Απόρριψη ανακοπής ερημοδικίας λόγω ανωτέρας βίας: Πρόωρος τοκετός της πληρεξουσίας δικηγόρου και εισαγωγή νεογνού στην Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας (ΜονΕφΠειρ 132/2026)
Δεν πιθανολογήθηκε ότι η πληρεξούσια δικηγόρος περιήλθε σε τέτοια κατάσταση, σωματική ή ψυχολογική, που να κατέστη αδύνατο ή εξαιρετικά δυσχερές να μεριμνήσει για την προάσπιση των συμφερόντων του εντολέως της
Απορρίφθηκε από το Εφετείο Πειραιά ανακοπή ερημοδικίας λόγω ανωτέρας βίας και, συγκεκριμένα, λόγω επιβαρυμένης σωματικής και ψυχολογικής κατάστασης της πληρεξουσίας δικηγόρου της ανακόπτουσας, κατόπιν πρόωρου τοκετού της και εισαγωγής του νεογνού στην Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜονΕφΠειρ 132/2026).
Πιο συγκεκριμένα, η ανακόπτουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της εισήχθη εσπευσμένα για πρόωρο τοκετό την 1.1.2025, ενώ μετά τον τοκετό το τέκνο της παρέμεινε στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ) μέχρι την 6.1.2025, λόγω προωρότητας και αναπνευστικής δυσχέρειας που εμφάνισε, και ότι ο πρόωρος τοκετός, η διακινδύνευση της ζωής του βρέφους της σε συνδυασμό με την άκρως επιβαρυντική για την ψυχολογία και το σώμα κατάσταση της λοχείας, είχαν ως αποτέλεσμα την βλάβη της υγείας της και την παραμονή της σε κλινήρη και εμπύρετο κατάσταση, με άκρως επιβαρυμένη ψυχολογία, κατά την επομένη εβδομάδα της εξόδου του νεογνού από το μαιευτήριο.
Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς της ανακόπτουσας, το προαναφερθέν γεγονός συνιστά λόγο ανωτέρας βίας εξαιτίας του οποίου δεν κατέστη δυνατή η εκπροσώπησή της κατά τη δικάσιμο της 9.1.2025, καθότι η πληρεξούσια δικηγόρος της για λόγους εξαιρετικούς δεν ηδύνατο να την εκπροσωπήσει, αλλά ούτε και να μεριμνήσει για την εναλλακτική εκπροσώπησή της από συνάδελφό της, ούσα σε εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχολογική και σωματική κατάσταση που καθιστούσε αδύνατη τη διενέργεια οιασδήποτε πράξεως μέριμνας για τις δικαστικές της υποθέσεις.
Κατά την κρίση του δικαστηρίου, ωστόσο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν συνιστούν περιστατικό ανωτέρας βίας. Το δικαστήριο τόνισε ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι η πληρεξούσια δικηγόρος περιήλθε σε τέτοια κατάσταση, σωματική ή ψυχολογική, που να καθιστά αδύνατη ή έστω εξαιρετικά δυσχερή την ακόμη και απλή τηλεφωνική επικοινωνία με συνάδελφό της Δικηγόρο ή συνεργάτη του γραφείου που εργάζεται, προκειμένου να ζητήσουν αυτοί αναβολή εκδίκασης της εφέσεως της ανακόπτουσας για λογαριασμό της ή και να επικοινωνήσει με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της εφεσίβλητης και να ζητήσει από αυτόν να συναινέσει στην αναβολή ή στη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης, ενέργειες που ήταν αναμενόμενες από τον μέσο συνετό Δικηγόρο, στις οποίες, όμως, εκείνη δεν προέβη.
Περαιτέρω, το δικαστήριο επεσήμανε ότι ούτε από τα προσκομιζόμενα ιατρικά έγγραφα, ήτοι το ενημερωτικό σημείωμα – εξιτήριο και την περίληψη ιστορικού νοσηλείας του μαιευτηρίου, πιθανολογήθηκε ότι η πληρεξούσια δικηγόρος παρέμεινε κλινήρης και εμπύρετη στην οικία της από 6.1.2025 έως 13.1.2025, ενώ ούτε η επιβαρυμένη ψυχολογία της λόγω του πρόωρου τοκετού και της βραχείας νοσηλείας του νεογνού της πιθανολογήθηκε ότι κατέστησαν αυτήν ανίκανη να μεριμνήσει για την προάσπιση των συμφερόντων του εντολέως της, ειδοποιώντας τηλεφωνικά κάποιον συνεργάτη της ή έστω και τον εντολέα της προκειμένου ο τελευταίος να αναθέσει την εκπροσώπησή του σε άλλο δικηγόρο της επιλογής του.
Τόνισε, μάλιστα, ότι η δικηγόρος, η οποία κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης (9.1.2025) θα ήταν σε κατάσταση προχωρημένης κύησης, δεν μερίμνησε ώστε να ενημερώσει τους συνεργάτες του γραφείου της ή άλλο συνάδελφο δικηγόρο για την εκκρεμότητα των δικαστικών της υποθέσεων και για τις ημερομηνίες που είχαν οριστεί για τη συζήτηση των υποθέσεων που εκείνη χειριζόταν, ενέργεια που ήταν αναμενόμενη από το μέσο συνετό δικηγόρο.
Απόσπασμα απόφασης
Οι ως άνω ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν ορισμένους και νόμιμους λόγους ανακοπής ερημοδικίας, ενόψει του ότι εκτίθενται με σαφήνεια στο δικόγραφο αυτής το είδος και η διάρκεια της επικαλούμενης ασθένειας της πληρεξουσίας δικηγόρου της ανακόπτουσας και του τέκνου αυτής, δεν συνιστούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου περιστατικό ανωτέρας βίας, με την έννοια που προεκτέθηκε, διότι δεν πιθανολογήθηκε ότι η εν λόγω πληρεξούσια δικηγόρος περιήλθε σε τέτοια κατάσταση, σωματική ή ψυχολογική, που να καθιστά αδύνατη ή έστω εξαιρετικά δυσχερή την ακόμη και απλή τηλεφωνική επικοινωνία με συνάδελφό της Δικηγόρο ή συνεργάτη του γραφείου που εργάζεται, προκειμένου να ζητήσουν αυτοί αναβολή εκδίκασης της εφέσεως της ανακόπτουσας για λογαριασμό της ή και να επικοινωνήσει με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της εφεσίβλητης και να ζητήσει από αυτόν να συναινέσει στην αναβολή ή στη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης, ενέργειες που ήταν αναμενόμενες από τον μέσο συνετό Δικηγόρο, στις οποίες, όμως, εκείνη δεν προέβη. Από τα ιατρικά έγγραφα που προσκομίζει μετ’επικλήσεως η ανακόπτουσα προς επίρρωση των ισχυρισμών της, ήτοι το ενημερωτικό σημείωμα – εξιτήριο και την από 6.1.2025 περίληψη ιστορικού νοσηλείας του μαιευτηρίου «……..», πιθανολογήθηκε ότι το τέκνο της πληρεξούσιας δικηγόρου της γεννήθηκε την 1.1.2025 με πρόωρο τοκετό, την 35η εβδομάδα της κύησής της και, λόγω της αναπνευστικής δυσχέρειας που εμφάνισε, εισήχθη την ίδια ημέρα στη μονάδα εντατικής νοσηλείας νεογνών του ανωτέρω μαιευτηρίου προκειμένου να λάβει την αναγκαία φροντίδα, από την οποία εξήλθε την 6.1.2025 σε καλή κατάσταση (έκβαση-ίαση) και με τις συνήθεις οδηγίες για παιδιατρική παρακολούθησή του. Ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της παρέμεινε κλινήρης και εμπύρετη στην οικία της από 6.1.2025 έως 13.1.2025 δεν πιθανολογήθηκε, αφού κανένα ιατρικό έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίζεται, ενώ ούτε η επιβαρυμένη ψυχολογία της λόγω του πρόωρου τοκετού και της βραχείας νοσηλείας του νεογνού της, πιθανολογήθηκε ότι κατέστησαν αυτήν ανίκανη να μεριμνήσει για την προάσπιση των συμφερόντων του εντολέως της, ειδοποιώντας τηλεφωνικά κάποιον συνεργάτη της ή έστω και τον εντολέα της προκειμένου ο τελευταίος να αναθέσει την εκπροσώπησή του, κατά τη συζήτηση της έφεσης, σε άλλο δικηγόρο της επιλογής του. Επίσης η ως άνω δικηγόρος, αν και σε κατάσταση κύησης η οποία κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης (9.1.2025) θα ήταν προχωρημένη και θα μπορούσε, ως ενδεχόμενο, να επιφέρει πρόωρο τοκετό ή δυσχέρεια μετακίνησής της, δεν μερίμνησε ώστε να ενημερώσει τους συνεργάτες του γραφείου της ή άλλο συνάδελφο δικηγόρο για την εκκρεμότητα των δικαστικών της υποθέσεων και για τις ημερομηνίες που είχαν οριστεί για τη συζήτηση των υποθέσεων που εκείνη χειριζόταν, ενέργεια που ήταν αναμενόμενη από το μέσο συνετό δικηγόρο, στις οποίες εκείνη δεν προέβη. Ενόψει των ανωτέρω, δεν πιθανολογήθηκε ότι η ερημοδικία της ανακόπτουσας-εκκαλούσας οφείλεται σε ανωτέρα βία, ήτοι σε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως που δεν αναμενόταν και δεν μπορούσε να αποτραπεί από την εκκαλούσα και την πληρεξουσία Δικηγόρο της ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου, όταν αυτοί εμφανίσουν κάποιο αιφνίδιο πρόβλημα υγείας που εμποδίζει τη φυσική τους παρουσία στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πλην όμως αυτοί δεν ενήργησαν με την απαιτούμενη σε τέτοιες περιστάσεις επιμέλεια, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα της ένδικης έφεσης να ερημοδικασθεί και να απορριφθεί η έφεσή της (ΑΠ 1506/2013, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος). Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος να εξαφανισθεί η ανακοπτόμενη απόφαση και πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η υπό κρίση ανακοπή ερημοδικίας, ακολούθως, δε, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του σχετικού παράβολου, που η ανακόπτουσα προκατέβαλε κατά την κατάθεση της ανακοπής της (άρθρο 509 παρ. 1 εδ. β`ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η ανακοπή ερημοδικίας, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας ως προς το εξεταζόμενο ένδικο μέσο ανακόπτουσας (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο efeteio-peir.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Πολιτική Δικονομία