ΕΔΔΑ: Έλλειψη εγγυήσεων αμεροληψίας στο πλαίσιο πειθαρχικής αγωγής Προέδρου ΑΠ κατά Εισαγγελέα (υπόθεση Τσατάνη κατά Ελλάδας)
Το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη τον αντίκτυπο ενός επίσημου δελτίου τύπου που είχε εκδώσει η Πρόεδρος ΑΠ και αναφερόταν στην εν εξελίξει προκαταρκτική έρευνα – Το δελτίο τύπου καθαυτό ήταν ασυμβίβαστο με την έννοια του «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου»
Στην υπόθεση Τσατάνη κατά Ελλάδας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η υπόθεση αφορούσε πειθαρχική διαδικασία που κινήθηκε κατά εισαγγελέως στο Εφετείο Αθηνών, από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, μετά την διεξαγωγή προκαταρκτικής πειθαρχικής έρευνας από την τελευταία κατά της προσφεύγουσας αναφορικά με την θέση στο αρχείο ποινικών ερευνών σε απάτη.
Η προσφεύγουσα ζήτησε την εξαίρεση της Προέδρου ΑΠ, ισχυριζόμενη ότι εκείνη δεν ήταν αμερόληπτη. Η αίτηση εξαίρεσης απορρίφθηκε και τα Πειθαρχικά Συμβούλια του Αρείου Πάγου έκριναν την προσφεύγουσα ένοχη βαρείας αμέλειας, επιβάλλοντας στέρηση αποδοχών δύο μηνών.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ανησυχίες της προσφεύγουσας σχετικά με την αμεροληψία της διαδικασίας ενώπιων των δικαστηρίων που εξέτασαν την υπόθεσή της δεν ήταν παράλογες, υποκειμενικές ή αδικαιολόγητες. Ειδικότερα, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη τον αντίκτυπο ενός επίσημου δελτίου τύπου που είχε εκδώσει η Πρόεδρος του ΑΠ και αναφερόταν στην εν εξελίξει προκαταρκτική έρευνα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το δελτίο τύπου καθαυτό ήταν ασυμβίβαστο με την έννοια του «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου», λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του και του πλαισίου στο οποίο εκδόθηκε. Εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, είχε ιδιαιτέρως υψηλό κύρος στα αστικά και ποινικά δικαστήρια και ήταν επίσης γνωστή ως πρώην υπηρεσιακή πρωθυπουργός, θα έπρεπε να είχε διασφαλίσει ότι ενεργούσε - αλλά και ότι φαινόταν να ενεργεί - αμερόληπτα, δεδομένου ιδίως ότι διενεργούσε πειθαρχική έρευνα και άσκησε πειθαρχική αγωγή κατά δικαστικού λειτουργού.
Λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερο πλαίσιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία δεν πληρούσε τα πρότυπα της Σύμβασης ως προς την αμεροληψία.
Ιστορικό υπόθεσης
Πιο αναλυτικά, τον Μάρτιο του 2016, η τότε Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Β.Θ., ξεκίνησε πειθαρχική προκαταρκτική έρευνα κατά της Τσατάνη λόγω ανησυχιών που εξέφρασαν ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Κύπρου και ο Γενικός Εισαγγελέας της Κύπρου σχετικά με την απόφασή της να θέσει στο αρχείο ποινική έρευνα για υπόθεση απάτης στην οποία εμπλέκονταν Έλληνες και Κύπριοι. Η Β.Θ. ζήτησε από την προσφεύγουσα να υποβάλει γραπτές εξηγήσεις.
Η Τσατάνη υπέβαλε στην συνέχεια αναφορά στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταγγέλλοντας ότι ο αναπληρωτής Υπουργός Δικαιοσύνης είχε αναφερθεί στην εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία εναντίον της σε ομιλία του ενώπιον του Κοινοβουλίου, παρότι η διαδικασία ήταν μυστική.
Υπέβαλε επίσης γραπτές εξηγήσεις στην Β.Θ., καθώς και αίτηση εξαίρεσης, υποστηρίζοντας ότι η Β.Θ. είχε προηγουμένως εμπλακεί στην υπόθεση και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να είναι αμερόληπτη. Η Τσατάνη ισχυρίστηκε ότι η Β.Θ. είχε παράσχει στον αναπληρωτή Υπουργό Δικαιοσύνης εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με την εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία και, στο πλαίσιο της προηγούμενης ιδιότητάς της ως υπηρεσιακής Πρωθυπουργού, είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις με τον εν λόγω Υπουργό, καθώς και με τους Κυπρίους αξιωματούχους, οι οποίοι είχαν επικοινωνήσει με την Β.Θ. σχετικά με την αρχειοθέτηση της έρευνας. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι η Β.Θ. δεν ήταν αμερόληπτη διότι είχε απευθύνει ερωτήσεις σε αυτήν και στους μάρτυρες με προκατειλημμένο τρόπο και δεν της είχε παράσχει τον πλήρη φάκελο.
Μία εβδομάδα αργότερα, η Β.Θ. ανέθεσε την προκαταρκτική έρευνα σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, δηλώνοντας ότι η αίτηση εξαίρεσης της Τσατάνη ήταν καταχρηστική, είχε ως σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας, και ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ήταν αβάσιμοι. Εξέδωσε, επίσης, σχετικό επίσημο δελτίο τύπου, αναφερόμενη στην εκκρεμή πειθαρχική διαδικασία, δηλώνοντας ότι εμπόδιζε «μεγάλα, διαπλεκόμενα συμφέροντα», κατονόμασε την προσφεύγουσα, ενώ δήλωσε ότι η αίτηση εξαίρεσης της Τσατάνη ήταν αβάσιμη και καταχρηστική.
Σημειώνοντας ότι η Β.Θ. είχε απορρίψει το αίτημα εξαίρεσης ως καταχρηστικό, η Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου το απέρριψε λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Ολοκλήρωσε την προκαταρκτική έρευνα στις 5 Μαΐου 2016 και πρότεινε, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η Β.Θ. και τις έγγραφες εξηγήσεις της προσφεύγουσας στην Β.Θ., να ασκήσει η Β.Θ. πειθαρχική αγωγή κατά της Τσατάνη.
Τον Ιούνιο του 2016, η Β.Θ. άσκησε πειθαρχική αγωγή κατά της προσφεύγουσας και την παρέπεμψε στο Επταμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Στην αγωγή, η Β.Θ. ανέφερε ότι η αίτηση εξαίρεσης ήταν απαράδεκτη, καθώς δεν είχε υποβληθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Το Επταμελές Συμβούλιο έκρινε ότι η αίτηση εξαίρεσης της προσφεύγουσας ήταν απαράδεκτη και απέρριψε τις ενστάσεις της περί ακυρότητας της προδικασίας. Την έκρινε ένοχη για βαριά αμέλεια, η οποία έβλαψε το κύρος της δικαιοσύνης. Η προσφεύγουσα είχε αρχειοθετήσει ποινικές έρευνες που υπάγονταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Διαφθοράς και είχε παραβιάσει συμφωνία μεταξύ των ελληνικών και των κυπριακών αρχών, η οποία είχε συναφθεί στο πλαίσιο του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (EUROJUST) και, σύμφωνα με την οποία, ορισμένα στοιχεία της υπόθεσης έπρεπε να διερευνηθούν από τις κυπριακές αρχές. Της επέβαλε ποινή στέρησης αποδοχών 60 ημερών.
Η έφεση της προσφεύγουσας εκδικάστηκε από το Εννεαμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, το οποίο την απέρριψε τον Μάρτιο του 2017. Το Συμβούλιο έκρινε ότι η Β.Θ. δεν είχε απορρίψει την αίτηση εξαίρεσης της Τσατάνη αλλά είχε απλώς παραπέμψει την υπόθεση στην Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση εξαίρεσης της Τσατάνη ήταν αβάσιμη. Η Β.Θ. είχε την εξουσία, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να διενεργεί προσωπικά προκαταρκτικές πειθαρχικές έρευνες και να ασκεί πειθαρχική δίωξη, εάν θεωρούσε ότι η υπόθεση είχε μεγάλο κοινωνικοοικονομικό ενδιαφέρον ή μεγάλη δημοσιότητα. Οι σχέσεις της Β.Θ. με τους Κύπριους αξιωματούχους και τον αναπληρωτή Υπουργό Δικαιοσύνης ήταν καθαρά τυπικές. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της Τσατάνη ότι η Β.Θ. είχε διαρρεύσει πληροφορίες σχετικά με την εμπιστευτική πειθαρχική έρευνα ήταν αναπόδεικτος.
Η κρίση του ΕΔΔΑ
Το Δικαστήριο περιόρισε την εξέτασή του στο ζήτημα του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας ενώπιον των Πειθαρχικών Συμβουλίων, σημειώνοντας πως η τότε νομοθεσία προέβλεπε την αρμοδιότητα της Προέδρου του Αρείου Πάγου να ασκήσει πειθαρχική δίωξη κατά Πολιτικών και Ποινικών Δικαστών και Εισαγγελέων, διεξάγοντας προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα και ασκώντας πειθαρχική αγωγή. Η αρμοδιότητα αυτή της Προέδρου του Αρείου Πάγου, η οποία της αποδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2015 για πρώτη φορά από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975, καταργήθηκε το 2021 και δεν έχει έκτοτε επανέλθει.
Όσον αφορά το παράπονο της Τσατάνη ότι η Β.Θ., με το να εξετάσει η ίδια την αίτηση εξαίρεσης και να κάνει δημόσια δήλωση, διακύβευσε ανεπανόρθωτα τη διαδικασία, το Δικαστήριο σημείωσε με ανησυχία ότι η B.Θ. είχε εκδώσει επίσημο δελτίο τύπου ενώ η προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα ήταν εν εξελίξει, παρά το γεγονός ότι οι πειθαρχικές έρευνες κατά δικαστικών λειτουργών είναι μυστικές σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Το δελτίο τύπου κατονόμαζε την προσφεύγουσα, αναφερόταν στην εκκρεμή πειθαρχική υπόθεση, δήλωνε ότι η Β.Θ. εμπόδιζε «μεγάλα, διαπλεκόμενα συμφέροντα» και ότι η αίτηση εξαίρεσης της Τσατάνη ήταν αβάσιμη και καταχρηστική.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Β.Θ. δεν ήταν μόνο η Πρόεδρος του δικαστηρίου που εκδίκαζε την πειθαρχική υπόθεση της προσφεύγουσας (χωρίς να συμμετέχει η ίδια στην σύνθεση), αλλά, ως Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, είχε ιδιαιτέρως υψηλό κύρος στην αστική και ποινική δικαιοδοσία. Επιπλέον, η Β.Θ. ήταν ευρέως γνωστή στο κοινό λόγω των προηγούμενων καθηκόντων της ως υπηρεσιακής Πρωθυπουργού. Ως εκ τούτου, θα έπρεπε να είχε δείξει ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μην δώσει την εντύπωση ότι επιθυμούσε να επηρεάσει την έκβαση της διαδικασίας.
Το Δικαστήριο σημείωσε, επίσης, ότι, δεδομένου ότι η προοπτική της κίνησης πειθαρχικής έρευνας κατά δικαστικών λειτουργών ήταν ικανή να ασκήσει πίεση σε εκείνους, ήταν απαραίτητο οι αρμόδιοι για τη διεξαγωγή πειθαρχικών ερευνών και την κίνηση πειθαρχικών διώξεων κατά δικαστικών λειτουργών να ενεργούν με αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Ως εκ τούτου, η Β.Θ. είχε υποχρέωση να ενεργεί αντικειμενικά και αμερόληπτα κατά τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής έρευνας και την άσκηση πειθαρχικής αγωγής κατά της Τσατάνη, η οποία ήταν δικαστική λειτουργός.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Εννεαμελές Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν είχε κάνει καμία αναφορά στην εκδοθείσα στο πλαίσιο της διαδικασίας δημόσια δήλωση της Β.Θ., ενώ απέρριψε ως αβάσιμο την ισχυρισμό της Τσατάνη ότι η Β.Θ. είχε διαρρεύσει πληροφορίες σχετικά με την πειθαρχική έρευνα. Έτσι, δεν είχε εξετάσει τον αντίκτυπο της δήλωσης αυτής στην αμεροληψία της διαδικασίας.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το άρθρο 6 της Σύμβασης δεν αφορά το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αλλά εγγυάται τον δίκαιο χαρακτήρα αυτής συμπεριλαμβανομένης της εγγύησης της αμεροληψίας. Η δήλωση της B.Θ. ήταν καθαυτή ασυμβίβαστη με την έννοια του «ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου», λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της και του πλαισίου στο οποίο εκδόθηκε, δεδομένου ότι το ζητούμενο δεν ήταν η απόδειξη πραγματικής επιρροής ή πίεσης επί των δικαστών αλλά το πώς να παρουσιάζεται η διαδικασία ως αμερόληπτη.
Το Δικαστήριο επέστησε την προσοχή στο ιδιαίτερο πλαίσιο της υπόθεσης, ιδίως στο γεγονός ότι η Β.Θ. είχε προηγουμένως υπηρετήσει ως υπηρεσιακή Πρωθυπουργός λίγους μήνες πριν από την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, και ότι ο νόμος (αιτιολογική έκθεση) που ανέθετε στην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου την εν λόγω πειθαρχική εξουσία ανέφερε επίσης ότι η τελευταία είχε τη γενική εποπτεία και τον έλεγχο όλων των δικαστών.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ευρωπαϊκό Δίκαιο