Διαφήμιση

Από τη Θεωρία στην Πράξη: Γιατί η Ψηφιοποίηση της Ενέργειας "σκοντάφτει" στο Ρυθμιστικό Πλαίσιο

Η ψηφιοποίηση της ενέργειας απαιτεί τη διαμόρφωση ενός νέου πεδίου δικαίου, όπου συναντώνται η προστασία δεδομένων, η ενεργειακή ρύθμιση και ο ανταγωνισμός

apo-te-theoria-sten-praxe-giati-e-psephiopoiese-tes-energeias-skontaphtei-sto-ruthmistiko-plaisio

Επιμέλεια: Βασίλειος Δημητρόπουλος και Θάνος Λαγός, SmartRUE

Η ψηφιοποίηση της ενέργειας προχωρά με ταχείς ρυθμούς και συνοδεύεται από υψηλές προσδοκίες: διαφάνεια στη λειτουργία των δικτύων, ενεργή συμμετοχή των πολιτών, αποτελεσματικότερη χρήση πόρων και ενίσχυση της ανταγωνιστικής αγοράς ενέργειας. Το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, από τον GDPR και το Data Governance Act έως το Data Act και τις ενεργειακές οδηγίες, θέτει ήδη σημαντικούς κανόνες για τη διαχείριση και την πρόσβαση στα δεδομένα. Παρ’ όλα αυτά, η εφαρμογή τους στην πράξη παραμένει σύνθετη. Οι σχετικές ρυθμίσεις δεν συγκροτούν ακόμη έναν ενιαίο κλάδο δικαίου· είναι διασκορπισμένες μεταξύ προστασίας προσωπικών δεδομένων, ρύθμισης κρίσιμων υποδομών, δικαίου ανταγωνισμού και ενεργειακής πολιτικής. Αυτός ο κατακερματισμός δημιουργεί κενά ερμηνείας και περιορίζει τη δυνατότητα των φορέων να αξιοποιήσουν ψηφιακές λύσεις με ασφάλεια.

Η εικόνα των εμποδίων δεν προκύπτει αυθαίρετα, αντίθετα, βασίζεται σε συστηματική προσπάθεια. Στο πλαίσιο του έργου SYNERGIES [1] πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη βιβλιογραφική έρευνα που πλαισιώθηκε με ερωτηματολόγια προς 41 ενεργειακούς φορείς, συνεντεύξεις σε Ελλάδα, Ισπανία και Δανία, καθώς και συμμετοχικά εργαστήρια (Living Labs). Η έρευνα δεν αποτύπωσε μόνο νομικά ζητήματα· ανέδειξε κοινωνικούς, οικονομικούς και θεσμικούς παράγοντες που διαμορφώνουν την πραγματικότητα της ψηφιακής μετάβασης. Οι φορείς κλήθηκαν να περιγράψουν πώς λειτουργούν τα δίκτυα, ποιες συνεργασίες απαιτούνται, ποια δεδομένα είναι αναγκαία και ποιες διαδικασίες συμμόρφωσης εφαρμόζονται ή, συχνότερα, δεν μπορούν ακόμη να εφαρμοστούν. Παράλληλα, οι συμμετέχοντες ανέδειξαν ζητήματα εμπιστοσύνης και διαφάνειας που δεν αφορούν την τεχνολογία αλλά το θεσμικό περιβάλλον που τη συνοδεύει.

Ένα από τα βασικότερα ευρήματα της έρευνας είναι ο τρόπος με τον οποίο η διττή φύση των ενεργειακών δεδομένων δημιουργεί αβεβαιότητα: τα δεδομένα αυτά μπορεί να αποτελούν προσωπικές πληροφορίες, αλλά ταυτόχρονα είναι κρίσιμα για τη λειτουργία του δικτύου. Η διάκριση δεν είναι πάντα σαφής. Η αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων του GDPR πρέπει να συνδυαστεί με τις επιχειρησιακές ανάγκες των διαχειριστών για οικονομικότερη και ασφαλέστερη λειτουργία των δικτύων, ενώ η νομική βάση επεξεργασίας δεν είναι αυτονόητη όταν η επεξεργασία γίνεται για λόγους ασφάλειας και αποδοτικής λειτουργίας του συστήματος. Οι ερμηνευτικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών εντείνουν το πρόβλημα και δημιουργούν ένα ρυθμιστικό περιβάλλον όπου η συμμόρφωση δεν είναι ποτέ απόλυτα προβλέψιμη.

Εξίσου χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της συνεργασίας μεταξύ των διαχειριστών του συστήματος μεταφοράς (TSOs) και των διαχειριστών των δικτύων διανομής (DSOs), οι οποίοι δεν γνωρίζουν ο ένας τα δίκτυα και τους περιορισμούς του άλλου. Η ασφαλής και αποδοτική λειτουργία του ενεργειακού συστήματος απαιτεί τη συνεχή ανταλλαγή τεχνικών και λειτουργικών δεδομένων, διαδικασία η οποία έχει ρυθμιστεί σε γενικές γραμμές από τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά τις υποχρεώσεις των διαχειριστών. Πέραν της ανταλλαγής δεδομένων, σημαντικές προκλήσεις εμφανίζονται και στη μετάβαση σε νέες υπηρεσίες και λειτουργίες του δικτύου, όπως οι μηχανισμοί ευελιξίας, τα τοπικά σχήματα αγοράς και οι κατανεμημένες υπηρεσίες διαχείρισης, όπου απαιτείται συνεχής προσαρμογή σε νέα πρότυπα, διαδικασίες και ρυθμιστικές απαιτήσεις σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Στην ελληνική περίπτωση, η κατάσταση συμπληρώνεται από έναν πρακτικό περιορισμό: την πολύ καθυστερημένη ανάπτυξη υποδομών έξυπνων μετρητών και τη χαμηλή εξοικείωση των στελεχών των φορέων με ψηφιακές τεχνολογίες και μηχανισμούς συμμόρφωσης. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν το δίκαιο προβλέπει δικαιώματα πρόσβασης ή διαλειτουργικότητας, η υλοποίησή τους δεν είναι πάντοτε εφικτή. Η χάραξη πολιτικής συχνά προηγείται των τεχνικών και οργανωτικών δυνατοτήτων των φορέων της αγοράς.

Όταν το βλέμμα στρέφεται στους πολίτες, τα Living Labs αναδεικνύουν ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο, την εμπιστοσύνη. Η συζήτηση γύρω από τα ενεργειακά δεδομένα καταλήγει συχνά στο ερώτημα «ποιος έχει τα δεδομένα μου και για ποιο σκοπό τα χρησιμοποιεί;». Ενδιαφέρον εύρημα είναι πως οι πολίτες εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί όταν συμμετέχουν σε οργανωμένες διαδικασίες, σε αντίθεση με την καθημερινή χρήση ψηφιακών εφαρμογών. Αυτό αναδεικνύει μια διαχρονική πρόκληση του δικαίου των δεδομένων: η νομική εγκυρότητα της συγκατάθεσης δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με ουσιαστική κατανόηση των συνεπειών της.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για το μέλλον της ψηφιοποίησης στην ενέργεια στρέφεται προς συγκροτημένα μοντέλα ανταλλαγής δεδομένων, όπως οι Χώροι Ενεργειακών Δεδομένων (Energy Data Spaces) όπου τα δεδομένα παραμένουν στους φορείς που τα παράγουν και κοινοποιούνται στο βαθμό και μόνο σε όσους φορείς τα χρειάζονται για τη λειτουργία τους, όταν πληρούνται σαφείς, αυτοματοποιημένοι και τεχνικά εφαρμόσιμοι κανόνες. Η τεχνολογία μπορεί να υποστηρίξει μια τέτοια αρχιτεκτονική, όπως φάνηκε στην πράξη και από την υλοποίηση του SYNERGIES, όμως η ουσία παραμένει νομική: ποια δικαιώματα και υποχρεώσεις δημιουργούνται, ποιος φέρει την ευθύνη, ποια είναι τα όρια χρήσης και πώς διασφαλίζεται ότι δεν παραβιάζονται οι κανόνες ανταγωνισμού.

Καθώς τα ενεργειακά δεδομένα αποκτούν οικονομική αξία και αναπτύσσονται νέες αγορές και μηχανισμοί ανταλλαγής τους, το ρυθμιστικό πλαίσιο καλείται να δώσει απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα, όπως ποια δεδομένα είναι εμπορεύσιμα, πότε επιτρέπεται η μεταπώληση, ποιος είναι υπεύθυνος όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται αυτόματα μέσω αλγορίθμων, και πώς προστατεύεται ο καταναλωτής σε ένα ψηφιακό περιβάλλον που εξελίσσεται ταχύτερα από το δίκαιο.

Η ψηφιοποίηση της ενέργειας δεν αποτελεί απλώς τεχνολογική εξέλιξη. Πρόκειται για τη διαμόρφωση ενός νέου πεδίου δικαίου όπου συναντώνται η προστασία δεδομένων, η ενεργειακή ρύθμιση και ο ανταγωνισμός. Η εμπειρία των φορέων και των πολιτών αναδεικνύει ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο χρειάζεται σαφήνεια, συνέπεια και λειτουργικές διαδικασίες. Η πρόκληση για τη νομική και ρυθμιστική κοινότητα είναι να διαμορφώσει ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει την καινοτομία, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα και την ασφάλεια των πολιτών, καθώς και τη λειτουργική ισορροπία της αγοράς.

Η Ερευνητική Ομάδα SmartRue ανήκει στο Εργαστήριο Συστημάτων Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΣΗΕ) της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Συστάθηκε και λειτουργεί υπό την εποπτεία του καθηγητή Νίκου Χατζηαργυρίου και αποτελείται από μέλη ΔΕΠ, μεταδιδακτορικούς επιστήμονες, μεταπτυχιακούς φοιτητές και συνεργάτες-ερευνητές με υψηλή εξειδίκευση. Υποστηρίζεται τεχνικά και διοικητικά από το προσωπικό του Εργαστηρίου ΣΗΕ του ΕΜΠ.

[1] SYNERGIES, Horizon Europe – GA 101069839