Χρηματική ικανοποίηση 50.000 ευρώ για 5 ανεπιθύμητες κλήσεις (Μον.Εφ.Πειρ. 401/2025)
Ακόμη μια δικαστική απόφαση που υιοθετεί την κρίση του Αρείου Πάγου περί μη αντισυνταγματικότητας του ελάχιστου ορίου των 10.000 ευρώ ανά επικοινωνία
Ακόμη μια απόφαση που υιοθετεί την κρίση του Αρείου Πάγου περί συνταγματικότητας του ελαχίστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης για ανεπιθύμητη επικοινωνία δημοσιεύτηκε, αυτή τη φορά από το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς (απόφαση 401/2025), το οποίο απέρριψε έφεση της εναγόμενης εταιρείας παροχής ηλεκτρικού ρεύματος κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, ο ενάγων, ασφαλιστικός πράκτορας και κάτοχος συγκεκριμένης τηλεφωνικής σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας, είχε εντάξει τον αριθμό του, από τις 22.2.2023, στο ειδικό μητρώο του άρθρου 11 του Ν. 3471/2006, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί να λαμβάνει τηλεφωνικές κλήσεις για σκοπούς απευθείας εμπορικής προώθησης. Παρά την καταχώριση αυτή, δέχθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 10.3.2023 έως 26.6.2023, τηλεφωνικές κλήσεις από εκπροσώπους της εναγομένης εταιρείας με αντικείμενο τη διαφήμιση υπηρεσιών παροχής ηλεκτρικού ρεύματος.
Οι κλήσεις πραγματοποιήθηκαν από τηλεφωνικό αριθμό που χρησιμοποιείτο από τρίτη εταιρεία, η οποία είχε αναλάβει, βάσει σύμβασης παροχής υπηρεσιών αορίστου χρόνου, «την οργάνωση εξερχόμενων επικοινωνιών με σκοπό την ενημέρωση των πελατών για τις υπηρεσίες της εναγομένης εταιρείας και τον προγραμματισμό ραντεβού με εκπρόσωπό της για την υπογραφή σχετικής αίτησης από αυτούς». Το δικαστήριο δέχθηκε ότι η τρίτη αυτή εταιρεία ενεργούσε ως προστηθείσα της εναγομένης και ότι οι επίδικες κλήσεις πραγματοποιήθηκαν στο όνομα και για λογαριασμό της τελευταίας, «με σκοπό την διαφήμιση των προϊόντων της».
Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι οι μη ζητηθείσες αυτές τηλεφωνικές κλήσεις, παρά τη ρητή αντίθεσή του και την εγγραφή του στο σχετικό μητρώο, του προκάλεσαν απώλεια προσωπικού και επαγγελματικού χρόνου, καθώς και προσβολή της προσωπικότητάς του στον τομέα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και της ιδιωτικότητας. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 10.000 ευρώ για κάθε κλήση και συνολικά 60.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, κρίνοντας ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 11 του Ν. 3471/2006 και επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση, προβάλλοντας λόγους εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων.
Το Εφετείο, επικαλούμενο την εμβληματική απόφαση του Αρείου Πάγου για την ανεπιθύμητη εμπορική επικοινωνία (ΑΠ 564/2024), δέχθηκε ότι:
«Ο εθνικός νομοθέτης, έθεσε ως ελάχιστο όριο της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης το ποσό των 10.000 ευρώ, με σκοπό να διασφαλίσει την ελάχιστη προστασία των πολιτών από επεμβάσεις στα προσωπικά τους δεδομένα από συνήθως ισχυρά οικονομικούς οργανισμούς που προωθούν τα προϊόντα τους και παράλληλα να έχει η ορισθείσα χρηματική ικανοποίηση τον απαιτούμενο αποτρεπτικό χαρακτήρα. Συνεπώς, δεν είναι αντισυνταγματική η εν λόγω διάταξη, ως αντικειμένη στην από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αλλά σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ δεν υφίσταται αναλογία μεταξύ των οικονομικών σκοπών που εξυπηρετούνται με τις αζήτητες τηλεφωνικές διαφημιστικές κλήσεις και των συνταγματικά προστατευόμενων προσωπικών δεδομένων των πολιτών».
Επί της ουσίας της συγκεκριμένης υπόθεσης, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η εναγομένη και εκκαλούσα δεν προέβη στον απαιτούμενο έλεγχο των σχετικών μητρώων, ούτε έλαβε υπόψη την καταχώριση του αριθμού του ενάγοντος, παρότι αυτός ενημέρωνε επανειλημμένα τους καλούντες για την εγγραφή του στο μητρώο και την επιθυμία του να μη δέχεται τέτοιες κλήσεις. Απορριπτέος κρίθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι «η ιδία δεν διατηρούσε συμβατική σχέση με την ανωτέρω εταιρεία, η οποία προέβη σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ενάγοντα προκειμένου να τον ενημερώσει για ζητήματα της σύμβασής του με έτερο πάροχο ενέργειας και δεν αφορούσε η τηλεφωνική συνδιάλεξη τη διαφήμιση των υπηρεσιών της εναγομένης», καθώς αφενός δεν προσκομίστηκε ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της σύμβασης αυτής, αφετέρου δεν κατονομάστηκε ο περί ου ο λόγος έτερος πάροχος ενέργειας.
Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής λόγω του περιορισμένου αριθμού κλήσεων, κρίνοντας ότι ο αριθμός των κλήσεων δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να στοιχειοθετήσει καταχρηστικότητα. Ως προς τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δικαστήριο παρέπεμψε στο άρθρο 14 του Ν. 3471/2006, το οποίο προβλέπει κατώτατο όριο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ για κάθε παράβαση.
Λαμβάνοντας υπόψη το είδος και την έκταση της προσβολής, τον βαθμό πταίσματος της εναγομένης, την έλλειψη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και τις γενικότερες περιστάσεις, το Εφετείο καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 10.000 ευρώ ανά κλήση και συνολικά στο ποσό των 50.000 ευρώ για τις πέντε αποδεδειγμένες κλήσεις.
Καταληκτικώς, το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας με τους οποίους υποστηρίχθηκαν τα αντίθετα.
Κατά συνέπεια, απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και καταδίκασε την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο εδώ.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Προσωπικά Δεδομένα