Η συνταγματικότητα της υποχρεωτικής ασφάλισης των ασκούμενων δικηγόρων στον κλάδο υγείας του e-ΕΦΚΑ (ΔΠΘ 393/2026)
Η διαφοροποίηση των ασκούμενων από τους δικηγόρους πενταετίας δεν παρίσταται τέτοιας έντασης, που να καθιστά την εξομοίωσή τους ως προς τις εισφορές υγείας παράνομη, καθόσον οι ασκούμενοι διατηρούν σημαντικό μέρος του δικαιώματος παράστασης ενώπιον δικαστικών και διοικητικών αρχών και υπόκεινται στα ίδια κωλύματα και ασυμβίβαστα
Με πρόσφατη απόφασή του, το Διοικητικό Πρωτοδικείο εξέτασε τη νομιμότητα της επιβολής ασφαλιστικών εισφορών υγείας στους ασκούμενους δικηγόρους, κρίνοντας το ζήτημα της συμβατότητας των διατάξεων του άρθρου 48 παρ. 3 του ν. 3996/2011 και του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 4997/2022 με τις επιταγές του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ (ΔΠΘ 393/2026).
Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, ο ενάγων, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, αιτήθηκε την αποζημίωσή του κατά τα άρθρα 105-106 του ΕισΝΑΚ, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η υποχρεωτική υπαγωγή του στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ για τον κλάδο υγείας, με μηνιαία εισφορά ύψους 33 ευρώ, αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας. Ειδικότερα, υποστηρίχθηκε ότι οι ασκούμενοι δικηγόροι εξομοιώνονται ανεπίτρεπτα με τους δικηγόρους της πρώτης πενταετίας, παρά το γεγονός ότι οι πρώτοι τελούν υπό καθεστώς άσκησης-μαθητείας και στερούνται ουσιαστικών επαγγελματικών δικαιωμάτων, όπως η δυνατότητα έκδοσης γραμματίου προκαταβολής εισφορών για την αυτοτελή παράστασή τους και η αξίωση νόμιμης αμοιβής για τους απασχολούμενους στον ιδιωτικό τομέα.
Το δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε απορριπτέους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος. Ειδικότερα, κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, η επίδικη ρύθμιση εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στην καθολική ασφαλιστική κάλυψη του εργαζόμενου πληθυσμού και στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού κεφαλαίου. Το δικαστήριο επεσήμανε ότι η διαφοροποίηση των ασκούμενων από τους δικηγόρους πενταετίας δεν παρίσταται τέτοιας έντασης, που να καθιστά την εξομοίωσή τους ως προς τις εισφορές υγείας παράνομη, καθόσον οι ασκούμενοι διατηρούν σημαντικό μέρος του δικαιώματος παράστασης ενώπιον δικαστικών και διοικητικών αρχών και υπόκεινται στα ίδια κωλύματα και ασυμβίβαστα. Περαιτέρω, το δικαστήριο τόνισε ότι οι εν λόγω εισφορές, ευρισκόμενες στο κατώτατο δυνατό ύψος, αποτελούν το άμεσο αντάλλαγμα για την κάλυψη ασφαλιστικών κινδύνων που αναιρούν την ικανότητα προς εργασία, ανεξαρτήτως της τελικής επέλευσης του κινδύνου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία (άρθρο 17 Σ. και άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ), καθώς η οικονομική επιβάρυνση δεν αποδείχθηκε ότι κλόνισε δυσανάλογα την οικονομική κατάσταση του ενάγοντος, ούτε διατάραξε τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων και του γενικού συμφέροντος.
Το δικαστήριο απέρριψε, επίσης, ως αόριστο τον ισχυρισμό ότι η σχέση άσκησης προσομοιάζει με μισθωτή εργασία, σημειώνοντας ότι οι όροι απασχόλησης των ασκούμενων διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνους των έμμισθων δικηγόρων.
Τέλος, κρίθηκε ότι οι ελλείψεις στο θεσμικό πλαίσιο σχετικά με την αμοιβή των ασκούμενων ή τη διαδικασία έκδοσης γραμματίων δεν συνδέονται αιτιωδώς με τις ενέργειες του ασφαλιστικού φορέα, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής τόσο ως προς την κύρια βάση της όσο και ως προς το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο adjustice.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Κοινωνική Ασφάλιση