ΕΝΔΕ: Ενημέρωση πολιτικών κομμάτων και Προέδρου ΑΠ για τις πρόσφατες αποφάσεις της Ένωσης
Αναλυτικά το κείμενο της επιστολής της ΕΝΔΕ
Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων έστειλε επιστολή προς τα πολιτικά κόμματα και την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, σε εκτέλεση των πρόσφατων αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης.
Πιο συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην επιστολή, η ΕΝΔΕ στα πλαίσια των αποφάσεων που ελήφθησαν από το Δ.Σ. της, στην από 21.11.2025 συνεδρίαση, είναι υποχρεωμένη να ενημερώσει τα πολιτικά κόμματα της χώρας και την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου για την αυξανόμενη ένταση που παρουσιάζεται το τελευταίο διάστημα σε βάρος δικαστών και εισαγγελέων από μερίδα δικηγόρων και τις ολέθριες συνέπειες που μπορεί να έχει για τη λειτουργία του Κράτους Δικαίου η συνέχιση αυτής της θεσμικής διολίσθησης.
Μεταξύ άλλων, στην επιστολή της η ΕΝΔΕ αναφέρει τα ακόλουθα:
«Η Ένωσή μας επέλεξε εδώ και μήνες σταθερά τη θεσμική οδό της επίσημης αναφοράς στα αρμόδια πειθαρχικά όργανα των δικηγορικών συλλόγων, κάθε φορά που υπήρχε περιστατικό ακραίας προσβλητικής και αντιδικονομικής συμπεριφοράς δικηγόρου. Σε αυτό το θεσμικό πλαίσιο, καταγγείλαμε περιστατικά συνηγόρων που εν μέσω ακροαματικής διαδικασίας καλούσαν την αστυνομική αρχή να συλλάβει συνθέσεις δικαστηρίων, δικηγόρου που εξύβριζε με χυδαίες εκφράσεις δικαστές και εισαγγελείς εντός και εκτός της δικαστικής αίθουσας, δικηγόρων που με αναρτήσεις τους ή με δημόσιες δηλώσεις τους συκοφάντησαν κατ ́ επανάληψη και δικαστές και εισαγγελείς ότι δήθεν αποφασίζουν κατόπιν πολιτικής παρέμβασης.
Με αφορμή την από 10.11.2025 ανακοίνωση της ΕΝΔΕ που αφορούσε το τελευταίο κρούσμα τέτοιας συμπεριφοράς από δικηγόρο καταδικασθέντος για την υπόθεση της Χρυσής Αυγής και την διαβίβαση του σχετικού αποδεικτικού υλικού στα αρμόδια πειθαρχικά όργανα, ο Πρόεδρος του ΔΣΑ κ. Βερβεσός, αλλά και σημαντικός αριθμός υποψηφίων στις επικείμενες δικηγορικές εκλογές, χαρακτήρισαν σε δημόσιες τοποθετήσεις τους τις παραπάνω συμπεριφορές που καταγγείλαμε αρμοδίως και δημοσίως ως «κριτική δικαστικών αποφάσεων», εντάσσοντάς αυτές στο «δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης κάθε πολίτη» και απαξίωσαν τη θεσμική στάση της Ένωσής μας να αναφέρεται στα αρμόδια θεσμικά όργανα. Με τον τρόπο αυτό, αφενός παρενέβησαν ουσιωδώς στην πειθαρχική διαδικασία, προδικάζοντας το αποτέλεσμά της, αφετέρου εξέφρασαν σαφώς την πρόθεσή τους και στο μέλλον να λαμβάνουν υπόψιν την εξαπόλυση συκοφαντικών ισχυρισμών κατά δικαστών και εισαγγελέων, ως «κριτική», αδρανοποιώντας στην πράξη τον πειθαρχικό έλεγχο, ο οποίος σε πρώτο βαθμό ασκείται αποκλειστικά από τα πειθαρχικά συμβούλια των συλλόγων που αποτελούνται αμιγώς από δικηγόρους, ενώ σε δεύτερο βαθμό από μικτό όργανο με τη συμμετοχή ανώτατων δικαστικών.»
«Είναι σαφές ότι Κράτος Δικαίου χωρίς ελεύθερη και ανεξάρτητη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει. Όμως, η ελευθερία και η ανεξαρτησία της προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκούς θεσμικού πλαισίου προστασίας των δικαστικών λειτουργών από εκείνους τους λίγους, αλλά ισχυρούς, του δικηγορικού Σώματος, που αντιλαμβάνονται την δικαιοδοτική διαδικασία ως ευκαιρία αυτοπροβολής και άσκησης αθέμιτης πολιτικής ή επαγγελματικής πίεσης υπέρ των πελατών τους ή των συμφερόντων που εξυπηρετούν. Το πρόβλημα το είχαμε επισημάνει ήδη από καιρό, αλλά σήμερα αποδεικνύεται ότι ο έλεγχος έχει χαθεί και η λογική μπορεί να επανέλθει μόνο μέσα από τη λήψη ουσιαστικών μέτρων τα οποία ήδη έχουμε προτείνει προς τον κ. Υπουργό της Δικαιοσύνης με την από 23.06.2025 επιστολή μας με θέμα «Θέμα: Προστασία δικαστικών λειτουργών κατά την συνεδρίαση του Δικαστηρίου από ακραίες συμπεριφορές δικηγόρων» την οποία ενσωματώνουμε στην παρούσα αναφορά, προκειμένου να καταστεί αντικείμενο επεξεργασίας από όλα τα πολιτικά κόμματα. Στην επιστολή αυτή γίνεται συγκριτική μελέτη για τους νομοθετικούς τρόπους αντιμετώπισης τέτοιων φαινομένων σε άλλες χώρες του ηπειρωτικού ή του αγγλοσαξωνικού δικαιικού συστήματος και προτείνεται συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση, με σκοπό τον αποτελεσματικό περιορισμό της απρέπειας και της αντιδικονομικής παρέλκυσης των δικών.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν πρόκειται για ζήτημα συντεχνιακό. Είναι ζήτημα βαθιά θεσμικό και αφορά τη λειτουργία της Δημοκρατίας μας. Οι υποθέσεις δεν γίνεται να δικάζονται εν μέσω συκοφαντιών και προσβολών και μόνο όταν ή όπως επιθυμούν εκείνοι που συγχέουν τη δικαιοδοτική κρίση με τα συμφέροντά τους. Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, μέσω ουσιαστικών συναινέσεων του πολιτικού κόσμου, τα φαινόμενα αυτά αναμένεται να διογκωθούν, να βρουν νέους μιμητές και να πλήξουν έτι περαιτέρω το κύρος της Δικαιοσύνης εις βάρος των πολιτών και προς όφελος ανεξέλεγκτων φορέων συμφερόντων.»
Το πλήρες κείμενο της επιστολής είναι διαθέσιμο στο ende.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Κώδικας Δικηγόρων