Αποκλεισμός υποψηφίου από τη Σχολή Δικαστών λόγω αδικήματος που είχε διαπράξει όταν ήταν ανήλικος (ΕΔΔΑ Manjani κατά Αλβανίας)
Οι εθνικές αρχές περιορίστηκαν στην ερμηνεία του νόμου, χωρίς να πραγματοποιήσουν ουσιαστική και εξατομικευμένη εκτίμηση των περιστάσεων της υπόθεσης
Την παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπίστωσε το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Manjani κατά Αλβανίας, κρίνοντας ότι η άρνηση εισαγωγής του προσφεύγοντος στην εθνική Σχολή Δικαστών και Εισαγγελέων με βάση καταδίκη για κλοπή που είχε τελεστεί όταν ήταν ανήλικος και για την οποία είχε ήδη αποκατασταθεί νομικά ήταν δυσανάλογη.
Ο προσφεύγων, γεννημένος το 1991, υπέβαλε το 2020 αίτηση για εισαγωγή στο τριετές πρόγραμμα αρχικής εκπαίδευσης εισαγγελικών λειτουργών στη Σχολή Δικαστών της Αλβανίας. Στην αίτησή του δήλωσε ότι το 2006, σε ηλικία 15 ετών, είχε καταδικαστεί για κλοπή, ότι του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών με αναστολή και ότι αυτός είχε εν τέλει αποκατασταθεί ποινικά την 1η Δεκεμβρίου 2014, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 69 του αλβανικού Ποινικού Κώδικα. Κατόπιν προκαταρκτικής αξιολόγησης, ο προσφεύγων συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο των υποψηφίων που πληρούσαν τα κριτήρια εισαγωγής στο πρόγραμμα, ο οποίος εγκρίθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο Εισαγγελίας και ακολούθως πέρασε επιτυχώς τις εξετάσεις εισαγωγής.
Αυτή τη φορά, ωστόσο, το Ανώτατο Συμβούλιο, ελέγχοντας την περιουσιακή του κατάσταση και το εν γένει ιστορικό του, τον έκοψε. Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020 το Συμβούλιο έκρινε, κατά πλειοψηφία επτά έναντι δύο, ότι ο υποψήφιος δεν πληρούσε το κριτήριο του άρθρου 28(d) του νόμου για τα προσόντα των δικαστών και εισαγγελέων, το οποίο απαιτούσε ο υποψήφιος να μην έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για ποινικό αδίκημα. Κατά την ερμηνεία του Συμβουλίου, η διάταξη έπρεπε να ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με το σύνολο του ποινικού ιστορικού ενός προσώπου, καθώς ο νομοθέτης είχε επιδιώξει να αποκλείσει από το δικαστικό σώμα πρόσωπα με ποινικές καταδίκες. Δύο μέλη του Συμβουλίου διατύπωσαν μειοψηφούσα γνώμη, υποστηρίζοντας ότι σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα ο υποψήφιος θεωρούνταν πλέον ως μη καταδικασθείς.
Ο υποψήφιος άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης, η οποία απορρίφθηκε το 2021 από το Διοικητικό Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη αποτελούσε ειδική ρύθμιση για την πρόσβαση στο δικαστικό σώμα, που αναφερόταν στο γεγονός της καταδίκης ανεξάρτητα από τυχόν μεταγενέστερη αποκατάσταση. Η υπόθεση έφθασε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο το 2022 επικύρωσε την ερμηνεία αυτή, σημειώνοντας ότι η διάταξη είχε ήδη τροποποιηθεί το 2021 ώστε να προβλέπει ρητά ότι η αποκατάσταση δεν αίρει τον αποκλεισμό, όταν η φύση του αδικήματος πλήττει το κύρος του δικαστικού σώματος.
Ακολούθως, η συνταγματική προσφυγή του αιτούντος απορρίφθηκε το 2023, με το Συνταγματικό Δικαστήριο να κρίνει ότι η διασφάλιση της ακεραιότητας των δημοσίων λειτουργών αποτελεί θεμιτό σκοπό για την προστασία της ανεξαρτησίας του κράτους και της δημοκρατικής τάξης και ότι η ερμηνεία των δικαστηρίων δεν ήταν αυθαίρετη. Επιπλέον, θεώρησε ότι η άρνηση εισαγωγής στη Σχολή Δικαστών δεν είχε επαρκώς σοβαρό αντίκτυπο στην ιδιωτική ζωή του αιτούντος, καθώς αυτός μπορούσε να ασκήσει άλλα επαγγέλματα.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε καταρχάς ότι το άρθρο 8 της Σύμβασης ήταν εφαρμοστέο. Τόνισε ότι, παρότι δεν υφίσταται γενικό δικαίωμα πρόσβασης σε συγκεκριμένο επάγγελμα, περιορισμοί στην επαγγελματική ζωή μπορεί να εμπίπτουν στην έννοια της ιδιωτικής ζωής όταν επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα πρόσωπο διαμορφώνει την κοινωνική και επαγγελματική του ταυτότητα. Στην υπόθεση αυτή, η άρνηση εισαγωγής στη Σχολή Δικαστών είχε ως συνέπεια τον οριστικό αποκλεισμό του αιτούντος από την καριέρα του εισαγγελέα και δυνητικά από άλλες συναφείς θέσεις στο δικαστικό σύστημα.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το μέτρο στηριζόταν σε διάταξη της εθνικής νομοθεσίας και επιδίωκε θεμιτούς σκοπούς, όπως η διασφάλιση της ακεραιότητας της δικαιοσύνης και η διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού στο δικαστικό σύστημα. Ωστόσο, έκρινε ότι η εφαρμογή του μέτρου δεν ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, ενώ παράλληλα διαπίστωσε ότι οι εθνικές αρχές δεν πραγματοποίησαν επαρκή και εξατομικευμένη αξιολόγηση της κατάστασης του προσφεύγοντος.
Στην εξεταζόμενη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εθνικές αρχές περιόρισαν την ανάλυσή τους κυρίως στο ζήτημα της ερμηνείας της σχετικής διάταξης του νόμου για το καθεστώς των δικαστών και εισαγγελέων, κρίνοντας ότι η ποινική αποκατάσταση δεν αρκούσε για να αρθεί ο αποκλεισμός και ότι καθοριστικό στοιχείο ήταν η φύση του αδικήματος. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με τον τρόπο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε ουσιαστική και εξατομικευμένη εκτίμηση των περιστάσεων της υπόθεσης.
Οι εθνικές αρχές δεν έλαβαν επαρκώς υπόψη την ηλικία του προσφεύγοντος κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, το μεγάλο χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει έκτοτε, τη μεταγενέστερη συμπεριφορά και επαγγελματική του πορεία, ούτε το γεγονός ότι το ίδιο το ποινικό δικαστήριο που τον καταδίκασε είχε κρίνει ότι η κοινωνική επικινδυνότητα και οι συνέπειες της πράξης ήταν περιορισμένες. Επίσης δεν εξέτασαν αν υπήρχαν ενδείξεις ότι, εφόσον γινόταν δεκτός στη Σχολή Δικαστών, θα ενεργούσε κατά τρόπο που θα μπορούσε να πλήξει το κύρος του λειτουργήματος του Εισαγγελέα.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή μόνιμου αποκλεισμού από την εκπαίδευση στη Σχολή Δικαστών, λόγω καταδίκης που είχε τελεστεί όταν ο προσφεύγων ήταν ανήλικος και για την οποία είχε ήδη αποκατασταθεί, ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Κατά το Δικαστήριο, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ελήφθη σε πρώιμο στάδιο της επαγγελματικής ζωής του προσφεύγοντος, είχε σημαντικές και μακροχρόνιες συνέπειες για την επαγγελματική του εξέλιξη και την επιλογή σταδιοδρομίας. Ενόψει των στοιχείων αυτών, διαπίστωσε ότι το επίμαχο μέτρο δεν ήταν αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία και συνιστούσε δυσανάλογη επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε, κατά συνέπεια, παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης και επιδίκασε στον προσφεύγοντα το ποσό των 4.500 ευρώ.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο του ΕΔΔΑ.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων