρω επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας και η ειδική αποζημίωση προς απασχόληση πέραν του πενθημέρου, καταβαλλόμενα παγίως, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο εν ενεργεία αστυνομικό προσωπικό και μη συνδεόμενα με την πραγματοποίηση των αντίστοιχων δαπανών, αποτελούν μέρος του συνόλου των τακτικών αποδοχών του, αφού θα τα λαμβάνονταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε τεθεί ζήτημα διαθεσιμότητας (Δ.Εφ.Αθ. 831/2025, 581/2024, Δ.Πρ.Αθ. 10850/2024, ΣτΕ 4387/2014, 206/2014, 3713/2010, 3606/2009, 920/2009). Στην πράξη αυτά τα ποσά αναζητούνται από τους αστυνομικούς δικαστικώς, ενώ οι περικοπές 10% επί των τακτικών μηνιαίων αποδοχών επιστρέφονται με την υποβολή απλής αίτησης προς την Υπηρεσία.

Οι σχετικές αξιώσεις παραγράφονται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή τους. Αναλυτικότερα, στο άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης (πρβλ. ΑΕΔ 32/2008 και 1/2012).