Διαφήμιση

Προσωπικά δεδομένα: Η νομική βάση του εννόμου συμφέροντος μέσα από αποφάσεις των εποπτικών αρχών

Μια νέα μελέτη εξωτερικού εμπειρογνώμονα του ΕΣΠΔ για τα χαρακτηριστικά και τις προϋποθέσεις της πιο απαιτητικής νομικής βάσης του ΓΚΠΔ

e-nomike-base-tou-ennomou-sumpherontos-mesa-apo-apophaseis-ton-epoptikon-arkhon

Η έννοια του «έννομου συμφέροντος» ως νομικής βάσης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων υπό το άρθρο 6 παρ. 1στ’ ΓΚΠΔ αποτελεί το αντικείμενο μιας νέας σημαντικής μελέτης που δημοσίευσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (ΕΣΠΔ), στο πλαίσιο του προγράμματος Support Pool of Experts (SPE).

Η μελέτη φέρει τον τίτλο «One-stop-shop Case Digest - Legitimate interest» και έχει συνταχθεί από τον TJ McIntyre, Αναπληρωτή Καθηγητή του Sutherland School of Law στο University College Dublin. Σε αυτήν εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι εθνικές εποπτικές αρχές και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων εφαρμόζουν τη συγκεκριμένη διάταξη, μέσα από ένα ευρύ φάσμα αποφάσεων με διαφορετικά πραγματικά περιστατικά.

Το υλικό της ανάλυσης αντλείται από αποφάσεις που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 60 ΓΚΠΔ, καθώς και από δεσμευτικές αποφάσεις του ΕΣΠΔ στο πλαίσιο των άρθρων 65 και 66. Συνολικά έχουν εντοπιστεί 62 αποφάσεις στο πλαίσιο του one-stop-shop και πέντε δεσμευτικές αποφάσεις του ΕΣΠΔ, οι οποίες εξετάστηκαν με χρονικό ορίζοντα από τον Δεκέμβριο του 2018 έως τον Ιούνιο του 2025. Οι αποφάσεις αυτές προέρχονται από το μητρώο του ΕΣΠΔ και αποτυπώνουν την πρακτική εφαρμογή του εννόμου συμφέροντος σε διασυνοριακές περιπτώσεις επεξεργασίας.

Οι υποθέσεις που εξετάζονται καλύπτουν ευρύ φάσμα περιπτώσεων, γεγονός που αντανακλά τη φύση του εννόμου συμφέροντος ως μιας νομικής βάσης ευέλικτης, αλλά και απαιτητικής. Παρά την ποικιλομορφία αυτή, οι αποφάσεις παρουσιάζουν κοινά ζητήματα, ιδίως ως προς τον προσδιορισμό των συμφερόντων που μπορούν να θεωρηθούν «έννομα» και ως προς την αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της επεξεργασίας.

Η μελέτη οργανώνεται με βάση τη δομή των Κατευθυντήριων Γραμμών 1/2024 του ΕΣΠΔ, αφού αρχικά παρουσιάζονται οι βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 6 παρ. 1στ’ ΓΚΠΔ και στη συνέχεια αναλύονται μοτίβα και τάσεις που προκύπτουν από τις επιμέρους αποφάσεις.

Ως προς τη μεθοδολογία, επισημαίνεται ότι η ανάλυση υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς. Το δημόσιο μητρώο αποφάσεων δεν περιλαμβάνει το σύνολο των αποφάσεων όλων των κρατών μελών, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι περιορισμένες ή έχουν υποστεί εκτεταμένη απόκρυψη. Επιπλέον, ορισμένες αποφάσεις δημοσιεύονται σε συνοπτική μορφή ή εξετάζουν το έννομο συμφέρον παρεμπιπτόντως.

Σύμφωνα με τη μελέτη, αλλά και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, το έννομο συμφέρον ως νομική βάση προϋποθέτει την πλήρωση τριών σωρευτικών προϋποθέσεων: την ύπαρξη συμφέροντος του υπευθύνου επεξεργασίας ή τρίτου, την αναγκαιότητα της επεξεργασίας για την επίτευξη του σκοπού αυτού και τη μη υπερίσχυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη διάκριση μεταξύ «σκοπού» και «συμφέροντος». Ο σκοπός αφορά τον συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο πραγματοποιείται η επεξεργασία, ενώ το συμφέρον αναφέρεται στο ευρύτερο όφελος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος. Η διάκριση αυτή εμφανίζεται συστηματικά στις αποφάσεις, ιδίως σε περιπτώσεις όπου οι υπεύθυνοι επεξεργασίας προβάλλουν πολλαπλά ή σύνθετα συμφέροντα.

Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη το έννομο συμφέρον να διατυπώνεται με σαφήνεια και ακρίβεια. Η αοριστία ως προς το περιεχόμενό του έχει οδηγήσει επανειλημμένα σε απόρριψη της συγκεκριμένης νομικής βάσης, καθώς δεν επιτρέπει τη διενέργεια της απαιτούμενης στάθμισης ούτε την επαρκή ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων.

Το πλήρες κείμενο της μελέτης είναι διαθέσιμο στα αγγλικά στον ιστότοπο του ΕΣΠΔ.

Πηγή: ΕΣΠΔ