Διαφήμιση

Μη νόμιμη απόρριψη έφεσης ως εκπρόθεσμης: Άκυρη επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΑΠ 455/2025)

Οι εφέσεις του κατηγορουμένου ασκήθηκαν εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως, αφού η ερήμην αυτού εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ακύρως επιδόθηκε στον Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης

me-nomime-aporripse-epheses-os-ekprothesmes-akure-epidose-tes-protobathmias-apophases-ap-4552025

Δεκτή έγινε από τον Άρειο Πάγο αναίρεση κατά απόφασης, με την οποία είχαν απορριφθεί ως απαράδεκτες οι εφέσεις του κατηγορουμένου – αναιρεσείοντος, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους (ΑΠ 455/2025).

Το ανώτατο δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν έλαβε χώρα νόμιμη επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης, κάνοντας δεκτούς τους λόγους αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των εφέσεων ως εκπρόθεσμων, περί παράνομης απόρριψης των εφέσεων ως απαράδεκτων, καθώς και περί υπέρβασης εξουσίας.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους, τις δύο εφέσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί, ερήμην, σε ποινή κάθειρξης οκτώ ετών, για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής με τη μη απόδοση Φ.Π.Α. κατ' εξακολούθηση.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του Αρείου Πάγου, προϋπόθεση της κρίσης ως εκπρόθεσμης της άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης κατά της απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που έχει εκδοθεί με απόντα τον εκκαλούντα, είναι η έγκυρη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Διαφορετικά, αν η επίδοση είναι άκυρη, κατ' άρθρο 154 παρ. 2 ΚΠοινΔ, δεν αρχίζει η νόμιμη προθεσμία προς άσκηση και το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται εμπρόθεσμα.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει, υποχρεωτικά, στη σχετική έκθεση έφεσης και, αν δεν προβάλει λόγο ακυρότητας της προς αυτόν επίδοσης της ερήμην του εκδοθείσας πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης, το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, ως εκ του οποίου παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά να προκύπτουν. Στην έννοια, όμως, της ανώτερης βίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός μη γνώσης από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης, ερήμην του, εκδοθείσας απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και, εντεύθεν, μη έναρξης καν της προθεσμίας άσκησης της έφεσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της έφεσής του.

Εν προκειμένω, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι, πράγματι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την διαδικαστική προϋπόθεση της εγκυρότητας επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης και, ακολούθως, υπερέβη την εξουσία του.

Συγκεκριμένα, διαπίστωσε πως ο κατηγορούμενος – αναιρεσείων, απολογούμενος ενώπιον της Ανακρίτριας Γιαννιτσών, δήλωσε τη διεύθυνσή του στην αλλοδαπή και δεν διόρισε αντίκλητο δικηγόρο. Ως εκ τούτου, η κλήση του προς εμφάνιση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επιδόθηκε νόμιμα στον Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γιαννιτσών, κατ’ άρθρο 156 παρ. 4 ΚΠΔ, ωστόσο η ερήμην αυτού εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μη νόμιμα επιδόθηκε στον Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, και όχι στον Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γιαννιτσών.

Κρίθηκε, συνεπώς, ότι οι εφέσεις να έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως, αφού η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ακύρως επιδόθηκε.

Το δικαστήριο επεσήμανε, επίσης, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αντικρούονται αιτιολογημένα οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο αναιρεσείων με την δεύτερη έφεσή του, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της άσκησής τους, και συγκεκριμένα ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ, τέλος, παραβιάστηκε το από τα άρθ. 6 παρ.1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δικαίωμά του σε ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση στο δικαστήριο και δικαστική ακρόαση.

Απόσπασμα απόφασης

Με τις παραδοχές αυτές όμως, το δικαστήριο της ουσίας (Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης), δεχόμενο ότι η με αριθμ. έκθ. 44/04-04-2024 δεύτερη έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - κατηγορουμένου δεν είναι συμπληρωματική της προηγηθείσας με αριθμ. έκθ. 41/29-03-2024 έφεσης του ιδίου αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - κατηγορουμένου κατά της αυτής εκκαλούμενης απόφασης, και συνεξεταζόμενες, και στη συνέχεια απορρίπτοντας αυτές ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους, διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την διαδικαστική προϋπόθεση της εγκυρότητας επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης και ακολούθως υπερέβη την εξουσία του καθόσον, ενώ σύμφωνα και με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης όπως άλλωστε προκύπτει και από τα στοιχεία της δικογραφίας ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων απολογούμενος στις 21/4/2022 ενώπιον της Ανακρίτριας Γιαννιτσών δήλωσε την αναφερόμενη διεύθυνση του στην αλλοδαπή και δεν διόρισε αντίκλητο δικηγόρο και ως εκ τούτου η κλήση του προς εμφάνιση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επιδόθηκε νόμιμα στον Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γιαννιτσών (άρθρ. 156 παρ. 4 ΚΠΔ), εν τούτοις η ερήμην αυτού εκδοθείσα απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επιδόθηκε στον Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης στις 31/1/2024 και όχι στον Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Γιαννιτσών, με συνέπεια οι εφέσεις να έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως αφού η απόφαση του Πρωτοβαθμίου 4 Δικαστηρίου ακύρως επιδόθηκε. Εξάλλου με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αντικρούονται αιτιολογημένα οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο αναιρεσείων με την δεύτερη των ως άνω εφέσεών του για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεως των εφέσεών του και συγκεκριμένα ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ τέλος παραβιάστηκε το από τα άρθ. 6 παρ.1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) δικαίωμά του (αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου) ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο και δικαστικής ακρόασης αυτού, με συνέπεια την από το άρθ. 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Επομένως, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής, λόγοι της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, της έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη των εφέσεων ως εκπρόθεσμων, της παράνομης απόρριψης των ανωτέρω εφέσεων ως απαράδεκτων, καθώς και της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Η' και Θ' αντιστοίχως του ΚΠοινΔ), με τους πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμοι. IV. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, κατά παραδοχή των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Η' και Θ' του ΚΠοινΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 519 και 522 του ΚΠοινΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για το παραδεκτό των αναφερόμενων στο σκεπτικό της απόφασης εφέσεων του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κατά της με αριθμ. 269/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι αυτών (εφέσεων), αναλόγως δε προς τη σχετική κρίση του, είτε να απορρίψει και πάλι τις εφέσεις ως εκπρόθεσμες, είτε να τις κρίνει παραδεκτές και να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 829/2024, ΑΠ 1532/2023). Σημειώνεται ότι μετά την κατάργηση με τον ν. 5090/2024, του πενταμελούς εφετείου, ως δικαστήριο της παραπομπής για την εκδίκαση της παρούσης υπόθεσης, θα πρέπει να οριστεί, κατά την διάταξη του άρθρου 137 του ιδίου νόμου, το τριμελές εφετείο της παρ. 8 του άρθρου 111 του ΚΠοινΔ, στο οποίο και θα παραπεμφθεί αυτή προς εκδίκαση.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.