Διαφήμιση

Αναβολή κατ’ άρθρο 349 ΚΠΔ για σοβαρό λόγο υγείας: Δεν αρκεί η προσκόμιση ιατρικής γνωμάτευσης εκδοθείσας από ιδιώτη ιατρό (ΑΠ 151/2025)

Για την απόδειξη σοβαρού λόγου υγείας το σχετικό πιστοποιητικό πρέπει να προέρχεται από δημόσιο φορέα (ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας δηλ. κέντρων υγείας κ.λπ.) ή να πρόκειται για πιστοποιητικό νοσηλείας από νοσηλευτικό ίδρυμα (δημόσιο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο)

anabole-kat-arthro-349-kpd-gia-sobaro-logo-ugeias-den-arkei-e-proskomise-iatrikes-gnomateuses-ekdotheisas-apo-idiote-iatro-ap-1512025

Ο Άρειος Πάγος, με την υπ’αρ. 151/2025 του (Ζ’ Τμήμα) απέρριψε αίτηση αναίρεσης κατά εφετειακής απόφασης (υπ’ αρ. 278/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου), η οποία είχε απορρίψει αίτημα αναβολής στηριζόμενο στο άρθρο 349 ΚΠΔ, για λόγους υγείας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, με την αιτιολογία ότι δεν προέκυπτε ότι ο εκδώσας την προσκομισθείσα στο Δικαστήριο ιατρική γνωμάτευση ειδικός παθολόγος ήταν ιατρός πρωτοβάθμιας φροντίδας.

Πιο συγκεκριμένα, κατά το ενδιαφέρον για το εν λόγω ζήτημα χωρίο, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε τα κατωτέρω:

«Σύμφωνα με το άρθρο 349 παρ.1 ΚΠΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το σημαντικό αίτιο μπορεί να προβληθεί από οποιονδήποτε ακόμη και όταν αφορά το πρόσωπο του διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 340 ιδίου Κώδικα. Ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου. Η διάταξη του άρθρου 349 παρ.1 εδ.γ' ΚΠΔ, αντικαταστάθηκε ως ανωτέρω, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, με το άρθρο 41 Ν.4947/2022, προκειμένου να αποφευχθεί η καταχρηστική άσκηση του εν λόγω αιτήματος που βασιζόταν σε βεβαιώσεις ιδιωτών ιατρών. Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκε ότι για την απόδειξη σοβαρού λόγου υγείας το σχετικό πιστοποιητικό προέρχεται από δημόσιο φορέα (ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας δηλ. κέντρων υγείας κ.λπ.) ή πρόκειται για πιστοποιητικό νοσηλείας από νοσηλευτικό ίδρυμα (δημόσιο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο) και δεν αρκεί πλέον η γνωμάτευση ιδιώτη ιατρού. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ελέγξει, κατά την κρίση του, με οποιοδήποτε τρόπο, την ακρίβεια της συγκεκριμένης απαιτούμενης πιστοποίησης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο, ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο.

Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε (Α.Π. 1336/2022, Α.Π.1306/2020). Έτσι και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης κατ'αρθρ.349 παρ.1 ΚΠΔ για σοβαρούς λόγους υγείας του κατηγορουμένου ή για λόγους ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρότι η παραδοχή ή η απόρριψη της σχετικής αίτησης εναπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 7/2005, ΑΠ 1300/2023). Η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, καθώς και τις σκέψεις, βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική του ανωτέρω αιτήματος κρίση του, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε παραδεκτώς και είναι ορισμένο, διαφορετικά δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα για την απορριπτική του κρίση, δεν απαιτείται δε πανηγυρική απόρριψη, αλλά μπορεί να συναχθεί αυτή εξ όλων των δεκτών γενομένων περιστατικών ως αποδειχθέντων (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1253/2019). Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, και 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα, που αποτελούν εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχουν αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης, καθώς και τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου, εφόσον το δικαστήριο, απορρίπτοντας το παραδεκτώς υποβληθέν αίτημα για αναβολή της δίκης αναιτιολόγητα ή χωρίς απάντησή του, προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και τον καταδικάζει (ΑΠ 248/2023, ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 458/2022, ΑΠ 225/2021, ΑΠ 21/2020). Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του Κ.Ποιν.Δ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται κατά το νόμο για την άσκηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αρνητική δε υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο παραλείπει να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (Ολ.Α.Π.2/2014, Α.Π.65/2023, Α.Π.48/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Μεσολογγίου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασής του, με την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία και συμπροσβάλλεται με την με αριθμό 278/10-4-2024 καταδικαστική απόφαση (άρθρ.504 παρ.4 ΚΠΔ), απέρριψε αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντος για λόγους υγείας. Ειδικότερα, κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη συνεδρίαση της 10-4-2024 αναγνώσθηκε, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, το από 10-4-2024 έγγραφο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου που είχε αποσταλεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Μεσολογγίου, με αίτημα την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για λόγους υγείας. Επιπλέον δε αναγνώσθηκε και η επισυναφθείσα από 9-4-2024 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού παθολόγου Θ. Τ. περί αναγκαιότητας κατ' οίκον παραμονής του κατηγορουμένου για δύο ημέρες. Ακολούθως το ως άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το ως άνω αίτημα, μετά την παράθεση νομικής σκέψης, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος απέστειλε στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Μεσολογγίου, το με ημερομηνία 10-4-2024 έγγραφο αίτημά του περί αναβολής της υπόθεσης για λόγους υγείας, επισυνάπτοντας σε αυτό τη με ημερομηνία 9-4-2024 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού παθολόγου Θ. Τ., πλην όμως από την επισκόπηση της εν λόγω γνωμάτευσης δεν προκύπτει ότι ο ανωτέρω γιατρός είναι ιατρός πρωτοβάθμιας φροντίδας, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται ο περιεχόμενος σε αυτήν (γνωμάτευση) σοβαρός λόγος υγείας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 349 παρ.1 ΚΠΔ, το οποίο για την απόδειξη του σοβαρού λόγου υγείας απαιτεί αποκλειστικά ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί το σχετικά υποβληθέν αίτημα περί αναβολής της κρινόμενης υπόθεσης.". Με αυτά που δέχτηκε το άνω Δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του συγκεκριμένου αιτήματος αναβολής κατ' αρθρ.349 παρ.1 ΚΠΔ, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρ. 93 παρ.3 του Συντ και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκθέτοντας, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, τους λόγους που το οδήγησαν στην ανωτέρω απορριπτική κρίση του. Ειδικότερα, μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το δικαστήριο, και τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και διαμόρφωσαν την κρίση του αιτιολογώντας με αναλυτικό τρόπο και με συγκεκριμένες σκέψεις, τη δικανική του πεποίθηση. Πιο συγκεκριμένα το Δικαστήριο, μετά από ανάγνωση και εκτίμηση του αποδεικτικού μέσου που είναι ικανό και αποκλειστικά αναγκαίο προς απόδειξη του σοβαρού λόγου υγείας, σύμφωνα με τη ισχύουσα πλέον διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 349 παρ.1εδ. γ' ΚΠΔ, και που μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλονότι η από 9-4-2024 ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη ειδικού παθολόγου Θ. Τ., με τις αιτιολογίες ότι από την επίμαχη αυτή ιατρική πιστοποίηση ελλείπει το καίριο τυπικό στοιχείο αυτής, δηλαδή η έκδοσή της είτε από νοσηλευτικό ίδρυμα είτε από ιατρό (δημόσιας) πρωτοβάθμιας φροντίδας αφού ο εκδότης της, όπως αναγράφεται στο ίδιο το έγγραφο, είναι ιδιώτης ιατρός, κατέληξε στην κρίση ότι δεν μπορεί να γίνει τυπικά δεκτή ώστε, ακολούθως, να προχωρήσει στην ουσιαστική εκτίμησή της ως προς το βάσιμο ή μη του περιεχομένου της και περαιτέρω να δυνηθεί, κατά την κρίση του, να ελέγξει την ακρίβεια των αναγραφομένων σε αυτή, δεν αντίκειται δε στα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 20 του Συντάγματος, η απαίτηση της διάταξης του ως άνω άρθρου 349 παρ.1 εδ.γ' ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροπ.με το άρθρο 41 Ν.4947/2022, ότι για την απόδειξη σοβαρού λόγου υγείας το σχετικό πιστοποιητικό πρέπει να προέρχεται από δημόσιο φορέα (ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας δηλ. κέντρων υγείας κ.λπ.) ή να πρόκειται για πιστοποιητικό νοσηλείας από νοσηλευτικό ίδρυμα (δημόσιο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο), και δεν αρκεί πλέον η γνωμάτευση ιδιώτη ιατρού, διότι τούτο έγινε προκειμένου να αποφευχθεί η καταχρηστική άσκηση του εν λόγω αιτήματος που βασιζόταν σε βεβαιώσεις ιδιωτών ιατρών, σε κάθε περίπτωση πάντως, δίδεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ελέγξει, κατά την κρίση του, με οποιοδήποτε τρόπο, την ακρίβεια της συγκεκριμένης απαιτούμενης πιστοποίησης. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, μετά την αιτιολογημένη απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος του κατηγορουμένου, ορθώς και χωρίς να υποπέσει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, προχώρησε στην έρευνα της υπόθεσης, χωρίς να παραβιαστούν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, και χωρίς να παραβιαστούν τα από το άρθρο 6 παρ.1, 2, 3 της ΕΣΔΑ, 20 παρ.1 του Συντάγματος και 14 του ΔΣΑΠΔ δικαιώματά του. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α', Δ' , Θ' του Κ.Ποιν.Δ. ερευνώμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης των διατάξεων που καθορίζουν την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου και δίκαιη δίκη και για υπέρβαση εξουσίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης κατ' άρθρ. 349 ΚΠΔ και εκδίκασης της υπόθεσης και καταδίκης του, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν.5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα».

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο areiospagos.gr.