Διαφήμιση

Η τράπεζα δεν μπορεί να αρνηθεί να επιστρέψει αμέσως το ποσό μη εγκεκριμένης συναλλαγής επικαλούμενη βαριά αμέλεια του πελάτη (Προτάσεις Γ.Ε. ΔΕΕ C-70/25)

Εάν ωστόσο στη συνέχεια η τράπεζα αποδείξει ότι ο πελάτης παρέβη, από πρόθεση ή λόγω βαριάς αμέλειας, τις υποχρεώσεις του ως χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, μπορεί να ζητήσει από τον πελάτη να αναλάβει το βάρος της ζημίας

e-trapeza-den-mporei-na-arnethei-na-epistrepsei-amesos-to-poso-me-egkekrimenes-sunallages-epikaloumene-baria-ameleia-tou-pelate-protaseis-ge-dee-c-7025

Πελάτισσα πολωνικής τράπεζας υπήρξε θύμα ηλεκτρονικής απάτης με σκοπό τη δόλια απόσπαση προσωπικών στοιχείων («ηλεκτρονικό ψάρεμα»): τρίτος εμφανίσθηκε σε διαδικτυακή πύλη δημοπρασιών προσποιούμενος τον αγοραστή και της απέστειλε παραπλανητικό διαδικτυακό σύνδεσμο που μιμούνταν την εμφάνιση του ιστοτόπου της τράπεζάς της. Έχοντας εξαπατηθεί, η πελάτισσα της τράπεζας εισήγαγε τους κωδικούς της, δίνοντας έτσι στον απατεώνα τη δυνατότητα να τους αποσπάσει και να πραγματοποιήσει μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής από τον τραπεζικό λογαριασμό της.

Την επομένη, η πελάτισσα ενημέρωσε την τράπεζά της για την απάτη. Η τράπεζα, όμως, αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής, θεωρώντας ότι η πελάτισσά της είχε επιδείξει βαριά αμέλεια γνωστοποιώντας τα τραπεζικά στοιχεία της.

Κατόπιν της ανωτέρω άρνησης, η πελάτισσα προσέφυγε στη δικαιοσύνη. Το εθνικό δικαστήριο απευθύνθηκε στο Δικαστήριο ζητώντας να διευκρινισθεί αν, βάσει του δικαίου της Ένωσης[1]η τράπεζα, ως πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, οφείλει να επιστρέψει αμέσως στον πελάτη το ποσό μη εγκεκριμένης συναλλαγής, ακόμη και σε περίπτωση που θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση βαριάς αμέλειας του πελάτη, ή αν μπορεί εξ αυτού του λόγου να αρνηθεί την επιστροφή του ποσού.

Με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας Αθανάσιος Ράντος εκτιμά ότι το δίκαιο της Ένωσης[2]επιβάλλει στην τράπεζα, κατ’ αρχάς, την υποχρέωση να επιστρέψει αμέσως το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής, εκτός εάν έχει βάσιμες υπόνοιες απάτης τις οποίες οφείλει να γνωστοποιήσει εγγράφως στην αρμόδια εθνική αρχή. Καμία άλλη εξαίρεση από την εν λόγω αρχή[3] περί άμεσης επιστροφής δεν προβλέπεται, ο δε νομοθέτης της Ένωσης δεν παρέσχε στα κράτη μέλη κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.

Η επιστροφή αυτή, πάντως, δεν έχει οριστικό χαρακτήρα. Εάν εν συνεχεία η τράπεζα αποδείξει ότι ο πελάτης παρέβη από πρόθεση ή λόγω βαριάς αμέλειας κάποια από τις υποχρεώσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας,[4] δύναται να αξιώσει από τον πελάτη να φέρει το βάρος των ζημιών που προκλήθηκαν εξ αυτού του λόγου. Σε περίπτωση που ο πελάτης αρνηθεί να επιστρέψει το ποσό της μη εγκεκριμένης συναλλαγής, απόκειται στην τράπεζα να τον εναγάγει προκειμένου να της καταβληθεί το επίμαχο ποσό.

Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η ανωτέρω προσέγγιση δικαιολογείται από το γράμμα της σχετικής ευρωπαϊκής ρυθμίσεως, από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι κρίσιμες διατάξεις τις οποίες προσδιόρισε το εθνικό δικαστήριο και από την ανάγκη διασφαλίσεως υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες πληρωμών, στοιχείο το οποίο αποτελεί έναν από τους σκοπούς που επιδιώκονται με τη συγκεκριμένη ρύθμιση.

[1] Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά.[2] Άρθρο 73, παράγραφος 1, της οδηγίας.[3] Μολονότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι κρίσιμο εν προκειμένω, ο γενικός εισαγγελέας επισημαίνει ότι, κατά την οδηγία 2015/2366, ο πληρωτής οφείλει να ειδοποιήσει την τράπεζα για τη μη εγκεκριμένη συναλλαγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, το αργότερο δε έως δεκατρείς μήνες από την ημερομηνία χρέωσης. Σε διαφορετική περίπτωση η τράπεζα δεν πρέπει να προβεί σε άμεση επιστροφή του ποσού της συναλλαγής.[4] Άρθρο 69 της οδηγίας.
Πηγή: curia.europa.eu