Αναταξινόμηση κάνναβης: Η Ουγγαρία παραβίασε την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης (ΔΕΕ C-271/23)
Ψηφίζοντας σε διεθνές όργανο κατά της κοινής θέσης του Συμβουλίου, η Ουγγαρία παρέβη την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας και της ενότητας στην διεθνή εκπροσώπηση της Ένωσης, αποδυναμώνοντας τη διαπραγματευτική της δύναμη
Στην υπόθεση της Επιτροπής κατά της Ουγγαρίας σχετικά με το ζήτημα της αναταξινόμησης της κάνναβης, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η Ουγγαρία, ψηφίζοντας σε διεθνές όργανο αντίθετα προς την κοινή θέση του Συμβουλίου, παραβίασε την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης, καθώς και την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας και της ενότητας στην διεθνή εκπροσώπηση της Ένωσης, αποδυναμώνοντας έτσι τη διαπραγματευτική της δύναμη (C-271/23).
Ιστορικό υπόθεσης
Τον Νοέμβριο του 2020, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε απόφαση σχετικά με την κοινή θέση που θα λάβουν τα κράτη μέλη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την επόμενη σύνοδο της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά. Σκοπός της εν λόγω κοινής θέσης ήταν, μεταξύ άλλων, η τροποποίηση της ταξινόμησης της κάνναβης και των ουσιών που σχετίζονται με την κάνναβη σε δύο συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών, συγκεκριμένα στη Σύμβαση για τα Ναρκωτικά και στη Σύμβαση για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες, κατόπιν σύστασης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).
Κατά την ψηφοφορία επί των εν λόγω συστάσεων, ο εκπρόσωπος της Ουγγαρίας όχι μόνο ψήφισε κατά παράβαση της κοινής θέσης που είχε εγκρίνει το Συμβούλιο, αλλά επιπλέον προέβη σε δήλωση που ήταν αντίθετη προς την εν λόγω κοινή θέση.
Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση αυτή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε αγωγή για παράλειψη εκπλήρωσης υποχρεώσεων κατά της Ουγγαρίας. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η Ουγγαρία παραβίασε την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την κοινή θέση και ενήργησε κατά παράβαση της αρχής της ειλικρινούς συνεργασίας. Στην υπεράσπισή της, η Ουγγαρία προέβαλε, κατά κύριο λόγο, ότι η εν λόγω απόφαση του Συμβουλίου ήταν παράνομη.
Η κρίση του ΔΕΕ
Στην απόφασή του, το ΔΕΕ αποφαίνεται υπέρ της Επιτροπής και διαπιστώνει ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που της επιβάλλονται από το δίκαιο της Ένωσης.
Πιο αναλυτικά, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου για την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών ορίζει την έννοια του όρου «ναρκωτική ουσία» με παραπομπή στις δύο προαναφερθείσες συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών. Οι αποφάσεις που τροποποιούν τον κατάλογο των ουσιών που περιλαμβάνονται στις εν λόγω συμβάσεις μπορούν να επηρεάσουν την εφαρμογή των κυρώσεων που προβλέπονται στην εν λόγω απόφαση-πλαίσιο και, ως εκ τούτου, μπορούν να επηρεάσουν και να μεταβάλλουν άμεσα το δίκαιο της Ένωσης. Η θέσπιση της θέσης που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τις εν λόγω αποφάσεις εμπίπτει, συνεπώς, στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εν προκειμένω, η Ουγγαρία αγνόησε την εν λόγω αρμοδιότητα με την ενέργειά της. Το εν λόγω κράτος-μέλος παρέβη, συνεπώς, και την απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την κοινή θέση που είχε θεσπιστεί κατά την άσκηση της εν λόγω αποκλειστικής αρμοδιότητας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διευκολύνουν την εκπλήρωση των καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να απέχουν από κάθε μέτρο που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των κοινών στόχων.
Στην παρούσα υπόθεση, η Ουγγαρία, ψηφίζοντας σε διεθνές όργανο κατά της κοινής θέσης του Συμβουλίου, παρέβη την αρχή αυτή καθώς και την αρχή της ενότητας στην διεθνή εκπροσώπηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της. Αποστασιοποιούμενη από την κοινή στρατηγική που καθορίστηκε στο πλαίσιο του Συμβουλίου, αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι των άλλων μερών της σύμβασης.
Τέλος, το ΔΕΕ δηλώνει ότι, στο πλαίσιο αγωγής για παράλειψη, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί ότι μια πράξη, οποιαδήποτε και αν είναι, ενός οργάνου, οργανισμού, υπηρεσίας ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι παράνομη. Αυτό θα ισοδυναμούσε με το να επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος να «πάρει το νόμο στα χέρια του», παραβιάζοντας πρώτα το δίκαιο της Ένωσης και στη συνέχεια αναμένοντας την άσκηση αγωγής για παράλειψη από την Επιτροπή. Αυτό θα ήταν αντίθετο προς την αρχή της επικράτησης του δικαίου και τις υποχρεώσεις αλληλεγγύης που έχουν αποδεχθεί τα κράτη μέλη και που αποτελούν μέρος της θεμελιώδους βάσης της έννομης τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η θέση θα μπορούσε να είναι διαφορετική μόνο στην περίπτωση που το κράτος μέλος αμφισβητεί μια πράξη που περιέχει τόσο σοβαρά και προφανή ελαττώματα ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανύπαρκτη πράξη.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο curia.europa.eu.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ευρωπαϊκό Δίκαιο