Δικαίωμα έκφρασης και δεοντολογία στον δημόσιο και υπηρεσιακό λόγο των δικαστών
Η ομιλία του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας για την ελευθερία έκφρασης και τους περιορισμούς της, τη δικαστική δεοντολογία ως ηθικό όριο του δημόσιου λόγου και το δημόσιο και υπηρεσιακό λόγο των δικαστών
Δημοσιεύθηκε η ομιλία του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας με τίτλο «Δικαίωμα έκφρασης και δεοντολογία στον δημόσιο και υπηρεσιακό λόγο των δικαστών»:
«Α. Η ελευθερία της έκφρασης και οι περιορισμοί της
Ο δημόσιος λόγος είναι κάθε μορφή λόγου (προφορικού ή γραπτού) που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και εκφέρεται στον δημόσιο χώρο με σκοπό την ενημέρωση, την πειθώ ή τη διαμόρφωση απόψεων για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο δημόσιος λόγος δεν ορίζεται τυπικά, αλλά προσδιορίζεται λειτουργικά στο πλαίσιο του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν μορφή δημόσιου λόγου, όταν μια ανάρτηση απευθύνεται σε ευρύ ή απροσδιόριστο κοινό. Ιδιωτικά μηνύματα ή αναρτήσεις που απευθύνονται σε κλειστό κύκλο δεν θεωρούνται δημόσιος λόγος.
Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους του δημοκρατικού πολιτεύματος και του κράτους δικαίου. Χωρίς την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, χωρίς τη δυνατότητα κριτικής και διαφωνίας, η Δημοκρατία απονευρώνεται και ο δημόσιος διάλογος καθίσταται προσχηματικός.
Ωστόσο, η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι και δεν μπορεί να είναι απεριόριστη. Η ίδια η έννοια του δικαίου επιβάλλει την αναζήτηση ισορροπίας μεταξύ ατομικών ελευθεριών και προστασίας των δικαιωμάτων των άλλων, της κοινωνικής ειρήνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ο δημόσιος λόγος, ιδίως στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, διαθέτει πρωτόγνωρη εμβέλεια και ταχύτητα. Μπορεί να φωτίσει την αλήθεια, αλλά και να διαστρεβλώσει· να ενισχύσει τη δημοκρατική συμμετοχή, αλλά και να υποκινήσει μίσος, φόβο ή βία. Η ευθύνη, επομένως, όσων εκφράζονται δημόσια είναι αυξημένη — και η ευθύνη των δικαστών ακόμη μεγαλύτερη.
Το άρθρο 14 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνει ευρύτατα την ελευθερία του λόγου, περιλαμβάνοντας όχι μόνο τις απόψεις που γίνονται αποδεκτές, αλλά και εκείνες που «προσβάλλουν, σοκάρουν ή ανησυχούν». Η νομολογία του ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η προστασία είναι ιδιαίτερα αυξημένη όταν πρόκειται για δημόσιο διάλογο, πολιτική κριτική ή ζητήματα γενικότερου κοινωνικού ενδιαφέροντος.
Ωστόσο, η ίδια νομολογία καθιστά σαφές ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι απόλυτη. Περιορίζεται θεμιτά όταν προσβάλλεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όταν υποκινείται μίσος ή βία, ή όταν θίγονται αδικαιολόγητα η τιμή και η υπόληψη προσώπων.
Στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα, ο δημόσιος λόγος έχει αποκτήσει πρωτόγνωρη ένταση και διάχυση. Η λέξη δεν είναι πλέον παροδική· παραμένει, αναπαράγεται, πολλαπλασιάζεται. Αυτό αυξάνει εκθετικά τόσο την ισχύ της έκφρασης όσο και την πιθανή βλάβη. Αυτό συνδυάζεται με το γεγονός ότι ο πολίτης έχει τόσο μεγάλη πρόσβαση στην πληροφορία όσο ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας όμως οι θεωρίες συνωμοσίας και ο απλουστευτικός λόγος κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Το αξιακό σύστημα της δημοκρατικής κοινωνίας και πολιτείας υποχωρεί στο όνομα της δημοκρατίας και χάριν της ατομικότητας. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσεται η αμφισβήτηση των ιεραρχιών στους θεσμούς, στοιχείο θετικό στο βαθμό που οι ιεραρχίες συνοδεύονταν για πολλές δεκαετίες από τη διαρκή απειλή κυρώσεων, όμως σταδιακά η αμφισβήτηση απέκτησε τεράστια δυναμική με συνέπεια οι θεωρίες αποδόμησης να κυριαρχήσουν τα δε μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν τη χαριστική βολή καθώς επέτρεψαν στους πάντες να εκφέρουν λόγο για τα πάντα ακόμα και για αυτά που δεν γνωρίζουν. Έτσι φτάσαμε στο σημείο το συναίσθημα να επικρατεί της λογικής και η απλούστευση να είναι πιο πειστική από την περιπλοκότητα.
Β. Η δικαστική δεοντολογία ως ηθικό όριο του δημόσιου λόγου
Η δεοντολογία λειτουργεί ως το ηθικό όριο του λόγου: δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά τη νοηματοδοτεί. Θέτει το ερώτημα όχι μόνο του «επιτρέπεται», αλλά και του «πρέπει». Η δεοντολογία δεν λειτουργεί ως εξωτερικός περιορισμός, αλλά ως εσωτερικό μέτρο ποιότητας του δημόσιου λόγου.
Η δικαστική ανεξαρτησία δεν κατοχυρώνεται μόνο στο Σύνταγμα. Κατοχυρώνεται καθημερινά από τη στάση, τον λόγο και τη συμπεριφορά του ίδιου του δικαστή. Και ακριβώς γι’ αυτό, η δεοντολογία δεν είναι ένα εξωτερικό σύνολο κανόνων, αλλά θεμελιώδες στοιχείο της δικαστικής ταυτότητας.
Ο δικαστής δεν παύει να είναι πολίτης. Ωστόσο, ο δημόσιος λόγος του φέρει πάντοτε το βάρος του λειτουργήματός του και επηρεάζει, άμεσα ή έμμεσα, την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη. Η ελευθερία της έκφρασης του δικαστή υφίσταται, αλλά ασκείται υπό το πρίσμα της θεσμικής ευθύνης του.
Ο δημόσιος λόγος του δικαστή —είτε πρόκειται για δημόσιες παρεμβάσεις, είτε για συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο, είτε για σύγχρονες μορφές επικοινωνίας— δέον να χαρακτηρίζεται από μέτρο, νηφαλιότητα και αυτοσυγκράτηση. Το ΕΔΔΑ στην απόφαση Di Giovanni κατά Ιταλίας αναγνώρισε ότι η ιδιότητα του δικαστή δεν συνεπάγεται σιωπή, αλλά απαιτεί μετριοπάθεια. Όχι επειδή ο δικαστής στερείται άποψης, αλλά επειδή η άποψή του, λόγω της ιδιότητάς του, αποκτά αυξημένο ειδικό βάρος.
Η αποστασιοποίηση από πολιτικές ή ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και η προσεκτική χρήση του λόγου δεν αποτελούν περιορισμό της ελευθερίας, αλλά όρο διαφύλαξης της αμεροληψίας — τόσο της πραγματικής όσο και της φαινόμενης. Και γνωρίζουμε όλοι ότι στη Δικαιοσύνη, η εικόνα της αμεροληψίας είναι εξίσου κρίσιμη με την ουσία της.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η δεοντολογία στις ενδοδικαστικές σχέσεις και ειδικότερα στις σχέσεις κατώτερων δικαστών με τους ανώτερους και το αντίστροφο. Η ιεραρχική διάρθρωση της Δικαιοσύνης δεν αναιρεί την προσωπική και τη λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή. Αντίθετα, προϋποθέτει την ώριμη συνύπαρξη σεβασμού και διατήρησης της ανεξαρτησίας.
Ο σεβασμός προς τους ανώτερους δικαστές δεν ταυτίζεται με την άκριτη συμμόρφωση ούτε με τον φόβο της αξιολόγησης. Ούτε, όμως, η ανεξαρτησία νομιμοποιεί την απαξίωση, την επιθετικότητα ή τη δημόσια αμφισβήτηση του κύρους των ανώτερων δικαστών. Η δεοντολογία επιβάλλει θεσμική ευπρέπεια και επιστημονικά τεκμηριωμένη διαφωνία.
Στο ίδιο πλαίσιο, η δεοντολογία λειτουργεί και ως ασπίδα. Προστατεύει τον δικαστή από την εργαλειοποίηση ή από την παρερμηνεία των προθέσεών του. Ένας λόγος μετρημένος και θεσμικός δεν περιορίζει τον δικαστή, τον θωρακίζει.
Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν διαμορφώνεται μόνο στις δικαστικές αίθουσες. Διαμορφώνεται και στον δημόσιο χώρο, μέσα από τη συνολική στάση των λειτουργών της. Σε εποχές έντασης, κοινωνικής πόλωσης και αμφισβήτησης των θεσμών, η δεοντολογική ετοιμότητα του δικαστή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Ο πρωτοβάθμιος δικαστής βρίσκεται στην πρώτη επαφή του πολίτη με τη Δικαιοσύνη. Είναι συχνά η μόνη εικόνα που ο πολίτης θα σχηματίσει για το σύστημα συνολικά. Και γι’ αυτό, η προσωπική στάση, ο λόγος, η θεσμική συμπεριφορά έχουν βαρύνουσα σπουδαιότητα.
Η δεοντολογία δεν είναι περιορισμός. Είναι έκφραση ωριμότητας, αυτοσεβασμού και συνείδησης της αποστολής μας. Είναι η σιωπηρή αλλά σταθερή εγγύηση ότι η ανεξαρτησία δεν είναι μόνο κατοχυρωμένη, αλλά και άξια εμπιστοσύνης.
Αντίστοιχα, οι αρχές της Bangalore για τη Δεοντολογία των Δικαστών, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί ευρέως ως σημείο αναφοράς και στον ευρωπαϊκό χώρο, θέτουν ως θεμελιώδεις αξίες την ανεξαρτησία, την αμεροληψία, την ακεραιότητα και την ευπρέπεια των λειτουργών της Δικαιοσύνης. Ιδιαίτερα η αρχή της ευπρέπειας δεν αφορά μόνο τη σχέση του δικαστή με τους διαδίκους ή την κοινωνία, αλλά και τη συμπεριφορά του έναντι συναδέλφων όλων των βαθμίδων.
Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, ο δικαστής οφείλει να αποφεύγει κάθε συμπεριφορά που θα μπορούσε να εκληφθεί είτε ως υποταγή σε ιεραρχική πίεση είτε ως απαξίωση της κρίσης ανώτερων δικαστών. Η λειτουργική ανεξαρτησία δεν αναιρεί τη θεσμική αλληλοεκτίμηση· αντίθετα, την προϋποθέτει.
Η Ευρωπαϊκή Χάρτα για το Καθεστώς των Δικαστών τονίζει ότι οι σχέσεις μεταξύ δικαστών διαφορετικών βαθμών πρέπει να διέπονται από σεβασμό στην ανεξαρτησία της δικαιοδοτικής κρίσης, χωρίς να δημιουργούνται σχέσεις εξάρτησης ή άτυπης επιρροής. Η αξιολόγηση, η ιεραρχία και η υπηρεσιακή εξέλιξη δεν πρέπει να μετατρέπονται σε παράγοντες αυτολογοκρισίας ή φόβου.
Ο δικαστικός λειτουργός, όπως κάθε πολίτης, έχει το δικαίωμα να εκφράζει δημόσια τη γνώμη του. Ασκεί το δικαίωμά του αυτό με σύνεση, μετριοπάθεια, αυτοσυγκράτηση και διακριτικότητα, ώστε να μην θίγεται το κύρος της Δικαιοσύνης και η εμπιστοσύνη της κοινωνίας στην ανεξαρτησία, την αμεροληψία και την ακεραιότητα του θεσμού.
Οι ενδοδικαστικές σχέσεις είναι καθρέφτης της ωριμότητας του θεσμού μας. Ο αμοιβαίος σεβασμός, η συναδελφικότητα και η επίγνωση των ρόλων δεν μειώνουν την ανεξαρτησία, αλλά τη θωρακίζουν. Και ιδίως για τους πρωτοβάθμιους δικαστές, που αποτελούν το πρώτο σημείο επαφής του πολίτη με τη Δικαιοσύνη, η δεοντολογική στάση έχει πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο.
Η δεοντολογία στις ενδοδικαστικές σχέσεις δεν είναι ζήτημα τυπικής συμμόρφωσης σε κείμενα. Είναι καθημερινή πρακτική, στάση ευθύνης και συνειδητή επιλογή θεσμικής αξιοπρέπειας. Και τελικά είναι αυτή που καθιστά την ανεξαρτησία όχι μόνο κατοχυρωμένη, αλλά και πειστική.
Γ. Δημόσιος και υπηρεσιακός λόγος
Ο υπηρεσιακός λόγος των δικαστών, ως έκφραση της δικαιοδοτικής λειτουργίας και άσκηση δημόσιας εξουσίας, κατά ακριβολογία δεν συνιστά δημόσιο λόγο υπό την έννοια της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά θεσμικό λόγο, δεσμευόμενο από την αρχή της νομιμότητας και τις εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας. Η προστασία του δεν αντλείται από το άρθρο 14 Σ ή το άρθρο 10 ΕΣΔΑ, αλλά από τις διατάξεις που κατοχυρώνουν τη λειτουργική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Ο Habermas στο θεμελιώδες έργο του για τον δημόσιο λόγο, The Structural Transformation of the Public Sphere, αναλύει πώς ο λόγος στη "δημόσια σφαίρα" διαφέρει από τον κρατικό-διοικητικό λόγο. Ο υπηρεσιακός λόγος, ως στοιχείο του συστήματος, υπόκειται σε αυστηρότερους περιορισμούς στο πλαίσιο της νομιμότητας και της ορθολογικότητας. Εάν ο υπηρεσιακός λόγος γίνει υπερβολικά «πολιτικός» ή «συναισθηματικός», χάνει την αποτελεσματικότητά του.
Ένας ανώτατος δικαστής, όταν ασκεί εποπτεία στο έργο κατώτερων δικαστών, οφείλει να απευθύνεται σε αυτούς με τρόπο που να διακρίνεται από θεσμική ευθύνη, σεβασμό και συναδελφικότητα. Η εποπτεία δεν συνιστά διοικητική ιεραρχία τύπου «εντολής–υπακοής», αλλά αρμοδιότητα που πρέπει να ασκείται με τρόπο συμβατό με τη δικαστική ανεξαρτησία.
Υπό τα δεδομένα αυτά δεν είναι ορθό ο προϊστάμενος δικαστηρίου να απαξιώσει ενώπιον των δικαστών του τυχόν θεσμική προτροπή του Προέδρου ανωτάτου δικαστηρίου για αποδοτικότερη λειτουργία, εφόσον αυτή καμία μορφή παρέμβασης στη δικαιοδοτική κρίση δεν εμπεριέχει. Τυχόν απαξιωτική στάση δεν συνιστά διάβημα προστασίας της εσωτερικής ανεξαρτησίας ιεραρχικά κατώτερου δικαστηρίου, αλλά διατάραξη της θεσμικής ευπρέπειας και της ενότητας της δικαστικής λειτουργίας. Ο υπηρεσιακός λόγος δεν ενέχει κάποια έκφανση προσωπικής αξιολόγησης άλλων οργάνων, αλλά αποτελεί λειτουργικό μέσο άσκησης αρμοδιότητας.
Συνοψίζοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι το ύφος και το περιεχόμενο του δημόσιου και του υπηρεσιακού λόγου από πρόσωπα που ασκούν το δικαστικό λειτούργημα επηρεάζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη και εν τέλει επιδρούν στην ποιότητα της δημοκρατίας.
• Απόφαση Danileț κατά Ρουμανίας (2024/2025): Αν και αφορούσε social media, το ΕΔΔΑ έθεσε το πλαίσιο: οι δικαστές προστατεύονται από την ελευθερία έκφρασης, αλλά η χρήση προσβλητικών ή ασεβών εκφράσεων προς συναδέλφους ή θεσμούς μπορεί να δικαιολογήσει πειθαρχική κύρωση, αρκεί αυτή να είναι ανάλογη προς το παράπτωμα.
• Υπόθεση Di Giovanni κατά Ιταλίας: Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δικαστές οφείλουν να διατηρούν το κύρος της δικαιοσύνης ακόμη και στην κριτική τους. Η χρήση "ανάρμοστων εκφράσεων" σε κείμενα που κυκλοφορούν εντός του δικαστικού σώματος θεωρείται συχνά παραβίαση της δικαστικής δεοντολογίας.
• Συμβούλιο Δεοντολογίας ΕΔΔΑ (Ethics Council): Το όργανο αυτό, που ιδρύθηκε πρόσφατα, εξετάζει την τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας (Resolution on Judicial Ethics). Σύμφωνα με αυτόν, κάθε επικοινωνία δικαστή (συμπεριλαμβανομένων των email προς συναδέλφους) πρέπει να διέπεται από ακεραιότητα (integrity) και σεβασμό, αποφεύγοντας εκφράσεις που κλονίζουν την εμπιστοσύνη στο θεσμό.
• Νομολογία για Ιδιωτική Αλληλογραφία: Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει (π.χ. υπόθεση Bărbulescu) ότι, ενώ τα email προστατεύονται ως "αλληλογραφία" (Άρθρο 8), η χρήση τους για επαγγελματικούς σκοπούς με ανάρμοστο περιεχόμενο (ύβρεις, προσβολές) επιτρέπει στον εργοδότη ή το πειθαρχικό όργανο να παρέμβει, καθώς το επαγγελματικό καθήκον υπερέχει της προσδοκίας απορρήτου σε τέτοιες περιπτώσεις.
• Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ): Η υπόθεση Guja v. Moldova (2008) αποτελεί σταθμό. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν δικαίωμα στον δημόσιο λόγο (ελευθερία έκφρασης), αλλά αυτός πρέπει να εξισορροπείται με το καθήκον της εχεμύθειας και της πίστης που διέπει την υπηρεσιακή τους θέση.
• Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ (Supreme Court): Η υπόθεση Garcetti v. Ceballos (2006) ξεκαθάρισε ότι, όταν οι δημόσιοι υπάλληλοι μιλούν στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων (official duties), δεν προστατεύονται από την Πρώτη Τροπολογία (ελευθερία λόγου) με τον ίδιο τρόπο που προστατεύεται ένας ιδιώτης στον δημόσιο λόγο.
Τέλος ως προς την επιλογή των προεδρείων των ανωτάτων δικαστηρίων, στην οποία αναφέρθηκε η Πρόεδρος της Ένωσης, ενόψει της συνταγματικής αναθεώρησης, θα ήθελα να επισημάνω τα εξής:
Η πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει γνωμοδότηση των ολομελειών των ανώτατων δικαστηρίων για την επιλογή των προέδρων και των αντιπροέδρων πριν από την άσκηση της αποφασιστικής αρμοδιότητας από το υπουργικό συμβούλιο, διασφαλίζει τη δικαστική ανεξαρτησία και ταυτόχρονα εγγυάται τη λαϊκή κυριαρχία, όπως αυτή αντανακλάται στην κυβέρνηση που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου. Εάν υιοθετηθεί η άποψη ότι το υπουργικό συμβούλιο δεσμεύεται όχι μόνο από τη λίστα των υποψηφίων που λαμβάνουν τις περισσότερες ψήφους στην ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου αλλά και από τη σειρά των υποψηφίων τότε οι δικαστές δεν γνωμοδοτούν απλώς αλλά αποφασίζουν. Αυτό σημαίνει αυτονόμηση της δικαιοσύνης, η οποία εγκυμονεί κίνδυνο για τη λειτουργία της δικαιοσύνης αλλά και για τη δημοκρατία.
Ο κίνδυνος για τη Δικαιοσύνη συνίσταται στη δημιουργία ομαδοποιήσεων και εντάσεων εντός του δικαστικού σώματος στο πλαίσιο της διεκδίκησης ψήφων. Τυχόν ομαδοποιησεις θα οδηγήσουν ενδεχομένως και σε φαινόμενα πολιτικοποίησης της Δικαιοσυνης με τη δημιουργία παρατάξεων. Ταυτόχρονα θα απονευρωθούν οι θεσμοί λογοδοσίας των δικαστών, όπως η αξιολόγηση, η πειθαρχική ευθύνη και η εποπτεία του έργου τους, καθώς οι αρχαιότεροι δικαστές που ασκούν τις πιο πάνω αρμοδιότητες θα εξαρτώνται από την ψήφο των νεότερων για την επιλογή τους, το στοιχείο δε αυτό θα υποβάλει σε μεγάλη δοκιμασία την ανεξαρτησία έναντι των συναδέλφων τους.
Κίνδυνος ανακύπτει και για το ίδιο το πολίτευμα, διότι αυτονομημένη δικαιοσύνη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το θεμελιώδες σύστημα εξισορροπήσεων και αλληλοελέγχων μεταξύ των πολιτειακών εξουσιών στη φιλελεύθερη δημοκρατία.»
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων