Ευθύνη Τράπεζας για απώλεια επενδυτικού κεφαλαίου που τοποθετήθηκε σε ομόλογο της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου (ΤρΕφΑθ 4842/2025)
Η ζημία επήλθε ως αναγκαία συνέπεια της ελλιπούς πληροφόρησης κατά τη στιγμή αγοράς του επισφαλούς ομολόγου, και όχι από την μεταγενέστερη τραπεζική κρίση, η οποία απλώς επιτάχυνε την κατάρρευση του ομολόγου – Το ομόλογο δεν ήταν συμβατό με το προφίλ του ενάγοντος ως απλού ιδιώτη επενδυτή
Δεκτή έγινε αγωγή κατά Τράπεζας λόγω απώλειας επενδυτικού κεφαλαίου ύψους 201.513,33 ευρώ, το οποίο τοποθετήθηκε σε ομόλογο της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου (ΤρΕφΑθ 4842/2025).
Το δικαστήριο έκρινε ότι η τράπεζα φέρει ειδική ευθύνη αν δεν εφιστά την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, ανεξάρτητα από αν συμπεριλήφθηκε ρητά συμβατικός όρος περί ευθύνης της ή αν εγγυήθηκε ή όχι ένα επωφελές αποτέλεσμα. Τα στοιχεία αυτά δεν επιδρούν νομικώς στην ίδρυση της ευθύνης της.
Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, η απώλεια του κεφαλαίου του ενάγοντος, το οποίο τοποθετήθηκε στο ένδικο μειωμένης αξιοπιστίας και εξασφάλισης ομόλογο, ήταν αποτέλεσμα της υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας, που αφενός προέτρεψαν τον ενάγοντα να επενδύει στο επίδικο προϊόν, που δεν ήταν συμβατό με το προφίλ του ως απλού ιδιώτη επενδυτή, αφετέρου παρέλειψαν, αν και είχαν ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση, να διασαφηνίσουν τα επισφαλή χαρακτηριστικά του επίδικου τίτλου.
Η ως άνω συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης ήταν ικανή από μόνη της να προκαλέσει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αλλά και πράγματι προκάλεσε τη ζημία στον ενάγοντα, καθώς, εάν ο τελευταίος γνώριζε, κατόπιν ορθής πληροφόρησης, τους κινδύνους που εγκυμονούσε η εν λόγω επένδυση, δεν θα είχε προβεί στην αγορά του ομολόγου, η οποία ήταν αντίθετη με τη θέλησή του για ασφαλή επένδυση του κεφαλαίου του και, έτσι, θα είχε αποφευχθεί η περιουσιακή ζημία που υπέστη. Το δικαστήριο τόνισε ότι, στην περίπτωση αυτή, θα ήταν αδιάφορο για την οικονομική του σφαίρα το εάν κατέρρευσε η κυπριακή τράπεζα και εκδότρια του ομολόγου του.
Η ζημία του ενάγοντος δεν προκλήθηκε από την πιστοληπτική κατάρρευση της εκδότριας που επήλθε αργότερα, αλλά προκλήθηκε εξ αρχής από την ελλιπή ενημέρωση που είχε ως προς τη σύνθετη φύση του ομολόγου κατά τη στιγμή που το αγόραζε, διαθέτοντας μέρος της περιουσίας του, διότι εάν η εναγόμενη τηρούσε την αρχή την καλή πίστης και τους Κανόνες Δεοντολογίας των Τραπεζών που ίσχυαν το επίμαχο χρονικό διάστημα, τότε ο ενάγων δε θα είχε πραγματοποιήσει την επένδυση και, επομένως, δεν θα είχε υποστεί περιουσιακή ζημία.
Επομένως, η ζημία του επήλθε ως αναγκαία συνέπεια της ελλιπούς πληροφόρησης κατά τη στιγμή αγοράς του ομολόγου και όχι από την μεταγενέστερη τραπεζική κρίση, η οποία δεν διέρρηξε τη νομική αλυσίδα της ευθύνης της εναγομένης, αλλά απλώς επιτάχυνε την κατάρρευση του ομολόγου επιφέροντας σε σύντομο χρονικό διάστημα την περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, η οποία θα επερχόταν σε κάθε περίπτωση λόγω της επισφάλειας του ομολόγου. Με άλλα λόγια, οι προϋποθέσεις για την τέλεση της είχαν ήδη συντελεστεί πριν την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, αφού από την στιγμή της αγοράς του ομολόγου η περιουσία του ενάγοντος περιήλθε από ασφαλή θέση σε κίνδυνο απώλειας, ενώ δεν επήλθε από την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της τράπεζας κατ’ άρθρο 300 ΑΚ, περί συμβολής του ενάγοντος στην πρόκληση της ζημίας του, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Συγκεκριμένα, κατά τους ισχυρισμούς της τράπεζας, όταν η εκδότρια του ομολόγου απεύθυνε πρόσκληση είτε για την εξαγορά του ομολόγου στο 55% της ονομαστικής του αξίας, είτε την ανταλλαγή του στο 75% της ονομαστικής του αξίας, ο ενάγων αρνήθηκε να προστρέξει ώστε να μειώσει τις επιζήμιες συνέπειες του ομολόγου του. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε ή ότι μπορούσε να γνωρίζει ως εκ της έλλειψης ειδικών γνώσεων, ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου του, ούτε προέκυψε ότι η εναγόμενη τράπεζα του συνέστησε να αδράξει την ευκαιρία αυτή, διότι άλλως, θα έχανε όλο του το κεφάλαιο το οποίο δεν θα πληρωνόταν στην λήξη του.
Συνεπώς, ο ενάγων δεν είχε ολοκληρωμένη εικόνα για τον υψηλό και μη ανταποκρινόμενο στο μεσαίο επενδυτικό προφίλ του πιστωτικό κίνδυνο που είχε αναλάβει και, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να λάβει απόφαση ρευστοποίησης στηριζόμενος σε ασφαλή κριτήρια. Το δικαστήριο τόνισε, μάλιστα, ότι η τυχόν επιλογή του να συναινέσει σε πρόταση εξαγοράς του ομολόγου από την εκδότρια αυτού σε ποσοστό 55% της ονομαστικής αξίας του, θα συνιστούσε βεβαίως επιλογή σίγουρης οικονομικής ζημίας του και όχι περιστολή αυτής, δοθέντος και ότι επιδίωξή του ήταν να διατηρήσει ασφαλές και ακέραιο το αρχικό κεφάλαιό του.
Απόσπασμα απόφασης
Πλην όμως κατά την άποψη που το παρόν δικαστήριο εκτιμά ως ορθότερη η εν λόγω απώλεια του κεφαλαίου του ενάγοντος το οποίο τοποθετήθηκε στο ένδικο μειωμένης αξιοπιστίας και εξασφάλισης ομόλογο, που συνιστά και την περιουσιακή του ζημία επήλθε αποκλειστικά από την εκδηλωθείσα ως άνω υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, που αφενός προέτρεψαν τον ενάγοντα να επενδύει στο επίδικο προϊόν, που δεν ήταν συμβατό με το προφίλ του ως απλού ιδιώτη επενδυτή, αφετέρου παρέλειψαν αν και είχαν ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση να διασαφηνίσουν τα προπεριγραφόμενα επισφαλή χαρακτηριστικά του επίδικου τίτλου ότι δηλαδή ήταν μειωμένης εξασφάλισης, η δε συμπεριφορά αυτή των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης ήταν ικανή από μόνη της να προκαλέσει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αλλά και πράγματι προκάλεσε (κριτήριο του αναγκαίου αιτίου-cine qua non) την κάτωθι αναφερόμενη στον ενάγοντα ζημία, καθώς, εάν ο τελευταίος, γνώριζε, όπως αναφέρθηκε, κατόπιν ορθής πληροφόρησης τους παραπάνω κινδύνους που εγκυμονεί η εν λόγω επένδυση, δεν θα είχε προβεί στην αγορά του ομολόγου, η οποία ήταν αντίθετη με τη θέλησή του για ασφαλή επένδυση του κεφαλαίου του και έτσι θα είχε αποφευχθεί η περιουσιακή ζημία που υπέστη, θα ήταν δε αδιάφορο για την οικονομική του σφαίρα το εάν κατέρρευσε η κυπριακή τράπεζα και εκδότρια του ομολόγου του. Η δε ζημία του ενάγοντος δεν προκλήθηκε από την πιστοληπτική κατάρρευση της εκδότριας που επήλθε αργότερα, αλλά προκλήθηκε εξ αρχής από την ελλιπή ενημέρωση που είχε ως προς τη σύνθετη φύση του ομολόγου κατά τη στιγμή που το αγόραζε διαθέτοντας μέρος της περιουσίας του, διότι εάν η εναγόμενη αρχήθεν τηρούσε την αρχή την καλή πίστης και τους Κανόνες Δεοντολογίας των Τραπεζών που ίσχυαν το επίμαχο χρονικό διάστημα, τότε ο ενάγων δε θα είχε πραγματοποιήσει την επένδυση και επομένως δεν θα είχε υποστεί περιουσιακή ζημία. Τουτέστιν αρχικό αίτιο και σημείο εκκίνησης της ζημίας του ενάγοντος ήταν η εσφαλμένη άλλως ελλιπής πληροφόρηση από την εναγόμενη για τη φύση του δανείου. Επομένως η ζημία του επήλθε ως αναγκαία συνέπεια της ελλιπούς πληροφόρησης, κατά τη στιγμή αγοράς του ομολόγου και όχι από την μεταγενέστερη τραπεζική κρίση, η οποία δεν διέρρηξε τη νομική αλυσίδα της ευθύνης της εναγομένης, αλλά απλώς επιτάχυνε την κατάρρευση του ομολόγου επιφέροντας σε σύντομο χρονικό διάστημα την περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, η οποία θα επερχόταν σε κάθε περίπτωση λόγω της επισφάλειας του ομολόγου. Δηλαδή οι προϋποθέσεις για την τέλεση της αδικοπραξίας (παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, ζημία αιτιώδης συνάφειας) είχαν ήδη συντελεστεί πριν την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος αφού από την στιγμή της αγοράς του ομολόγου η περιουσία του ενάγοντος περιήλθε ήδη από την αγορά αυτού από ασφαλή θέση σε κίνδυνο απώλειας, και δεν επήλθε από την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας. Επομένως, αναφορικά με το εν λόγω ομόλογο η επικαλούμενη οικονομική κρίση και η εν συνεχεία έκδοση των οικείων διαταγμάτων στην Κύπρο δεν διέκοψαν σύμφωνα με όλες τις ανωτέρω σκέψεις τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και της ζημίας του ενάγοντος, καθώς τα οικεία διατάγματα αφορούσαν στη διάσωση μόνο της ως άνω τράπεζας που αντιμετώπιζε προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας, (με την άποψη αυτή βλ ΑΠ 339/2025, ΑΠ 633/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 858/2023, ΑΠ 940/2023). Περαιτέρω η εναγόμενη επιχειρώντας να αποκρούσει την σε βάρος της αγωγή ή έστω να περιορίσει την οφειλομένη αποζημίωση προς τον ενάγοντα σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή του προέβαλε τον κάτωθι ισχυρισμό: Ότι ο ενάγων συντέλεσε με τη συμπεριφορά του στην πρόκληση της ζημίας τους διότι όταν η εκδότρια του ομολόγου με την από 14-5-2012 δημόσια πρόσκλησή της απεύθυνε πρόσκληση προς τους επενδυτές (άρα και στον ενάγοντα) είτε για την εξαγορά του ως άνω ομολόγου στο 55% της ονομαστικής του αξίας, είτε στην ανταλλαγή του στο 75% της ονομαστικής του αξίας (σχετ. 14 εφεσιβλήτου) ο ενάγων αρνήθηκε να προστρέξει ώστε να μειώσει τις επιζήμιες συνέπειες του ομολόγου του. Ο εν λόγω, όμως, ισχυρισμός που κρίνεται ως νόμιμη εκ του άρθρου 300 παρ. 1 ΑΚ ένσταση, είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε ή ότι μπορούσε να γνωρίζει ως εκ της έλλειψης ειδικών γνώσεων, ότι ήταν πιθανή η απώλεια του κεφαλαίου του, ούτε προέκυψε ότι η εναγόμενη τράπεζα του συνέστησε να αδράξει την ευκαιρία αυτή διότι άλλως θα έχανε όλο του το κεφάλαιο το οποίο δεν θα πληρωνόταν στην λήξη του. Συνεπώς, ο ενάγων δεν είχε ολοκληρωμένη εικόνα για τον υψηλό και μη ανταποκρινόμενο στο μεσαίο επενδυτικό προφίλ του πιστωτικό κίνδυνο που είχε αναλάβει και, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να λάβει απόφαση ρευστοποίησης στηριζόμενος σε ασφαλή κριτήρια. Η δε τυχόν επιλογή του να συναινέσει σε πρόταση εξαγοράς του ομολόγου από την εκδότρια αυτού σε ποσοστό 55% της ονομαστικής αξίας του, θα συνιστούσε βεβαίως επιλογή σίγουρης οικονομικής ζημίας του και όχι περιστολή αυτής, δοθέντος και ότι επιδίωξή του ήταν να διατηρήσει ασφαλές και ακέραιο το αρχικό κεφάλαιό του (ad hoc νομολογιακή αντιμετώπιση ΑΠ 339/2025 σε ΤΝΠ Νόμος).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αστικό Δίκαιο
- Δίκαιο Επενδύσεων
- Τραπεζικό Δίκαιο