Παραπομπή σε ανύπαρκτη νομολογία με τη χρήση εργαλείων ΑΙ: Δυο υποθέσεις ελέγχου δικηγόρων από βρετανικό δικαστήριο
Σύμφωνα με το δικαστήριο, προβληματικό είναι και το ανέβασμα εγγράφων σε δημοσίως διαθέσιμα εργαλεία, όπως το ChatGPT, καθώς οδηγεί σε παραβίαση δικηγορικού απορρήτου και παραβίαση δεδομένων
Δύο περιπτώσεις στις οποίες υποβλήθηκαν ενώπιόν του δικόγραφα με ανύπαρκτες ή εσφαλμένες νομολογιακές παραπομπές, σε ορισμένες από τις οποίες πιθανολογήθηκε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης κατά την αναζήτηση ή τη σύνταξη νομικού υλικού εξέτασε το Ανώτερο Δικαστήριο Μετανάστευσης και Ασύλου του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση UK v Secretary of State for the Home Department.
Το δικαστήριο επιλήφθηκε των ζητημάτων αυτών στο πλαίσιο της λεγόμενης “Hamid jurisdiction”, της εξουσίας που διαθέτουν τα ανώτερα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου αφενός να εξετάζουν τη συμπεριφορά των δικηγόρων που εμφανίζονται ενώπιόν τους, αφετέρου και, εφόσον διαπιστωθούν σοβαρές παραβάσεις των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων, να παραπέμπουν την υπόθεση στα αρμόδια πειθαρχικά όργανα.
Το δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι δικηγόροι οφείλουν να διασφαλίζουν ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλουν ενώπιον των δικαστηρίων είναι πραγματικοί και νομικά ακριβείς. Η επίκληση ανύπαρκτων αποφάσεων παραβιάζει την επαγγελματική αυτή υποχρέωση και οδηγεί σε άσκοπη επιβάρυνση της δικαστικής λειτουργίας, καθώς οι δικαστές καλούνται να αναζητήσουν αποφάσεις που στην πραγματικότητα δεν υφίστανται.
Η απόφαση αφορούσε δύο διαφορετικές υποθέσεις. Στην πρώτη υπόθεση εξετάστηκε περίπτωση κατά την οποία, σε προτάσεις έφεσης ενώπιον του δικαστηρίου είχε περιληφθεί παραπομπή σε ανύπαρκτη δικαστική απόφαση με τίτλο Horleston v SSHD. Η παραπομπή συνοδευόταν από αριθμό υπόθεσης που αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα σε άσχετη υπόθεση εργατικού δικαίου. Ο δικηγόρος που είχε συντάξει το δικόγραφο αποδέχθηκε την ευθύνη για το σφάλμα και ανέφερε ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο η εσφαλμένη παραπομπή να προέκυψε από ακούσια χρήση εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης κατά την αναζήτηση στο διαδίκτυο (Google Search με AI mode), αρνούμενος ωστόσο κατηγορηματικά τη χρήση του ChatGPT για τη σύνταξη των προτάσεων. Παράλληλα, ο δικηγόρος δήλωσε ότι το γραφείο του δεν χρησιμοποιεί εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για τη σύνταξη δικογράφων, παρά μόνο για συγκεκριμένες εργασίες, όπως η σύνοψη διοικητικών αποφάσεων.
Το δικαστήριο σημείωσε ότι, εφόσον ο ίδιος είχε ήδη αναφέρει το περιστατικό στις αρμόδιες επαγγελματικές αρχές που εποπτεύουν τη δραστηριότητα των δικηγόρων στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν ήταν αναγκαία πρόσθετη παραπομπή από το ίδιο. Υπογράμμισε ωστόσο ότι σε περιπτώσεις όπου ενώπιον δικαστηρίου υποβάλλονται δικόγραφα με ανύπαρκτες παραπομπές, λόγω έλλειψης ελέγχου των πηγών, η παραπομπή σε πειθαρχικό έλεγχο θα πρέπει να είναι αναμενόμενη.
Στο ίδιο πλαίσιο το δικαστήριο επισήμανε ότι η εισαγωγή εγγράφων πελατών ή διοικητικών αποφάσεων σε opensource εργαλεία ΑΙ, όπως το ChatGPT, ισοδυναμεί με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών στο διαδίκτυο και άρα συνεπάγεται την παραβίαση της εμπιστευτικότητας στη σχέση δικηγόρου-εντολέα και τη διάρρηξη του δικηγορικού απορρήτου. Στις περιπτώσεις αυτές, σύμφωνα με το δικαστήριο, ο δικηγόρος πρέπει να ενημερώνει τον επαγγελματικό του φορέα, αλλά και τον ICO, την αρχή προστασίας δεδομένων του Ηνωμένου Βασιλείου. Για τις εργασίες αυτές, το δικαστήριο θεωρεί αποδεκτή τη χρήση closedsource εργαλείων, όπως το MicrosoftCopilot, τα οποία δεν βγάζουν τα δεδομένα εκτός της σφαίρας ελέγχου του χρήστη.
Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε προσφυγή κατά διοικητικής απόφασης των βρετανικών αρχών μετανάστευσης, στην εξέταση του φακέλου της οποίας, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι στο δικόγραφο της αίτησης υπήρχαν πολλές παραπομπές σε αποφάσεις οι οποίες είτε δεν μπορούσαν να εντοπιστούν, είτε είχαν λανθασμένα στοιχεία και δεν υποστήριζαν τους ισχυρισμούς, στη βάση των οποίων μνημονεύονταν. Το δικαστήριο ζήτησε από το δικηγορικό γραφείο να διευκρινίσει ποιος είχε συντάξει το δικόγραφο και να εξηγήσει τις ανακρίβειες.
Από τις εξηγήσεις που δόθηκαν προέκυψε ότι το δικόγραφο είχε συνταχθεί από νεότερο συνεργάτη του γραφείου, ο οποίος βασίστηκε σε παλαιότερα πρότυπα εγγράφων και σε δευτερογενείς πηγές, χωρίς να ελέγξει τις παραπομπές σε επίσημες βάσεις νομολογίας. Το δικαστήριο τόνισε ότι η ευθύνη για την ακρίβεια των ισχυρισμών και των παραπομπών ανήκει τελικά στον δικηγόρο που έχει την ευθύνη της υπόθεσης και υπογράφει το δικόγραφο.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην υποχρέωση εποπτείας των νεότερων συνεργατών. Σύμφωνα με το δικαστήριο, ένας δικηγόρος που αναθέτει τη σύνταξη δικογράφων σε νεότερο συνεργάτη παραμένει υπεύθυνος για τον έλεγχο του περιεχομένου τους και για τη διασφάλιση ότι δεν περιλαμβάνουν ανύπαρκτες ή εσφαλμένες παραπομπές. Μάλιστα, επισημάνθηκε ότι η αποτυχία εποπτείας μπορεί να θεωρηθεί ακόμη σοβαρότερη από την περίπτωση όπου ένας δικηγόρος δεν ελέγχει επαρκώς τη δική του εργασία.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην αρμόδια επαγγελματική ρυθμιστική αρχή των δικηγόρων του Ηνωμένου Βασιλείου, προκειμένου να εξεταστεί αν συντρέχουν λόγοι πειθαρχικού ελέγχου του εμπλεκόμενου δικηγόρου.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Προσωπικά Δεδομένα