Διαφήμιση

Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων: Υπολογισμός ανωτάτου ορίου κράτησης (ΔΕΕ C-150/24)

Για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου κράτησης, πρέπει να συνυπολογίζονται όλες οι περίοδοι κατά τις οποίες ένα πρόσωπο ήταν υπό κράτηση βάσει μίας και της αυτής απόφασης επιστροφής

epistrophe-paranomos-diamenonton-upologismos-anotatou-oriou-krateses-dee-c-15024

Στην υπόθεση Aroja, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι, για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων και τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου κράτησης, πρέπει να συνυπολογίζονται όλες οι περίοδοι κατά τις οποίες ένα πρόσωπο ήταν υπό κράτηση βάσει μίας και της αυτής απόφασης επιστροφής (ΔΕΕ C-150/24).

Ιστορικό υπόθεσης

Ένας Μαροκινός υπήκοος, ο οποίος εισήλθε παρανόμως στη Φινλανδία τον Σεπτέμβριο του 2022, ενώ ίσχυε εις βάρος του απαγόρευση εισόδου στον χώρο Σένγκεν, τέθηκε τέσσερις φορές υπό κράτηση από τις αρχές του εν λόγω κράτους μέλους με σκοπό την απομάκρυνσή του προς τη χώρα καταγωγής του.

Η νομιμότητα μίας από τις περιόδους κράτησης, και συγκεκριμένα από τις 11 Σεπτεμβρίου 2023 έως τις 18 Ιανουαρίου 2024, αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από τα φινλανδικά δικαστήρια, δεδομένου ότι, κατά το χρονικό αυτό σημείο, η κράτηση θα μπορούσε να έχει υπερβεί το αρχικό ανώτατο όριο των έξι μηνών που προβλέπεται στην οδηγία για την επιστροφή, λαμβανομένων υπόψη των προηγούμενων περιόδων κράτησης.

Επιληφθέν της διαφοράς σε τελευταίο βαθμό, το Ανώτατο Δικαστήριο της Φινλανδίας ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου κράτησης και με τον δικαστικό έλεγχο ενδεχόμενης υπέρβασης του ορίου αυτού.

Η απόφαση του ΔΕΕ

Το Δικαστήριο εκτιμά ότι, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν έχει συμπληρωθεί το ανώτατο όριο κράτησης, πρέπει να συνυπολογίζονται όλες οι περίοδοι κατά τις οποίες ένα πρόσωπο ήταν υπό κράτηση σε κράτος μέλος με σκοπό την εκτέλεση μίας και της αυτής απόφασης επιστροφής.

Διευκρινίζει ότι ούτε το γεγονός ότι μεταξύ των περιόδων κράτησης παρεμβάλλονται περίοδοι ελευθερίας ούτε ενδεχόμενη μεταβολή των πραγματικών περιστάσεων που αφορούν το συγκεκριμένο πρόσωπο συνεπάγονται την εκ νέου έναρξη του χρόνου κράτησης.

Ωστόσο, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν την οδηγία για την επιστροφή στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι υπόκεινται σε απόφαση επιστροφής ως ποινική κύρωση. Επιπλέον, η οδηγία δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν κυρώσεις, ακόμη και ποινικές, σε πρόσωπα ως προς τα οποία έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία επιστροφής και τα οποία εξακολουθούν, παρά ταύτα, να διαμένουν παρανόμως στο έδαφός τους χωρίς δικαιολογημένο λόγο.

Όσον αφορά την υπέρβαση του αρχικού ανωτάτου ορίου κράτησης των έξι μηνών, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι κάθε απόφαση παράτασης πρέπει να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Δεδομένου ότι ο έλεγχος αυτός είναι υποχρεωτικός, δεν μπορεί να εξαρτάται από αίτημα του κρατουμένου. Επιπλέον, ο έλεγχος δεν απαιτείται να διενεργηθεί προτού συμπληρωθεί το αρχικό ανώτατο όριο κράτησης, αλλά πρέπει να διενεργηθεί το συντομότερο δυνατό μετά την έκδοση της απόφασης παράτασης. Η απουσία δικαστικού ελέγχου δεν συνεπάγεται αυτομάτως την άμεση απόλυση του συγκεκριμένου υπηκόου. Πράγματι, εφόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της κράτησης, όπως προβλέπονται στην οδηγία για την επιστροφή, η υπέρβαση του αρχικού ανωτάτου ορίου των έξι μηνών δεν καθιστά επιβεβλημένη ούτε την ακύρωση της απόφασης παράτασης ούτε την άρση της κράτησης.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο curia.europa.eu.