Διαφήμιση

Η νομιμότητα της επικοινωνίας για εμπορική προώθηση δεν κρίνεται με βάση τον ΓΚΠΔ (ΔΕΕ C-654/23 - Inteligo Media)

Η συλλογή email για δωρεάν περιεχόμενο σε συνδρομητική υπηρεσία συνιστά πώληση που δικαιολογεί την εμπορική προώθηση σύμφωνα με το άρθρο 13 της Οδηγίας 2002/58

e-nomimoteta-tes-epikoinonias-gia-emporike-proothese-den-krinetai-me-base-ton-gkpd-dee-c-65423-inteligo-media

Επιμέλεια: Δημήτρης Βέρρας

Μια σημαντική απόφαση δημοσίευσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη σχέση της εμπορικής επικοινωνίας με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων, καθώς και τις περιπτώσεις που εντάσσονται στην επικοινωνία αυτή.

Πρόκειται για την απόφαση επί της υπόθεσης C-654/23 (Inteligo Media), η οποία ήχθη ενώπιον του ΔΕΕ μετά από προδικαστική αίτηση του Εφετείου Βουκουρεστίου.

Η υπόθεση αφορά τη ρουμανική εταιρεία Inteligo Media, η οποία εκδίδει διαδικτυακό μέσο ενημέρωσης του ευρέος κοινού σχετικά με τις νομοθετικές μεταβολές στη χώρα. Το 2018, η εταιρεία εισήγαγε συνδρομητική υπηρεσία για μέρος του περιεχομένου που παρείχε στους αναγνώστες της. Κατά τον χρόνο εκείνο, η εταιρεία επέτρεπε στους χρήστες τη δωρεάν ανάγνωση έως έξι άρθρων το μήνα, ενώ η πρόσβαση σε επιπλέον άρθρα δινόταν εφόσον ο χρήστης δημιουργούσε δωρεάν λογαριασμό, αποδεχόμενος τους όρους παροχής της της υπηρεσίας «Service Premium».

Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπηρεσίας, ο χρήστης δικαιούνταν δωρεάν πρόσβαση σε δύο επιπλέον άρθρα μηνιαίως, δωρεάν λήψη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ημερήσιου ενημερωτικού δελτίου με τίτλο «Personal Update», το οποίο περιλάμβανε επισκόπηση των νομοθετικών εξελίξεων της προηγούμενης ημέρας με υπερσυνδέσμους προς τα σχετικά άρθρα που ήταν διαθέσιμα στην πλατφόρμα, καθώς και προαιρετική πρόσβαση έναντι αντιτίμου σε όλα τα άρθρα του μέσου ενημέρωσης και λήψη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πλήρους κειμένου του εν λόγω δελτίου με τίτλο «Ενημερωτική ανακεφαλαίωση».

Κατά τη δημιουργία του λογαριασμού τους, οι χρήστες μπορούσαν να επιλέξουν να μη λαμβάνουν το ενημερωτικό δελτίο «Personal Update» κάνοντας κλικ σε σχετικό τετραγωνίδιο. Ομοίως, κάθε φορά που λάμβαναν το δελτίο, οι χρήστες που δεν επιθυμούσαν να το λαμβάνουν εφεξής μπορούσαν να πατήσουν το κουμπί «Διακοπή λήψης του δελτίου».

Ένα χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2019, η ρουμανική αρχή προστασίας δεδομένων ANSPDCP επέβαλε στην InteligoMedia πρόστιμο ύψους περίπου 9.000 ευρώ για την παραβίαση διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων. Η ρουμανική αρχή έκρινε πως η εταιρεία δεν είχε ενεργήσει σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 5 παρ.1α ́και β ́, 6 παρ.1α’ και 7 ΓΚΠΔ, καθώς δεν ήταν σε θέση να αποδείξει τη ρητή συγκατάθεση των χρηστών που είχαν δημιουργήσει λογαριασμό, ενώ παράλληλα είχε υποβάλει τα δεδομένα αυτά σε επεξεργασία ασύμβατη προς τον σκοπό για τον οποίο είχαν συλλεγεί αρχικώς. Συγκεκριμένα, τα εν λόγω δεδομένα, τα οποία είχαν συλλεγεί αρχικώς προς εκτέλεση των οικείων συμβάσεων, είχαν αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας προς τον σκοπό της διαβίβασης του ενημερωτικού δελτίου «Personal Update».

Η Inteligo Media αμφισβήτησε το πρόστιμο αυτό. Προσέφυγε στα δικαστήρια, ζητώντας την ακύρωση της απόφασης της ANSPDCP, με την υπόθεση να φτάνει τελικώς, μετά από 4 χρόνια και 2 εφέσεις, ενώπιον του ΔΕΕ.

Το ρουμανικό εφετείο έθεσε προς το Δικαστήριο εννέα ερωτήματα και υποερωτήματα, τα κρίσιμα όμως ζητήματα που τελικώς εξετάστηκαν ήταν δύο: κατά πόσον η επίμαχη δραστηριότητα συνιστά εμπορική προώθηση στο πλαίσιο της εξαίρεσης του άρθρου 13 παρ.2 της Οδηγίας 2002/58 και κατά πόσον η τυχόν ένταξη στην εξαίρεση αυτή βγάζει εκτός εφαρμογής τις απαιτήσεις νομιμότητας του ΓΚΠΔ.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 13 της Οδηγίας 2002/58 προβλέπει ότι:

Παρά την παράγραφο 1, αν ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο αποκτά από τους πελάτες του στοιχεία επαφής του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ, μπορεί να χρησιμοποιεί τα εν λόγω στοιχεία για την απευθείας εμπορική προώθηση των δικών του παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι οι πελάτες του έχουν σαφώς και ευδιάκριτα την ευκαιρία να αντιτάσσονται, δωρεάν και εύκολα, σε αυτή τη συλλογή και χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών στοιχείων επαφής κατά τη στιγμή της συλλογής τους, και τούτο με κάθε μήνυμα, σε περίπτωση που ο χρήστης αρχικά δεν είχε διαφωνήσει με αυτή τη χρήση.

Η διάταξη αυτή έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο με το άρθρο 11 παρ.3 του Ν. 3471/2006, σύμφωνα με το οποίο:

Τα στοιχεία επαφής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποκτήθηκαν νομίμως, στο πλαίσιο της πώλησης προϊόντων ή υπηρεσιών ή άλλης συναλλαγής, μπορούν να χρησιμοποιούνται για την απευθείας προώθηση παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών του προμηθευτή ή για την εξυπηρέτηση παρόμοιων σκοπών, ακόμη και όταν ο αποδέκτης του μηνύματος δεν έχει δώσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεση του, υπό την προϋπόθεση ότι του παρέχεται κατά τρόπο σαφή και ευδιάκριτο η δυνατότητα να αντιτάσσεται, με εύκολο τρόπο και δωρεάν, στη συλλογή και χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών του στοιχείων και αυτό κατά τη συλλογή των στοιχείων επαφής, καθώς και σε κάθε μήνυμα, σε περίπτωση που ο χρήστης αρχικά δεν είχε διαφωνήσει σε αυτή τη χρήση.

Η κρίση του ΔΕΕ

1Α. Ως προς το κατά πόσον η επίμαχη δραστηριότητα συνιστά επικοινωνία για εμπορική προώθηση του άρθρου 13 παρ.2 της Οδηγίας.

Το Δικαστήριο παρατήρησε καταρχήν πως η Οδηγία δεν δίνει την έννοια της επικοινωνίας που αποστέλλεται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης», υπενθυμίζοντας πως το ίδιο έχει ήδη κρίνει ότι η εν λόγω έννοια καλύπτει τις επικοινωνίες που επιδιώκουν εμπορικό σκοπό και απευθύνονται άμεσα και ατομικά σε έναν καταναλωτή. Το γεγονός πως η επίμαχη επικοινωνία έχει «επιπλέον» ενημερωτικό περιεχόμενο, δεν σημαίνει ότι η επικοινωνία αυτή δεν αποτελεί επικοινωνία που πραγματοποιείται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης».

Αντιθέτως, το ΔΕΕ επεσήμανε πως η επίμαχη επικοινωνία «αποσκοπεί στο να ωθήσει τους ενδιαφερόμενους χρήστες να αποκτήσουν πρόσβαση στο περιεχόμενο που διατίθεται από τον εκδότη επί πληρωμή, ενθαρρύνοντας την εξάντληση του αριθμού των άρθρων που διατίθενται δωρεάν στη διαδικτυακή πλατφόρμα και την απόκτηση πλήρους συνδρομής». Επομένως, «αποσκοπεί στην προώθηση της πώλησης του εν λόγω περιεχομένου και επιδιώκει, κατά συνέπεια, εμπορικό σκοπό».

Περαιτέρω, εφόσον η επικοινωνία αυτή εμφανίζεται απευθείας στην ηλεκτρονική θυρίδα εισερχομένων του email των αποδεκτών της, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πραγματοποιείται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης». Ο σκοπός αυτός δεν είναι απαραίτητο να «συνάγεται αποκλειστικά» από το περιεχόμενο της επικοινωνίας, μπορεί να συνάγεται «επίσης» από τη «δομή της προσφοράς» του αποστολέα.

Πέραν του γράμματος της διάταξης, το Δικαστήριο επικαλέστηκε και το πλαίσιο και τους σκοπούς αυτής ως ενισχυτικούς της ερμηνείας του. Σύμφωνα με το σκεπτικό του, αν δεχόμασταν πως η επικοινωνία αυτή δεν πραγματοποιείται «για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης», θα τη βγάζαμε από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 παρ.2 της Οδηγίας και άρα τις εγγυήσεις του για την προστασία της ιδιωτικής ζωής των εν λόγω χρηστών.

1Β. Ως προς το κατά πόσον η απόκτηση των emailαπό την Inteligo Media έγινε «στο πλαίσιο πώλησης μιας υπηρεσίας».

Η απάντηση επί του ερωτήματος αυτού υπήρξε κρίσιμη, καθώς η ένταξη στην εξαίρεση του άρθρου 13 παρ.2 της Οδηγίας απαιτεί αφενός η «απόκτηση» των στοιχείων επαφής πελατών να έχει γίνει «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας», αφετέρου τα στοιχεία αυτά να χρησιμοποιούνται από τον αποστολέα για την εμπορική προώθηση «των δικών του παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών».

Το Δικαστήριο εξέτασε αρχικώς την έννοια της «πώλησης» επισημαίνοντας πως ως τέτοια νοείται «η σύμβαση που περιλαμβάνει απαραιτήτως καταβολή τιμήματος σε αντάλλαγμα για ένα αγαθό ή μια υπηρεσία. Επομένως, στην έννοια αυτή εμπίπτουν μόνον οι πράξεις που συνεπάγονται την καταβολή τιμήματος.» Στην υπό εξέταση περίπτωση της δημιουργίας λογαριασμού για δωρεάν πρόσβαση σε υλικό και τη λήψη ενημερωτικών newsletter ασφαλώς και δεν υπήρχε καταβολή τιμήματος.

Προς επίλυση του προβλήματος αυτού, το ΔΕΕ ανέτρεξε, κατόπιν πρότασης του Γενικού Εισαγγελέα, στην απόφαση Mc Fadden (C‐484/14) για την Οδηγία 2000/31, όπου είχε κρίνει ότι «η αμοιβή για υπηρεσία που παρέχεται από πάροχο υπηρεσιών στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητάς του δεν καταβάλλεται κατ’ ανάγκην από εκείνους που επωφελούνται από αυτήν. Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, όταν η δωρεάν παροχή από τον πάροχο πραγματοποιείται προκειμένου να διαφημιστούν προϊόντα που πωλεί ο ίδιος ή υπηρεσίες που παρέχει, οπότε το κόστος της δραστηριότητας αυτής ενσωματώνεται στην τιμή πώλησης των προϊόντων ή στην τιμή παροχής των υπηρεσιών». Σύμφωνα με το Δικαστήριο, Οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις μπορούν να τύχουν εφαρμογής και στο πλαίσιο της ερμηνείας του επίμαχου άρθρου 13.

Στην προκείμενη περίπτωση, η παροχή της επίμαχης υπηρεσίας έχει κυρίως διαφημιστικό σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην προώθηση του επί πληρωμή περιεχομένου που καθίσταται διαθέσιμο από την Inteligo Media, το δε κόστος της υπηρεσίας αυτής ενσωματώνεται στην τιμή του εν λόγω περιεχομένου. Άρα, μια έμμεση αμοιβή που ενσωματώνεται στην τιμή της πλήρους συνδρομής την οποία προσφέρει ο οικείος πάροχος, όπως η επίμαχη, πληροί την απαίτηση της καταβολής τιμήματος.

Το γράμμα του άρθρου 13 παρ.2 δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η αμοιβή την οποία συνεπάγεται μια πράξη «πώλησης», κατά την έννοια της συγκεκριμένης διάταξης, να μπορεί να καταβληθεί από πρόσωπο άλλο από τον λήπτη του προϊόντος ή της υπηρεσίας που αποτελεί το αντικείμενο της οικείας πράξης. Απεναντίας, προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης επέβαλε απλώς η απόκτηση των στοιχείων ηλεκτρονικής επικοινωνίας των χρηστών να έχει πραγματοποιηθεί «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας».

Αντίστοιχα, ως προς τον σκοπό της διάταξης, το ΔΕΕ, λαμβάνοντας υπόψιν την αιτιολογική σκέψη 41, παρατήρησε ότι επιθυμία του νομοθέτη ήταν η πρόβλεψη παρέκκλισης από τον κανόνα της συγκατάθεσης, για την περίπτωση που τα στοιχεία ηλεκτρονικής επικοινωνίας του χρήστη έχουν αποκτηθεί «στα πλαίσια μιας ήδη υπάρχουσας πελατειακής σχέσης», χωρίς να χαρακτηρίζει περαιτέρω τη σχέση αυτή.

Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι στην επίμαχη περίπτωση, πληρούται τόσο η προϋπόθεση της απόκτησης των email «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας», όσο και η προϋπόθεση του παρόμοιου χαρακτήρα της υπηρεσίας, που αποτελεί το αντικείμενο της οικείας εμπορικής προώθησης.

Εν ολίγοις, σύμφωνα με το ΔΕΕ, τίποτα δεν είναι ακριβώς «δωρεάν» στις περιπτώσεις σαν και αυτή. Η εγγραφή ενός χρήστη και η δημιουργία λογαριασμού για τη λήψη περιορισμένου δωρεάν περιεχομένου ισοδυναμεί με πώληση· απλώς το τίμημα της πώλησης αυτής καταβάλλεται από όσους τελικώς αγοράσουν την πλήρη συνδρομητική υπηρεσία, στο κόστος της οποίας έχει συνυπολογιστεί και ενσωματωθεί και η δωρεάν παροχή προς όλους τους εγγεγραμμένους χρήστες.

Κατά συνέπεια, η Inteligo Media έχει συλλέξει νομίμως τα email των χρηστών της – το ΔΕΕ αποφεύγει με κάθε τρόπο να χρησιμοποιήσει τον όρο «πελάτες» του άρθρου 13 παρ.2 - ενώ παράλληλα η αποστολή των ενημερωτικών email, που ακολουθεί, αποτελεί «εμπορική προώθηση δικών της παρόμοιων υπηρεσιών».

2. Ως προς την εφαρμογή του ΓΚΠΔ στην επίμαχη επεξεργασία δεδομένων.

Έξι (6) σκέψεις χρειάστηκε το ΔΕΕ για να δώσει απάντηση σε ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα της εφαρμογής του ΓΚΠΔ, αυτό της σχέσης του με την Οδηγία 2002/58 και ειδικά την εμπορική επικοινωνία του άρθρου 13.

Το Δικαστήριο επικαλέστηκε το άρθρο 95 ΓΚΠΔ, το οποίο «ορίζει ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα όσον αφορά την επεξεργασία στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαθέσιμων στο κοινό σε δημόσια δίκτυα επικοινωνίας στην Ένωση σε σχέση με θέματα τα οποία υπόκεινται στις ειδικές υποχρεώσεις με τον ίδιο στόχο που ορίζεται στην οδηγία 2002/58», καθώς και την αιτιολογική σκέψη 173, η οποία «διευκρινίζει αντιστοίχως ότι ο κανονισμός αυτός πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα θέματα που αφορούν την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δεν υπάγονται στις ειδικές υποχρεώσεις που έχουν τον ίδιο στόχο, όπως περιγράφονται στην οδηγία 2002/58, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων του υπεύθυνου επεξεργασίας και των δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων».

Παραπέμποντας για μια ακόμη φορά στις Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα, το Δικαστήριο δεν ανέπτυξε το σκεπτικό του, περιοριζόμενο στη διαπίστωση πως «το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58 ρυθμίζει εξαντλητικώς τις προϋποθέσεις και τους σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων, και επιβάλλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας «ειδικές υποχρεώσεις», κατά την έννοια του άρθρου 95 του ΓΚΠΔ. Συνεπώς, η νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται στο πλαίσιο επικοινωνίας του άρθρου 13, παράγραφος 2, μπορεί να διαπιστωθεί βάσει της διάταξης αυτής, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως στʹ, του ΓΚΠΔ».

Η απόφαση του ΔΕΕ

Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, το Δικαστήριο κατέληξε ότι:

1) Το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία [της] ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, έχει την έννοια ότι:

η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός χρήστη αποκτάται από τον εκδότη ενός διαδικτυακού μέσου ενημέρωσης «στο πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας», κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2, όταν ο χρήστης αυτός δημιουργεί δωρεάν λογαριασμό στη διαδικτυακή πλατφόρμα του εκδότη προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα δωρεάν πρόσβασης σε ορισμένο αριθμό άρθρων του μέσου ενημέρωσης, δωρεάν λήψης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερήσιου ενημερωτικού δελτίου το οποίο περιλαμβάνει τη σύνοψη της νέας νομοθεσίας που αναλύεται σε άρθρα του μέσου ενημέρωσης, με υπερσυνδέσμους προς τα άρθρα αυτά, καθώς και πρόσβασης, έναντι αντιτίμου, σε πρόσθετα άρθρα και αναλύσεις του ίδιου μέσου. Η αποστολή ενός τέτοιου ενημερωτικού δελτίου συνιστά χρήση της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «για την απευθείας εμπορική προώθηση […] παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών», κατά την έννοια της συγκεκριμένης διάταξης.

2) Το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 2002/58, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136, σε συνδυασμό με το άρθρο 95 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), έχει την έννοια ότι:

όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας χρησιμοποιεί τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενός χρήστη προκειμένου να του αποστείλει μη ζητηθείσα επικοινωνία, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 13, παράγραφος 2, δεν έχουν εφαρμογή οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού σχετικά με τη νομιμότητα της επεξεργασίας.

Πηγή: curia.europa.eu