Χρήση εικόνας πρώην εργαζόμενης για διαφήμιση
Χρηματική ικανοποίηση από πολωνικό δικαστήριο που δέχθηκε ότι η συμμετοχή της ενάγουσας στη φωτογράφηση δεν συνεπαγόταν και συναίνεση για τη χρήση της εικόνας της
Χρηματική ικανοποίηση ύψους 30.000 ζλότυ (περίπου 7.000 ευρώ) λόγω ηθικής βλάβης επιδίκασε το Περιφερειακό Δικαστήριο του Nowy Sącz στην Πολωνία σε πρώην εργαζόμενη για την παράνομη χρήση της εικόνας της.
Το δικαστήριο έκρινε ότι ο πρώην εργοδότης της ενάγουσας, εταιρεία εκμετάλλευσης ξενοδοχειακής μονάδας, προέβη σε παράνομη εμπορική εκμετάλλευση του δικαιώματος στην εικόνα της χωρίς τη συγκατάθεσή της.
Η υπόθεση αφορούσε πρώην εργαζόμενη του ξενοδοχείου, η οποία απασχολήθηκε ως φυσιοθεραπεύτρια SPA κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο του 2017. Κατά τη διάρκεια της απασχόλησή της, συμμετείχε σε επαγγελματική φωτογράφιση που οργανώθηκε στο πλαίσιο προετοιμασίας διαφημιστικού υλικού για την προβολή του ξενοδοχείου και των υπηρεσιών ευεξίας που παρείχε. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, η συμμετοχή της ενάγουσας στη φωτογράφιση πραγματοποιήθηκε κατόπιν προφορικής εντολής της προϊσταμένης της, χωρίς να συναφθεί οποιαδήποτε σύμβαση και χωρίς να της καταβληθεί αμοιβή. Η ενάγουσα είχε λάβει ρητές διαβεβαιώσεις ότι στις φωτογραφίες θα απεικονίζονταν αποκλειστικά τα χέρια της κατά την παροχή υπηρεσιών μασάζ και ότι το πρόσωπό της δεν θα ήταν αναγνωρίσιμο.
Παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές, φωτογραφία στην οποία απεικονιζόταν το αριστερό προφίλ του προσώπου της, καθώς και το άνω μέρος του σώματός της, χρησιμοποιήθηκε μεταγενέστερα από την εναγόμενη εταιρεία σε υπαίθρια διαφημιστική πινακίδα μεγάλων διαστάσεων. Η πινακίδα τοποθετήθηκε σε ιδιαίτερα πολυσύχναστη οδική αρτηρία, από την οποία διέρχονταν ημερησίως πάνω από 30.000 οχήματα, και παρέμεινε αναρτημένη για χρονικό διάστημα περίπου τριών μηνών, από τον Δεκέμβριο του 2018 έως τον Μάρτιο του 2019. Το ίδιο φωτογραφικό υλικό χρησιμοποιήθηκε επίσης σε αναρτήσεις στον επίσημο λογαριασμό της εταιρείας σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, όπου παρέμεινε δημόσια προσβάσιμο για χρονικό διάστημα που υπερέβη τα δύο έτη.
Η ενάγουσα, η οποία στο μεταξύ είχε αποχωρήσει από την επιχείρηση και είχε αναλάβει νέα επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλη περιοχή, πληροφορήθηκε τυχαία τη χρήση της εικόνας της. Όπως προέκυψε από τις καταθέσεις, το πρόσωπό της αναγνωρίστηκε από τον σύντροφό της και από τρίτους γνωστούς της, γεγονός που της προκάλεσε έντονη ψυχική αναστάτωση και αίσθημα προσβολής. Η ενάγουσα δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να συνδέεται επαγγελματικά ή δημόσια με τον πρώην εργοδότη της και ότι, εάν της είχε ζητηθεί σχετική άδεια, δεν θα είχε συναινέσει στη χρήση της εικόνας της σε υπαίθρια διαφήμιση μεγάλης προβολής. Με εξώδικες επιστολές ζήτησε την άμεση παύση της χρήσης της φωτογραφίας και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ύψους 50.000 ζλότυ λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της.
Η εναγόμενη εταιρεία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν έφερε ευθύνη για την επίδικη χρήση, επικαλούμενη ότι η διαφημιστική καμπάνια είχε ανατεθεί σε εξωτερική εταιρεία marketing. Υποστήριξε επίσης ότι η ενάγουσα είχε συναινέσει τουλάχιστον σιωπηρά στη φωτογράφιση και στη μελλοντική χρήση του υλικού, γνωρίζοντας τον διαφημιστικό της χαρακτήρα. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η απεικόνιση της ενάγουσας ήταν δευτερεύουσα και αποτελούσε απλώς στοιχείο του φόντου της συνολικής σύνθεσης της διαφήμισης, ώστε να μην απαιτείται ειδική συγκατάθεση.
Στη δίκη παρενέβη και η διαφημιστική εταιρεία που είχε συμμετάσχει στον σχεδιασμό της καμπάνιας, αρνούμενη κάθε ευθύνη και επισημαίνοντας ότι η επίμαχη φωτογραφία είχε παραδοθεί από την ίδια την εναγόμενη, η οποία τη χρησιμοποιούσε ήδη στο παρελθόν για σκοπούς προβολής.
Το Δικαστήριο απέρριψε κατ’ αρχάς τον ισχυρισμό περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγόμενης εταιρείας. Έκρινε ότι η εταιρεία ήταν ο άμεσος χρήστης και ωφελούμενος του διαφημιστικού υλικού και ότι οι εσωτερικές συμβατικές σχέσεις με τρίτους δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την ευθύνη της έναντι της ενάγουσας. Διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα ουδέποτε παρείχε ρητή, ειδική και ενημερωμένη συγκατάθεση για τη δημοσίευση του προσώπου της σε υπαίθρια διαφήμιση ή σε διαδικτυακά μέσα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο γεγονός ότι η συμμετοχή της ενάγουσας στη φωτογράφιση δεν είχε τον χαρακτήρα ανεξάρτητης επαγγελματικής συνεργασίας, αλλά συνδέθηκε άμεσα με την εξαρτημένη εργασία της. Σε αντίθεση με επαγγελματίες μοντέλα που συμμετείχαν στην ίδια καμπάνια και είχαν συνάψει γραπτές συμβάσεις με σαφείς όρους και αμοιβή, η ενάγουσα δεν είχε υπογράψει καμία συμφωνία και είχε θέσει σαφή περιορισμό ως προς τη μη απεικόνιση του προσώπου της. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να συναχθεί τεκμαιρόμενη συγκατάθεση.
Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι η εικόνα της ενάγουσας αποτελούσε ασήμαντο στοιχείο του συνόλου. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το πρόσωπό της ήταν αναγνωρίσιμο και ότι η απεικόνιση δεν μπορούσε να θεωρηθεί απλό φόντο ή τυχαίο στοιχείο μιας γενικής σκηνής. Ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχε η προβλεπόμενη από τον νόμο εξαίρεση.
Η δικαστική κρίση θεμελιώθηκε τόσο στις διατάξεις του αστικού δικαίου περί προστασίας της προσωπικότητας και του δικαιώματος στην εικόνα, όσο και στις ειδικές ρυθμίσεις της νομοθεσίας περί πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς και στις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων, δεδομένου ότι η εικόνα φυσικού προσώπου συνιστά και προσωπικό δεδομένο. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η παράνομη επεξεργασία και δημοσιοποίηση της εικόνας της ενάγουσας προκάλεσε ηθική βλάβη, συνιστάμενη σε ψυχική ταλαιπωρία, αίσθημα εκμετάλλευσης και ανεπιθύμητη δημόσια έκθεση.
Κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ελήφθησαν υπόψη η διάρκεια και η ένταση της προσβολής, η έκταση της δημοσιότητας, ο καθαρά εμπορικός χαρακτήρας της χρήσης και το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν ήταν δημόσιο πρόσωπο.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Προσωπικά Δεδομένα