Προϋποθέσεις εγκυρότητας επίδοσης με θυροκόλληση (ΑΠ 486/2025)
Απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης που έκρινε εκπρόθεσμη την έφεση – Υποχρέωση γνωστοποίησης μεταβολής κατοικίας
Με πρόσφατη απόφασή του ο Άρειος Πάγος ερμήνευσε τις προϋποθέσεις για την εγκυρότητα επίδοσης με θυροκόλληση, απορρίπτοντας αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η έφεση της αναιρεσείουσας λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της (ΑΠ 486/2025).
Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ότι το δικάσαν Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με τον ισχυρισμό της περί ακυρότητας της επίδοσης της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης.
Ειδικότερα, προέβαλε ότι η γενόμενη επίδοση δια θυροκολλήσεως ήταν άκυρη, καθόσον δεν διενεργήθηκε στην πραγματική της κατοικία, τη διεύθυνση της οποίας γνώριζε το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο τόσο από τον προσωπικό της φάκελο ως εργαζομένης σε αυτό όσο και από τη γνωστοποίησή της μέσω άλλου δικογράφου στο πλαίσιο έτερης δικαστικής διαμάχης τους. Υποστήριξε, επίσης, ότι το αντίδικο μέρος απέκρυψε δολίως την πραγματική της διεύθυνση, με σκοπό να απορριφθεί η έφεσή της ως εκπρόθεσμη μετά την παρέλευση της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών, γεγονός που της προκάλεσε δικονομική βλάβη συνιστάμενη στη στέρηση του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, κατ' άρθρο 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, οδηγώντας τελικά στην απόρριψη της ένδικης έφεσής της ως απαράδεκτης λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και επικαλείται την ακυρότητα της γενομένης προς αυτόν επίδοσης της οριστικής απόφασης, προκειμένου να υποστηρίξει τον περί εμπροθέσμου της άσκησης της έφεσής του ισχυρισμό του, πρέπει να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο την μεταβολή της. Σκοπός των σχετικών διατάξεων, κατά τις οποίες είναι έγκυρη η επίδοση στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, την οποία αυτός δήλωσε είτε αρχικώς είτε κατόπιν νόμιμης γνωστοποίησης μεταβολής της κατοικίας του, ακόμη και αν πράγματι δεν κατοικεί εκεί (πλασματική κατοικία) είναι η αποφυγή της στρεψοδικίας με την επίκληση ακυροτήτων της επίδοσης από τον παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, ώστε να διασφαλίζονται τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου του για την ομαλή και κατά το δυνατό χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης με την έκδοση δικαστικής απόφασης, επί της αιτούμενης παροχής έννομης προστασίας και της αναγκαστικής αυτής εκτέλεσης.
Εν προκειμένω, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίμαχη επίδοση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης υπήρξε νόμιμη και έγκυρη, καθώς διενεργήθηκε στην κατοικία της αναιρεσείουσας, την οποία η ίδια εξακολουθούσε να δηλώνει ως διεύθυνσή της τόσο στο δικόγραφο της αγωγής της όσο και στο δικόγραφο της έφεσής της, κατ' άρθρο 119 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, το εφετείο ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα διατηρούσε την εν λόγω κατοικία κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι δεν είχε γνωστοποιήσει μεταβολή διεύθυνσης με κάποιον από τους περιοριστικά οριζόμενους τρόπους του άρθρου 119 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Παράλληλα, ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα (συμβόλαιο αγοραπωλησίας, έγγραφα ΕΛΤΑ, εκκαθαριστικά σημειώματα και έτερα δικόγραφα στο πλαίσιο άλλης δικαστικής διαμάχης) ορθώς δεν θεωρήθηκαν λυσιτελή ή ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα η απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης να μη στοιχειοθετεί τις αποδιδόμενες πλημμέλειες των αριθμών 19, 8, 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε παραβίαση των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ.
Απόσπασμα απόφασης
Με τις διατάξεις των άρθρων 119 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ (όπως η παρ. 1 ίσχυε τόσο προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 1 του ν 4335/2015 με έναρξη ισχύος από 01.01.2016, όσο, κατά το πρώτο εδάφιό της, και μετά τον νόμο αυτόν) ορίζεται ότι οι διάδικοι οφείλουν να αναγράφουν στα δικόγραφά τους (μεταξύ των άλλων της αγωγής και της έφεσης) την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας τους και ιδίως οδό και αριθμό, κάθε δε μεταβολή της διεύθυνσης πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα που κοινοποιούνται εκατέρωθεν ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, επισυνάπτεται στη δικογραφία και κοινοποιείται στον αντίδικο, με δε τη διάταξη του άρθρου 120 του ιδίου κώδικα ορίζεται ότι επίδοση εγγράφου που αφορά την εκκρεμή δίκη, καθώς και η επίδοση της οριστικής απόφασης, είναι έγκυρη, όταν γίνει στην, κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ, αναφερόμενη διεύθυνση και αν ακόμη ο αποδέκτης της επίδοσης δεν είχε πια εκεί την κατοικία του, εφόσον βέβαια αυτός δεν είχε δηλώσει (γνωστοποιήσει) με κάποιον από τους περιοριστικώς, ως άνω, οριζόμενους τρόπους μεταβολή της διεύθυνσής του αυτής (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 352/2024, 1277/2017, 1684/2014). Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως εκείνη του άρθρου 120 του ΚΠολΔ, εκτός άλλων, συνάγεται ότι εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και επικαλείται την ακυρότητα της γενομένης προς αυτόν επίδοσης της οριστικής απόφασης, προκειμένου να υποστηρίξει τον περί εμπροθέσμου της άσκησης της έφεσής του ισχυρισμό του, πρέπει να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο την μεταβολή της (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 1277/2017, 724/2013). Σκοπός των διατάξεων αυτών, κατά τις οποίες είναι έγκυρη η επίδοση στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, την οποία αυτός δήλωσε είτε αρχικώς είτε μετά νόμιμη, ως άνω, γνωστοποίηση μεταβολής της κατοικίας του, ακόμη και αν πράγματι δεν κατοικεί εκεί (πλασματική κατοικία) είναι η αποφυγή της στρεψοδικίας με την επίκληση ακυροτήτων της επίδοσης από τον παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, ώστε να διασφαλίζονται τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου του για την ομαλή και κατά το δυνατό χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης με την έκδοση δικαστικής απόφασης, επί της αιτούμενης παροχής έννομης προστασίας και της αναγκαστικής αυτής εκτέλεσης (ΑΠ 352/2024, 1277/2017, 1684/2014).
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Πολιτική Δικονομία