BGH: Η σύμβαση του ΓΚΠΔ δεν είναι απαραίτητα η σύμβαση του εθνικού δικαίου
Σύμφωνα με το γερμανικό δικαστήριο, το μέλος ενός συλλόγου έχει δικαίωμα να λάβει τα email των υπολοίπων μελών για να επικοινωνήσει μαζί τους, χωρίς να απαιτείται συγκατάθεση και ανεξαρτήτως τυχόν προηγηθείσας δέσμευσης ότι αυτά δεν θα δίνονται
Η διαβίβαση των στοιχείων επικοινωνίας των μελών ενός συλλόγου προς ένα μέλος αυτού και η νομική θεμελίωση της επεξεργασίας αυτής αποτέλεσαν το αντικείμενο μιας πρόσφατης απόφασης του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας (BGH). Το γερμανικό δικαστήριο ασχολήθηκε με την ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 1β ́ ΓΚΠΔ και τον προσδιορισμό της έννοιας της «σύμβασης» ως νομικής βάσης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενώ παράλληλα εξέτασε το κατά πόσον τυχόν προηγηθείσες δεσμεύσεις του υπευθύνου επεξεργασίας μπορούν να περιορίσουν την εφαρμογή των απαιτήσεων νομιμότητας του ΓΚΠΔ.
Η υπόθεση ανέκυψε μετά από αίτημα μέλους αθλητικού συλλόγου για τη χορήγηση των διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των λοιπών μελών. Το αίτημα αυτό συνδεόταν με την πρόθεση του αιτούντος να επικοινωνήσει απευθείας με τα άλλα μέλη ενόψει επικείμενης γενικής συνέλευσης, στην οποία θα εξετάζονταν ζητήματα σχετικά με την έγκριση πώλησης ακίνητης περιουσίας του συλλόγου. Στόχος της επικοινωνίας ήταν να παρουσιάσει στα άλλα μέλη αντίθετες απόψεις και επιχειρήματα σε σχέση με τις θέσεις και τις δημόσιες ενημερώσεις του προεδρείου, καθώς και να συμβάλει στη διαμόρφωση της βούλησής τους ενόψει της ψηφοφορίας.
Ο σύλλογος αρνήθηκε τη χορήγηση των στοιχείων, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις του ΓΚΠΔ, αλλά και τη δέσμευσή του προς τα μέλη ότι οι διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για σκοπούς διαχείρισης της ιδιότητας του μέλους.
Το BGH κλήθηκε να εξετάσει αν η διαβίβαση των διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συνιστά νόμιμη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, ειδικότερα, αν μπορεί να θεμελιωθεί στη νομική βάση της αναγκαιότητας για την εκτέλεση σύμβασης κατά το άρθρο 6 παρ. 1β ́ ΓΚΠΔ.
Το δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα ξεκινώντας από τη βασική διαπίστωση ότι οι διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των μελών αποτελούν προσωπικά δεδομένα και ότι η διαβίβασή τους σε τρίτο πρόσωπο – έστω και αν αυτό είναι μέλος του ίδιου συλλόγου – συνιστά επεξεργασία κατά την έννοια του άρθρου 4 ΓΚΠΔ.
Κεντρικό σημείο της απόφασης αποτέλεσε η ερμηνεία της έννοιας της «σύμβασης» στο άρθρο 6 παρ. 1β ́ ΓΚΠΔ. Το BGH απέρριψε ρητά την άποψη ότι η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά βάσει του εθνικού δικαίου και των τυπικών προϋποθέσεων σύναψης σύμβασης. Αντιθέτως, υιοθέτησε μια αυτοτελή, ενωσιακή και λειτουργική ερμηνεία, προσανατολισμένη στον σκοπό της διάταξης. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι αν η επίμαχη έννομη σχέση αποτελεί σύμβαση κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του αστικού δικαίου, αλλά αν πρόκειται για έννομη σχέση που έχει θεμελιωθεί κατ’ άσκηση της ιδιωτικής αυτονομίας, στηριζόμενη στην ελεύθερη βούληση του υποκειμένου των δεδομένων.
Επισημαίνεται ότι η κρίση αυτή του γερμανικού δικαστηρίου παρεκκλίνει από την άποψη που έχει υιοθετήσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων, το οποίο έχει προ πολλού επισημάνει πως κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση επεξεργασίας στο άρθρο 6 παρ.1β’ ΓΚΠΔ είναι «η σύμβαση [να] είναι έγκυρη σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο για τις συμβάσεις». (ΕΣΠΔ, Κατευθυντήριες Γραμμές 2/2019, σκ. 26)
Στο πλαίσιο αυτό, το BGH έκρινε ότι η ένταξη σε σύλλογο και η αποδοχή του καταστατικού του συνιστούν έννομη σχέση που εμπίπτει στην έννοια της «σύμβασης» κατά τον ΓΚΠΔ. Η σχέση αυτή στηρίζεται σε εκούσια απόφαση των μελών και εντάσσεται, κατά τη ΓΚΠΔ, στο πεδίο των έννομων σχέσεων που μπορούν να θεμελιώσουν επεξεργασία στο πλαίσιο της εκτέλεσης σύμβασης, ανεξαρτήτως των προϋποθέσεων του εθνικού δικαίου Ως εκ τούτου, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή στο σύλλογο και η επεξεργασία δεδομένων που είναι αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων που συνδέονται με αυτή τη συμμετοχή, μπορούν να υπαχθούν στο άρθρο 6 παρ. 1β ́ ΓΚΠΔ.
Περαιτέρω, το δικαστήριο εξέτασε το στοιχείο της αναγκαιότητας της επεξεργασίας. Το BGH έκρινε ότι η διαβίβαση των διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμβατική σχέση του μέλους με τον σύλλογο, στο μέτρο που ο σύλλογος οφείλει να καθιστά δυνατή την ουσιαστική άσκηση των δικαιωμάτων των μελών. Η δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας με τα άλλα μέλη θεωρήθηκε από το BGH ως ουσιώδες στοιχείο της συμμετοχής στη συλλογική διαδικασία λήψης αποφάσεων και, συνεπώς, ως αναγκαία προϋπόθεση για την εκπλήρωση της σχετικής έννομης σχέσης.
Το BGH απέρριψε επίσης το επιχείρημα ότι η επεξεργασία θα μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στη συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων ή ότι θα έπρεπε να προηγηθεί η εκ μέρους του συλλόγου συλλογή σχετικών δηλώσεων συγκατάθεσης. Αντιθέτως, έκρινε ότι η αναγωγή της άσκησης των δικαιωμάτων των μελών σε μηχανισμούς συγκατάθεσης ή διαμεσολάβησης θα υπονόμευε τη λειτουργία της νομικής βάσης του άρθρου 6 παρ. 1β ́ ΓΚΠΔ και θα καθιστούσε την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων εξαρτώμενη από πρόσθετους και μη προβλεπόμενους περιορισμούς.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε και στο ζήτημα των προηγούμενων δεσμεύσεων του συλλόγου προς τα μέλη σχετικά με τη χρήση των ηλεκτρονικών τους διευθύνσεων. Το δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιες δεσμεύσεις δεν μπορούν να αποκλείσουν τη νομιμότητα επεξεργασίας που θεμελιώνεται απευθείας στον ΓΚΠΔ. Η εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 1β ́ ΓΚΠΔ δεν μπορεί να περιοριστεί από εσωτερικές πρακτικές ή δεσμεύσεις του υπευθύνου επεξεργασίας, εφόσον η επεξεργασία είναι αντικειμενικά αναγκαία για την εκπλήρωση της σχετικής έννομης σχέσης.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Προσωπικά Δεδομένα