Διαφήμιση

Ακύρωση διαιτητικής απόφασης λόγω υπέρβασης εξουσίας (ΤρΕφΛαρίσης 139/2025)

Παρά την επιλογή από τα μέρη ως συμφωνηθείσα διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, το διαιτητικό δικαστήριο έπρεπε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση και όχι να αρκεστεί σε πιθανολόγηση

akurose-diaitetikes-apophases-logo-uperbases-exousias-trephlarises-1392025

Με απόφαση του Τριμελούς Εφετείου έγινε δεκτή αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, λόγω υπέρβασης εξουσίας (ΤρΕφΛαρίσης 139/2025).

Το δικαστήριο έκρινε ότι, παρά την επιλογή από τα μέρη ως συμφωνηθείσα διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, το διαιτητικό δικαστήριο έπρεπε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση και όχι να αρκεστεί σε πιθανολόγηση.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, κατά το άρθρο 886 παρ. 1 ΚΠολΔ, η δικονομική συμφωνία των διαδίκων ως προς τον τρόπο απόδειξης δεσμεύει τον διαιτητή, ενώ αν δεν ορίζεται τέτοια επιλογή στη συμφωνία της διαιτησίας, οι διαιτητές έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν, κατά την ελεύθερη κρίση τους, τη διαδικασία της διαιτησίας, ειδικότερα δε και τον τρόπο απόκτησης του αποδεικτικού υλικού, και να μη δεσμεύονται από τους αποδεικτικούς κανόνες της πολιτικής δικονομίας.

Σχετικά με το βαθμό σχηματισμού δικανικής πεποίθησης, ο νόμος αξιώνει, κατά κανόνα, πλήρη απόδειξη, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικού ισχυρισμού. Έτσι, αν με τη συμφωνία της διαιτησίας δεν προβλέπεται άλλος βαθμός δικανικής πεποίθησης, κατ’ εξαίρεση αυτού που ορίζεται από το νόμο, οι διαιτητές πρέπει να αποφασίσουν με πλήρη απόδειξη. Αν, παρά ταύτα, αποφασίσουν με πιθανολόγηση, χωρίς να τους παρέχεται τέτοια εξουσία από τη συμφωνία της διαιτησίας ή το νόμο, η απόφασή τους υπόκειται σε ακύρωση, καθόσον υπερέβησαν την εξουσία που τους παρέχει ο νόμος και η συμφωνία της διαιτησίας.

Εξάλλου, όταν μία υπόθεση δικάζεται, για λόγους ταχύτητας, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να πρόκειται για λήψη ασφαλιστικών μέτρων αλλά για οριστική τομή μιας διαφοράς, είναι ανεφάρμοστες οι διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικά στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Όταν, λοιπόν, οι διάδικοι συμφωνούν ότι, για λόγους ταχύτητας και διαδικαστικής απλότητας, το Μονομελές Πρωτοδικείο ως διαιτητικό δικαστήριο θα δικάσει με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συμφωνούν αυτοθρόως να εφαρμοστούν διατάξεις που προσιδιάζουν αποκλειστικά στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όπως η πιθανολόγηση ως βαθμός σχηματισμού δικανικής πεποίθησης. Προς τούτο απαιτείται ρητή συμφωνία, η οποία υφίσταται και στην περίπτωση που ο Διαιτητής, μετά τη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου, ορίσει τούτο και οι διάδικοι το αποδεχθούν.

Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικαστήριο διαπίστωσε πως στον όρο της επίδικης σύμβασης αναφέρεται ότι: «Ως διαιτητής ορίζεται το Μονομελές Πρωτοδικείο … το οποίο θα δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η απόφαση που θα εκδώσει θα είναι τελεσίδικη». Ο όρος αυτός δε μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχει σαφή συμφωνία των μερών ότι το διαιτητικό δικαστήριο, εξετάζοντας την αχθείσα ενώπιόν του υπόθεση των διαδίκων στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, θα πρέπει να διαμορφώσει την κρίση του, αρκούμενο σε πιθανολόγηση και όχι σε πλήρη απόδειξη.

Το γεγονός ότι τα διάδικα μέρη επέλεξαν την ταχύτερη και πλέον ευέλικτη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να αποφύγουν τις δικονομικές αγκυλώσεις της τακτικής διαδικασίας, δεν άγει, κατά την καλή πίστη και την αληθινή τους βούληση, στο συμπέρασμα ότι απέβλεπαν και σε μια επισφαλή δικαιοδοτική κρίση, αλλά, αντίθετα, ότι κατέφυγαν στην παραπάνω διαδικασία για να εξασφαλίσουν στο συντομότερο χρόνο τις μεγαλύτερες δυνατές εγγυήσεις δικανικής ωριμότητας. Το δικαστήριο τόνισε, μάλιστα, ότι ούτε το διαιτητικό δικαστήριο όρισε ότι θα αρκεστεί σε πιθανολόγηση και τα μέρη το αποδέχθηκαν.

Συνεπώς, παρά την επιλογή από τα μέρη ως συμφωνηθείσα διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, το διαιτητικό δικαστήριο έπρεπε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση. Με το να αρκεστεί σε πιθανολόγηση υπερέβη την εξουσία, που του παρείχε η ως άνω συμφωνία και ο νόμος και, επομένως, η απόφασή του κρίνεται ακυρωτέα κατ’ άρθρο 897 αρ. 4 ΚΠολΔ.

Απόσπασμα απόφασης

Με τον τέταρτο λόγο της αγωγής ακύρωσης, η ενάγουσα προσβάλει τη διαιτητική απόφαση, για το ότι είναι αντίθετη προς διάταξη δημόσιας τάξης και δη άρθρου 6 ΕΣΔΑ και άρθρων 338, 339, 340 και 347 ΚΠολΔ περί του μέτρου απόδειξης. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της, ισχυρίζεται ότι, το διαιτητικό δικαστήριο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς πλήρη απόδειξη, αλλά, παρά το νόμο, έκρινε κατά πιθανολόγηση, κάτι το οποίο συνάδει με την προσωρινή προστασία που παρέχεται στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας προσωρινής διευθέτησης της διαφοράς, όχι όμως και με διαιτητική δίκη εκ της οποίας εκπορεύεται διαιτητική απόφαση που τέμνει οριστικά της διαφορά και παράγεται οριστικό δεκασμένο. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, νομικά βάσιμος και πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αποδεικνύεται ότι στο άρθρο 20 του υπ’ αριθμ. …/15.6.2019 προσυμφώνου μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου και εργολαβικό δόμησης πολυώροφης οικοδομής του συμβολαιογράφου … … … ορίστηκε : «Ως διαιτητής ορίζεται Το Μονομελές Πρωτοδικείο … το οποίο θα δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η απόφαση που θα εκδώσει θα είναι τελεσίδικη». Ο όρος αυτός της σύμβασης, ερμηνευόμενος κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 ΑΚ και 200 ΑΚ, ήτοι χωρίς προσήλωση στις λέξεις των συμβαλλομένων και σύμφωνα με την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, δε μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπεριέχει σαφή συμφωνία των μερών ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο εξετάζοντας την αχθείσα ενώπιόν του υπόθεση των διαδίκων στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, θα πρέπει να διαμορφώσει την κρίση του, αρκούμενο σε πιθανολόγηση κατ’ άρθρο 690 § 1 ΚΠολΔ, και όχι σε πλήρη απόδειξη. Το γεγονός ότι τα διάδικα μέρη επέλεξαν την ταχύτερη και πλέον ευέλικτη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να αποφύγουν τις δικονομικές αγκυλώσεις της τακτικής διαδικασίας, δεν άγει, κατά την καλή πίστη και την αληθινή τους βούληση, στο συμπέρασμα ότι απέβλεπαν και σε μια επισφαλή δικαιοδοτική κρίση, αλλά αντίθετα ότι κατέφυγαν στην παραπάνω διαδικασία, για να εξασφαλίσουν στο συντομότερο χρόνο τις μεγαλύτερες δυνατές εγγυήσεις δικανικής ωριμότητας. Ούτε επιπλέον το Διαιτητικό Δικαστήριο όρισε ότι θα αρκεστεί σε πιθανολόγηση και τα μέρη το αποδέχθηκαν. Συνεπώς, παρά την επιλογή από τα μέρη ως συμφωνηθείσα διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, το διαιτητικό δικαστήριο έπρεπε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση. Έτσι, με το να αρκεστεί σε πιθανολόγηση υπερέβη την εξουσία, που του παρείχε η ως άνω συμφωνία και ο νόμος και συνεπώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη, η απόφασή του κρίνεται ακυρωτέα κατ’ άρθρο 897 αρ. 4 ΚΠολΔ.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr.