Ανάρτηση βίντεο με διαπληκτισμό ανηλίκων στο Facebook (ΑΠ Ποιν. 973/2025)
Το Εφετείο δεν διευκρίνισε αν το επίμαχο βίντεο από κινητό ήταν ενταγμένο σε διαρθρωμένο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων ή αποτελούσε μεμονωμένο αποθηκευμένο δεδομένο
Με την υπ’ αριθμ. 973/2025 απόφαση του ΣΤ’ Ποινικού Τμήματός του, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την 5590/2024 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία είχε κηρυχθεί η κατηγορούμενη ένοχη της πράξης της παράνομης μετάδοσης σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 38 παρ. 1 α’ και 2 του ν. 4624/2019 .
Κατά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η κατηγορουμένη, στις 17.10.2017 στην Αθήνα, απέκτησε πρόσβαση στον χώρο αποθήκευσης εικόνων και βίντεο συσκευής κινητού τηλεφώνου προσώπου γνωστού σε αυτήν, τα στοιχεία του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν. Το υλικό απεικόνιζε τότε ανήλικη να διαπληκτίζεται με συμμαθήτριά της έξω από Γυμνάσιο του Δήμου Γλυφάδας κατά το έτος 2016 και είχε ληφθεί εν αγνοία της ανήλικης και των ασκούντων τη νόμιμη επιμέλειά της γονέων της. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη ανάρτησε το επίμαχο βίντεο μέσω της προσωπικής της σελίδας στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook, καθιστώντας το προσιτό σε μεγάλο αριθμό χρηστών του διαδικτύου, οι οποίοι προέβησαν και σε αρνητικά σχόλια σε βάρος της ανήλικης .
Το Εφετείο έκρινε ότι η πράξη στοιχειοθετείται, ανεξαρτήτως του ότι η κατηγορουμένη δεν είχε προβεί η ίδια στην αρχική καταγραφή του βίντεο, δεχόμενο ότι δεν απαιτείται ταύτιση του προσώπου που επενέβη παράνομα σε αρχείο με εκείνο που προβαίνει σε αυθαίρετη χρήση των δεδομένων. Αναγνώρισε δε στην κατηγορουμένη τις ελαφρυντικές περιστάσεις της μετεφηβικής ηλικίας και του πρότερου σύννομου βίου και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών με τριετή αναστολή .
Ο Άρειος Πάγος, αφού ανέλυσε το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, επισήμανε ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος απαιτείται, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη «συστήματος αρχειοθέτησης» ή «αρχείου» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και η χωρίς δικαίωμα επέμβαση σε αυτό, με αποτέλεσμα τη λήψη γνώσης των δεδομένων, καθώς και η περαιτέρω χρήση ή μετάδοσή τους σε μη δικαιούμενα πρόσωπα .
Κατά την κρίση του ανωτάτου δικαστηρίου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιείχε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι δεν διευκρινιζόταν εάν το επίμαχο βιντεοληπτικό υλικό ήταν ενταγμένο σε διαρθρωμένο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αποτελούσε μεμονωμένο αποθηκευμένο δεδομένο, ούτε προσδιορίζονταν με σαφήνεια ο τρόπος και οι συνθήκες της φερόμενης παράνομης επέμβασης. Επιπλέον, εντοπίστηκαν αντιφάσεις ως προς το εάν η κατηγορουμένη παρενέβη η ίδια σε σύστημα αρχειοθέτησης ή έλαβε το βίντεο από τρίτο πρόσωπο .
Οι ελλείψεις και αντιφάσεις αυτές κατέστησαν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Κατ’ αποδοχή του σχετικού λόγου αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, με διαφορετική σύνθεση .
Απόσπασμα της απόφασης
Στην προκείμενη περίπτωση, το Α' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. 5590/2024 απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις των μαρτύρων, αναγνωσθείσα πρωτόδικη απόφαση, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία της κατηγορουμένης), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
"Η κατηγορουμένη στην Αθήνα την 17.10.2017, χωρίς δικαίωμα παρενέβη σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με οποιονδήποτε τρόπο και έλαβε γνώση των δεδομένων αυτών. Στη συνέχεια μετέδωσε και κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα τα ανωτέρω προσωπικά δεδομένα που αφορούσαν τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα, αφού απέκτησε πρόσβαση στον χώρο αποθήκευσης εικόνων και βίντεο συσκευής κινητού τηλεφώνου, γνωστού σε αυτήν ατόμου, τα στοιχεία του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν κατά την προδικασία, που αποτελεί ηλεκτρονικά διαρθρωμένο σύστημα αποθήκευσης δεδομένων εικόνας, τα οποία απεικόνιζαν την τότε ανήλικη Α. Λ., (γεννηθείσα την 8.11.2000), θυγατέρα των εγκαλούντων Η. Λ. του Π. και της Ε. Π., συζ. Λ., να διαπληκτίζεται κατά το έτος 2016 με συμμαθήτριά της έξω από Γυμνάσιο του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, το δε ως άνω βιντεοληπτικό υλικό είχε ληφθεί εν αγνοία της ως άνω ανήλικης και των εχόντων τη νόμιμη επιμέλεια αυτής γονέων της, εν συνεχεία προέβη μέσω της σελίδας που διατηρούσε στον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης "Facebook" στην ανάρτηση του ως άνω βίντεο, μεταδίδοντας έτσι με τον τρόπο αυτό, προσωπικά δεδομένα της Α. Λ., αφού στο ως άνω βίντεο είχε αποτυπωθεί εμφανώς το πρόσωπο της ως άνω ανήλικης και καθιστώντας αυτά προσιτά σε μεγάλο αριθμό μη δικαιουμένων προσώπων, αφού του εν λόγω βιντεοληπτικού υλικού έλαβε γνώση σημαντικός αριθμός χρηστών του διαδικτύου που επισκέφθηκε τη σελίδα της κατηγορουμένης, που μάλιστα προέβησαν σε αρνητικά και δυσμενή σχόλια για το πρόσωπο της ως άνω ανήλικης. Σύμφωνα δε με τη νομική σκέψη που αναπτύχθηκε παραπάνω δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι η κατηγορουμένη δεν προέβη η ίδια στην παράνομη καταγραφή των προσωπικών δεδομένων της Α. Λ., αλλά η ίδια έλαβε το βίντεο από τρίτο άτομο, αφού δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο που επεμβαίνει παράνομα στο αρχείο με αυτό που προβαίνει αυθαιρέτως σε χρήση του προϊόντος τέτοιας επέμβασης. Επομένως, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για την ανωτέρω πράξη, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο αυτής την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 133 ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως, διότι άλλως θα καθίστατο η θέση αυτής δυσμενέστερη".
[…]
Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, της παράβασης του άρθρ. 38 παρ. 1 α', 2 ν. 4624/2019, καθόσον δεν παρατίθενται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα αναγκαία στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη, αφού απέκτησε πρόσβαση στον χώρο αποθήκευσης εικόνων και βίντεο συσκευής κινητού τηλεφώνου γνωστού σε αυτήν ατόμου, τα στοιχεία ταυτότητας του οποίου δεν κατέστη δυνατόν να εξακριβωθούν κατά την προδικασία, που αποτελεί ηλεκτρονικά διαρθρωμένο σύστημα αποθήκευσης δεδομένων εικόνας, όπου απεικονιζόταν η τότε ανήλικη Α. Λ. να διαπληκτίζεται με συμμαθήτριά της, ανάρτησε το βιντεοληπτικό αυτό υλικό, που είχε ληφθεί εν αγνοία της ανήλικης και των γονέων της, σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση πώς προέκυψε ότι το επίμαχο βιντεοληπτικό υλικό ήταν ενταγμένο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (αρχείο) και δεν ήταν αποθηκευμένο στη συσκευή κινητού τηλεφώνου ως μεμονωμένο δεδομένο, ούτε εάν η απόκτηση των προσωπικών δεδομένων από την κατηγορουμένη έγινε κατόπιν αυθαίρετης - παράνομης επέμβασής της στο αρχείο αυτό, που φέρεται ότι διατηρούσε το μη κατονομαζόμενο πρόσωπο, διότι, όπως προεκτέθηκε, εάν δεν υπήρχε αρχείο ή εάν δεν υπήρξε τέτοια επέμβαση, δεν θεμελιώνεται το ανωτέρω αδίκημα.
Επιπλέον δε, ουδόλως προσδιορίζονται με σαφήνεια στην απόφαση ο τρόπος και οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα μια τέτοια παράνομη επέμβαση. Σε σχέση με τα ανωτέρω, επισημαίνεται ότι αντιφατικά, στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη "χωρίς δικαίωμα παρενέβη σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και έλαβε γνώση των δεδομένων αυτών", στη συνέχεια ότι αυτή "απέκτησε πρόσβαση στον χώρο αποθήκευσης εικόνων και βίντεο συσκευής κινητού τηλεφώνου, γνωστού σε αυτήν ατόμου" και, τέλος, ότι η αναιρεσείουσα "έλαβε το βίντεο από τρίτο άτομο".
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο εδώ.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Προσωπικά Δεδομένα