Καρτέλ εταιρειών εμπορίας γάλακτος και νόθευση ανταγωνισμού: Αποδοτέα σύμφωνα με τις διατάξεις αδικαιολόγητου πλουτισμού η δαπάνη που εξοικονομήθηκε (ΟλΑΠ 1/2026)
Ωφέλεια κατ’ άρθρο 938 ΑΚ υπάρχει και όταν ο αδικοπραγήσας εξοικονόμησε από την αδικοπραξία κάποια δαπάνη, στην οποία θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία – Νόμιμη η επικουρική βάση της αγωγής
Με πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι αποτελεί αποδοτέα σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η δαπάνη που εξοικονόμησε η αγοράστρια εταιρεία λόγω συμμετοχής της σε καρτέλ με σκοπό τη νόθευση του ανταγωνισμού (ΟλΑΠ 1/2026).
Ειδικότερα, με απόφαση του A3 Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε το εξής ζήτημα, το οποίο κρίθηκε γενικότερου ενδιαφέροντος:
Εάν περιλαμβάνεται ή όχι στην έννοια του περιελθόντος κατ’ άρθρο 938 Α.Κ., και συνεπώς αν αποτελεί ή όχι αποδοτέα ωφέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, μετά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, η δαπάνη, συνιστάμενη στο επιπλέον ποσό το οποίο η αντισυμβαλλόμενη της αναιρεσείουσας εταιρία εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων θα έπρεπε να καταβάλει για την αγορά από την αναιρεσείουσα γαλακτοπαραγωγό εταιρία των αναφερόμενων στην αγωγή ποσοτήτων γάλακτος αντί εύλογου και καθοριζόμενου υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού τιμήματος, και το οποίο (επιπλέον ποσό) αυτή φέρεται ότι εξοικονόμησε, αγοράζοντας από την αναιρεσείουσα τις ανωτέρω ποσότητες βάσει συμβατικού όρου αντί τιμήματος οριζόμενου από την ίδια (αγοράστρια), το οποίο δεν καθοριζόταν κατά δίκαιη κρίση, αλλά ήταν χαμηλότερο από εκείνο που θα οριζόταν υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, λόγω της συμμετοχής της αγοράστριας σε καρτέλ μεταξύ εταιριών εμπορίας γάλακτος με σκοπό τη νόθευση του ανταγωνισμού και τη διατήρηση του τιμήματος της αγοράς του από τους προμηθευτές σε τεχνητά χαμηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 § 1 εδ. α’ και 938 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά, συγχρόνως, και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παρέλευση της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής της αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία κατ’ άρθρο 937 Α.Κ., υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στις ρυθμίσεις των άρθρων 904 επ. Α.Κ., για την απόδοση στον ζημιωθέντα κάθε ωφέλειας που αποκόμισε από την αδικοπραξία εκείνος που αδικοπράγησε, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση, είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος.
Τέτοια ωφέλεια υπάρχει, επομένως, και όταν ο αδικοπραγήσας εξοικονόμησε από την αδικοπραξία κάποια δαπάνη, στην οποία θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία, και δεν περιορίζεται στην περίπτωση κατά την οποία περιήλθε στον αδικοπραγήσαντα συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο από την περιουσία του αδικηθέντος, διότι σκοπός της διάταξης του άρθρου 938 Α.Κ. είναι να αποδώσει ο αδικοπραγήσας στον αδικηθέντα την κάθε είδους ωφέλεια που απέκτησε από την αδικοπραξία, μέχρι το ύψος του ποσού της ζημίας που υπέστη ο αδικηθείς, ώστε να μη παραμείνει σε αυτόν η ωφέλεια επί ζημία του αδικηθέντος, ακόμη και αν αυτή δεν συνίσταται σε περιουσιακή μετακίνηση υπό στενή έννοια και κατά κυριολεξία, αλλά σε απλή εξοικονόμηση δαπάνης.
Εν προκειμένω, με την αγωγή της η αναιρεσείουσα εταιρία ανέφερε ότι με διαδοχικές συμβάσεις πώλησε και παρέδωσε σε τρίτη εταιρία παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων τη συνολική ποσότητα των 2.385.300 κιλών γάλακτος, αντί τιμήματος το ύψος του οποίου προσδιοριζόταν κατά τη συμφωνία τους από την αγοράστρια εταιρία κατά δίκαιη κρίση και όπως αυτό θα διαμορφωνόταν υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού. Η αγοράστρια, ωστόσο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν καθόρισε το τίμημα σε εύλογο ύψος όπως θα έπραττε αν επικρατούσαν στην αγορά συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά σε ένα ιδιαίτερα χαμηλό ύψος, επειδή είχε συνάψει με άλλες επιχειρήσεις του κλάδου της και εφάρμοζε συμφωνία με αντικείμενο την παράνομη παρεμπόδιση και νόθευση του ανταγωνισμού μέσω του τεχνητού καθορισμού σε χαμηλό ύψος των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους παραγωγούς, της διανομής μεταξύ των συμμετεχουσών επιχειρήσεων των γεωγραφικών περιοχών αποκλειστικής δραστηριοποίησης κάθε μίας και της παρεμπόδισης των παραγωγών να επιλέξουν άλλη επιχείρηση για τη διάθεση των προϊόντων τους.
Με την αγωγή της ζήτησε, λοιπόν, να της καταβληθεί η διαφορά μεταξύ του δίκαιου και καταβλητέου τιμήματος από εκείνο που πράγματι της καταβλήθηκε, ως αποζημίωση για την παράνομη, υπαίτια και αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της αγοράστριας εταιρίας, άλλως επικουρικώς, για την περίπτωση κατά την οποία η αξίωση της ενάγουσας από αδικοπραξία έχει υποπέσει σε παραγραφή, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της αγοράστριας, συνιστάμενου στο ότι αυτή ωφελήθηκε και ενσωμάτωσε στην περιουσία της τα επίδικα χρηματικά ποσά, τα οποία θα έπρεπε να καταβάλει επιπλέον υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού για την αγορά των ίδιων ποσοτήτων γάλακτος.
Πρωτοδίκως, η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως προς την κύρια αδικοπρακτική βάση της, κατά παραδοχή της ένστασης πενταετούς παραγραφής, έγινε όμως δεκτή η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Ακολούθως, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε απορριπτέα και την ως άνω επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι δεν εκτίθεται κάποια ωφέλεια ή εξοικονόμηση δαπάνης της αγοράστριας εταιρίας, ώστε να στοιχειοθετείται στο πρόσωπο της ενάγουσας αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, χωρίς να αρκεί η αναφερόμενη στην αγωγή εξοικονόμηση της καταβολής του επιπλέον ποσού, επειδή το σχετικό κονδύλιο συνιστά μόνο αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και όχι αποδοτέα ωφέλεια.
Κατά την πλειοψηφούσα άποψη του ανωτάτου δικαστηρίου, ωστόσο, η επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι νόμιμη, αφού εκτίθεται σε αυτήν ότι η αντισυμβαλλόμενη εταιρεία δεν καθόριζε κατά δίκαιη κρίση το τίμημα των ποσοτήτων γάλακτος που αγόραζε από την ενάγουσα, αλλά σε χαμηλότερο ποσό, ενεργώντας καταχρηστικά και στα πλαίσια παράνομης συμφωνίας της με άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις με αντικείμενο την παρεμπόδιση και νόθευση του ανταγωνισμού. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ωφεληθεί τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, τα οποία θα έπρεπε να είχε καταβάλει υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού για την αγορά των ίδιων ποσοτήτων γάλακτος, εξοικονομώντας με τον τρόπο αυτό τη σχετική δαπάνη εις βάρος της περιουσίας της ενάγουσας.
Τα περιστατικά αυτά, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αρκούν για να στοιχειοθετηθεί αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού εις βάρος των εναγόμενων εταιριών, μετά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, για την περιελθούσα στην περιουσία της αντισυμβαλλομένης της ενάγουσας οικονομική ωφέλεια από την εξοικονόμηση της ανωτέρω δαπάνης, η οποία (ωφέλεια) εμπίπτει στην έννοια του περιελθόντος του άρθρου 938 Α.Κ..
Απόσπασμα απόφασης
Κατά το άρθρο 904 § 1 εδ. α’ Α.Κ., “όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια”, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 938 του ίδιου Κώδικα, “όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ’ αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε. άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παρέλευση της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής της αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία κατ’ άρθρο 937 Α.Κ., υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στις ρυθμίσεις των άρθρων 904 επ. Α.Κ., για την απόδοση στον ζημιωθέντα κάθε ωφέλειας που αποκόμισε από την αδικοπραξία εκείνος που αδικοπράγησε, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση, είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος. Τέτοια ωφέλεια υπάρχει, επομένως, και όταν ο αδικοπραγήσας εξοικονόμησε από την αδικοπραξία κάποια δαπάνη, στην οποία θα προέβαινε αν δεν τελούσε την αδικοπραξία, και δεν περιορίζεται στην περίπτωση, κατά την οποία περιήλθε στον αδικοπραγήσαντα συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο από την περιουσία του αδικηθέντος (Ολ.Α.Π. 427/1964), διότι σκοπός της διάταξης του άρθρου 938 Α.Κ. είναι να αποδώσει ο αδικοπραγήσας στον αδικηθέντα την κάθε είδους ωφέλεια που απέκτησε από την αδικοπραξία, μέχρι το ύψος του ποσού της ζημίας που υπέστη ο αδικηθείς, ώστε να μη παραμείνει σε αυτόν η ωφέλεια επί ζημία του αδικηθέντος, ακόμη και αν αυτή δεν συνίσταται σε περιουσιακή μετακίνηση υπό στενή έννοια και κατά κυριολεξία, αλλά σε απλή εξοικονόμηση δαπάνης, δηλαδή αποκλείονται μόνο η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) και η ζημία του παθόντος χωρίς αντίστοιχη ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος. Η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία περιελθόν κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 938 Α.Κ. νοείται μόνο ό,τι περιήλθε στον αδικοπραγήσαντα από την τέλεση της αδικοπραξίας, και όχι ό,τι αυτός ωφελήθηκε συνεπεία της επελθούσας παραγραφής, με το επιχείρημα ότι αλλιώς θα ματαιωνόταν κατ’ ουσίαν η ενέργεια της παραγραφής του άρθρου 937 Α.Κ., εισάγει διάκριση μεταξύ του κατά κυριολεξία περιελθόντος και της ωφέλειας από εξοικονόμηση δαπάνης, η οποία είναι αδικαιολόγητη, αφού και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για επαύξηση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος εις βάρος του αδικηθέντος συνεπεία της αδικοπραξίας, δεν κρίνεται δε ορθό ο αδικοπραγήσας να επωφελείται από την αδράνεια του παθόντος και την συνεπεία αυτής επελθούσα παραγραφή για να επαυξάνει με οποιονδήποτε τρόπο την περιουσία του με την αδικοπραξία.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο dikastis.blogspot.com.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ανταγωνισμός
- Αστικό Δίκαιο