ΔΕΕ: Μια καθολική ένωση δεν μπορεί να απολύσει εργαζόμενή της αποκλειστικά και μόνον επειδή αποχώρησε από την Καθολική Εκκλησία (C-258/24)
Μια τέτοια απόλυση προϋποθέτει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των ασκούμενων δραστηριοτήτων, ότι η απαίτηση μη αποχώρησης από την Καθολική Εκκλησία είναι ουσιώδης, θεμιτή και δικαιολογημένη υπό το πρίσμα της δεοντολογίας της καθολικής ένωσης
Στην υπόθεση Katholische Schwangerschaftsberatung, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι μια καθολική ένωση δεν μπορεί να απολύσει εργαζόμενή της αποκλειστικά και μόνον επειδή αποχώρησε από την Καθολική Εκκλησία, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια απόλυση προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των ασκούμενων δραστηριοτήτων, ότι η απαίτηση μη αποχώρησης από την Καθολική Εκκλησία είναι ουσιώδης, θεμιτή και δικαιολογημένη υπό το πρίσμα της δεοντολογίας της καθολικής ένωσης (C-258/24).
Ιστορικό υπόθεσης
Η Katholische Schwangerschaftsberatung είναι μια ένωση στους κόλπους της γερμανικής Καθολικής Εκκλησίας με αντικείμενο τη συμβουλευτική εγκύων. Απαιτεί από όλους τους εργαζομένους της να τηρούν τις οδηγίες της Καθολικής Εκκλησίας, σύμφωνα με τις οποίες η συμβουλευτική εγκυμοσύνης αποσκοπεί στην προστασία της ζωής του αγέννητου παιδιού και, συνεπώς, πρέπει να εμφορείται από την προσπάθεια ενθάρρυνσης της εγκύου να συνεχίσει την εγκυμοσύνη και να αποδεχθεί το παιδί της.
Όταν μία από τις συμβούλους εγκυμοσύνης, η οποία ήταν καθολική, αποχώρησε από την Καθολική Εκκλησία, η Katholische Schwangerschaftsberatung την απέλυσε για τον λόγο αυτόν. Ειδικότερα, σύμφωνα με το εφαρμοστέο κανονικό δίκαιο, η αποχώρηση από την εκκλησία θεωρείται σοβαρή αθέτηση των υποχρεώσεων πίστης των εργαζομένων.
Η σύμβουλος εγκυμοσύνης δικαιολόγησε την αποχώρησή της επικαλούμενη το γεγονός ότι η Επισκοπή του Limburg εισέπραττε, επιπλέον του κρατικού εκκλησιαστικού φόρου, πρόσθετη εκκλησιαστική εισφορά από τους καθολικούς οι οποίοι, όπως η ίδια, έχουν σύζυγο που έχει υψηλό εισόδημα και δεν υπόκειται σε εκκλησιαστικό φόρο. Εξάλλου, η εν λόγω ένωση απασχολούσε, επίσης, στην ίδια υπηρεσία συμβουλευτικής εγκυμοσύνης, μη καθολικούς εργαζομένους, οι οποίοι δεν υπέκειντο στην ίδια υποχρέωση πίστης και, ως εκ τούτου, δεν διέτρεχαν τον κίνδυνο να απολυθούν για τον ίδιο λόγο.
Στη συνέχεια, η σύμβουλος εγκυμοσύνης προσέβαλε την απόλυσή της ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων.
Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, κρίνοντας ότι η απόλυση της συμβούλου εγκυμοσύνης συνιστά διαφορετική μεταχείριση στηριζόμενη άμεσα στη θρησκεία, διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το αν μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί. Ως εκ τούτου, ζήτησε από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τους κανόνες της Ένωσης σχετικά με την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η απόφαση του ΔΕΕ
Το Δικαστήριο απαντά ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση σύμφωνα με την οποία μια ιδιωτική οργάνωση της οποίας η δεοντολογία εδράζεται σε συγκεκριμένη θρησκεία μπορεί να απαιτήσει από εργαζόμενο ο οποίος είναι μέλος ορισμένης εκκλησίας που ασκεί την εν λόγω θρησκεία να μην αποχωρήσει από την εκκλησία αυτή κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας, επί ποινή απόλυσης, ενώ
– η εν λόγω οργάνωση απασχολεί άλλα πρόσωπα για την άσκηση των ίδιων καθηκόντων με τον εν λόγω εργαζόμενο, χωρίς να απαιτεί από αυτούς να είναι μέλη της εν λόγω εκκλησίας, και
– ο εργαζόμενος δεν δραστηριοποιείται δημοσίως κατά τρόπο εχθρικό προς τη συγκεκριμένη εκκλησία,
στην περίπτωση που, υπό το πρίσμα της φύσης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του εργαζομένου ή του πλαισίου εντός του οποίου αυτές ασκούνται, οι επαγγελματικές αυτές απαιτήσεις δεν είναι ουσιώδεις, θεμιτές και δικαιολογημένες, λαμβανομένης υπόψη της δεοντολογίας της εν λόγω οργάνωσης.
Αν και η εκτίμηση αυτή εναπόκειται, εν προκειμένω, στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, το Δικαστήριο του παρέχει ωστόσο μια σειρά στοιχείων.
Κατά το Δικαστήριο, η επίμαχη απαίτηση δεν φαίνεται ιδίως να είναι «ουσιώδης» για τη δραστηριότητα του συμβούλου εγκυμοσύνης. Ειδικότερα, η Katholische Schwangerschaftsberatung έχει προσλάβει σε τέτοιες θέσεις εργαζομένους που δεν είναι μέλη της Καθολικής Εκκλησίας. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι η ίδια η ένωση εκτιμά ότι η ιδιότητα του μέλους της Καθολικής Εκκλησίας δεν είναι αναγκαία και ότι αρκεί οι σύμβουλοι εγκυμοσύνης να αναλαμβάνουν τη δέσμευση να τηρούν τις σχετικές οδηγίες της Καθολικής Εκκλησίας.
Επιπροσθέτως, η σύμβουλος εγκυμοσύνης δήλωσε ότι λόγος της αποχώρησής της ήταν η επιβολή σε αυτήν πρόσθετης εκκλησιαστικής εισφοράς επειδή ο σύζυγός της δεν είναι καθολικός και έχει υψηλό εισόδημα. Με την αποχώρησή της από την Καθολική Εκκλησία, δεν αποστασιοποιήθηκε από τις θεμελιώδεις αρχές και αξίες της Εκκλησίας αυτής ούτε τις αποποιήθηκε. Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι δεν είναι πλέον διατεθειμένη να τηρεί τις οδηγίες αυτές σύμφωνα με τη σχετική δέσμευση που έχει αναλάβει με τη σύμβαση εργασίας της.
Εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στην Katholische Schwangerschaftsberatung να αποδείξει ότι ο προβαλλόμενος κίνδυνος να προσβληθεί η δεοντολογία της ή το δικαίωμα αυτονομίας της είναι πιθανός και σοβαρός, ώστε η επιβολή μιας τέτοιας απαίτησης να είναι πράγματι αναγκαία και σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο curia.europa.eu.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
- Ευρωπαϊκό Δίκαιο