Διαφήμιση

Σιδηροδρομικό δυστύχημα Τεμπών: Η πρώτη απόφαση περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης (ΔΠΑ 2847/2026)

Τι έκρινε το δικαστήριο ως προς τη νομική φύση του ΟΣΕ, τον εγγυητικό ρόλο του Δημοσίου για τη διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών και το αίτημα περί προσωρινής εκτελεστότητας

siderodromiko-dustukhema-tempon-e-prote-apophase-peri-astikes-euthunes-tou-demosiou-kai-kataboles-khrematikes-ikanopoieses-dpa-28472026

Εκδόθηκε η πρώτη απόφαση που αναγνωρίζει την αστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για το σιδηροδρομικό δυστύχημα που έλαβε χώρα στα Τέμπη την 28η Φεβρουαρίου 2023 και επιδικάζει την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης συνολικού ύψους 360.000 ευρώ, λόγω ψυχικής οδύνης, σε συγγενείς των θυμάτων (ΔΠΑ 2847/2026).

Το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν λειτουργούσαν τα προσήκοντα συστήματα ασφαλείας για μεγάλο χρονικό διάστημα προ του χρόνου που συνέβη το επίδικο σιδηροδρομικό δυστύχημα, τα οποία εξασφαλίζουν την αποσόβηση του κινδύνου δυστυχήματος από τον ανθρώπινο παράγοντα και, τελικώς, από το, πάντα ενδεχόμενο να συμβεί, ανθρώπινο λάθος.

Τα μέτρα ασφαλείας που δεν λειτουργούσαν

Πιο συγκεκριμένα, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν οι απαραίτητες δικλείδες ασφαλείας, οι οποίες συμβάλλουν στο να αποφευχθεί η διακινδύνευση της ασφάλειας των συγκοινωνιών, συνεπεία ανθρώπινου σφάλματος. Κατά τον χρόνο του επίδικου δυστυχήματος οι σιδηροδρομικές υποδομές δεν υποστηρίζονταν από τα ακόλουθα τεχνολογικά συστήματα ασφαλείας της κίνησης των συρμών:

(α) την φωτεινή πλευρική σηματοδότηση, η οποία ήδη από το έτος 2019, μεταξύ Λάρισας και Ν. Πόρων βρισκόταν εκτός λειτουργίας,

(β) το σύστημα τηλεδιοίκησης και ελέγχου κυκλοφορίας, που, μεταξύ άλλων, δεν επιτρέπει να χαραχθούν αυτόματα μη συμβατά μεταξύ τους δρομολόγια, με τη χρήση του οποίου η χάραξη δρομολογίου της αμαξοστοιχίας IC 62 θα γινόταν από τον κεντρικό χειριστή και θα διαβιβαζόταν για εκτέλεση στο σταθμάρχη Λάρισας,

(γ) σύστημα επιβολής αυτόματης πέδησης (μεταξύ αυτών το ECTS) για την περίπτωση που ο μηχανοδηγός δεν συμμορφώνεται με τα φωτοσήματα, το οποίο αν λειτουργούσε και χαραζόταν το δρομολόγιο της επιβατικής αμαξοστοιχίας IC 62 από τη γραμμή καθόδου (είτε από τον σταθμάρχη Λάρισας είτε από τον κεντρικό χειριστή τηλεδιοίκησης), ο επόμενος από τη Λάρισα σταθμός (Ν. Πόροι) δεν θα έδινε ελεύθερη τη γραμμή καθόδου για την εμπορική αμαξοστοιχία 63503 και το φωτόσημα στην έξοδο από τους Ν. Πόρους προς τη Λάρισα θα ήταν κόκκινο. Αν δε ο μηχανοδηγός της 63503 αμαξοστοιχίας δεν συμμορφωνόταν και παραβίαζε το κόκκινο φωτόσημα εξόδου από Ν. Πόρους, θα ενεργοποιείτο από το σύστημα ETCS η αυτόματη πέδηση και για τους δυο αντιθέτως κινούμενους συρμούς IC 62 και εμπορικό 63503, οι οποίοι θα ακινητοποιούνταν επιτόπου καθώς και

(δ) το σύστημα συνεχούς και απρόσκοπτης ραδιοεπικοινωνίας GSM-R, το οποίο είναι μεν εγκατεστημένο από το 2018 στη σιδηροδρομική διαδρομή Κιάτο-Αθήνα- Θεσσαλονίκη - Προμαχώνας/Ειδομένη, αλλά δεν έχει εγκατασταθεί σε όλους τους νέους συρμούς στο ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Αν λειτουργούσε πλήρως το σύστημα GSM-R, ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας IC 62 θα είχε τη δυνατότητα, μόλις αντιλήφθηκε ότι κινείται στη γραμμή καθόδου, να επικοινωνήσει με το μηχανοδηγό του αντίθετα κινούμενου εμπορικού συρμού 63503 και να συνειδητοποιήσουν και οι δυο ότι βρίσκονται σε συγκρουσιακή πορεία. Σημειωτέον ότι το υφιστάμενο σύστημα ραδιοεπικοινωνίας του ΟΣΕ δεν επαρκούσε, καθότι έδινε μεν καταρχάς τη δυνατότητα στους δυο μηχανοδηγούς να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, πλην με ενδεχόμενο να εμποδιζόταν η ραδιοεπικοινωνία με τη χρήση του υφιστάμενου συστήματος (VHF) από τον παρεμβαλλόμενο ορεινό όγκο του Ολύμπου, καθώς η αμαξοστοιχία IC 62 βρισκόταν στην κάτω πλευρά του και ο εμπορικός συρμός 63503 στην πάνω.

Το δικαστήριο τόνισε ότι, εάν οι ως άνω δικλείδες ασφαλείας λειτουργούσαν, θα επέτρεπαν να είχε διορθωθεί το αρχικό λάθος του σταθμάρχη Λάρισας με δεύτερη ενέργεια ώστε να μην αποβεί το μοιραίο.

Νομική φύση ΟΣΕ

Το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά του εναγόμενου ΟΣΕ, ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ΚΔΔ, διότι υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, ο ΟΣΕ αποτελεί ανώνυμη εταιρεία που λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και όχι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Οι πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του νομικού αυτού προσώπου, οι οποίες αφορούν γενικώς στην εκμετάλλευση, διοίκηση και λειτουργία του δικτύου της σιδηροδρομικής υποδομής και οι οποίες δεν είναι πράξεις ή παραλείψεις διοικητικών οργάνων, δεν εκδίδονται κατ’ ενάσκηση δημοσίας εξουσίας και, ως εκ τούτου, η αμφισβήτησή τους δεν γεννά διοικητική διαφορά.

Συνεπώς, οι αποδιδόμενες παρανομίες στον πρώτο εναγόμενο ΟΣΕ σχετικά με τις ελλείψεις και την μη λειτουργία των απαιτούμενων συστημάτων ασφαλείας, στον σταθμάρχη Λάρισας, όργανο του πρώτου εναγόμενου ΟΣΕ, σχετικά με την μη χρησιμοποίηση της λειτουργίας “χάραξης” διαδρομής, της διαχείρισης των κλειδιών και του ελέγχου της πορείας της αμαξοστοιχίας IC62 και στον μηχανοδηγό σχετικά με την μη ενημέρωση του σταθμάρχη Λάρισας για την πορεία της αμαξοστοιχίας IC62 κατά την έξοδό της από τον σταθμό, οι οποίες αφορούν γενικώς την εκμετάλλευση, διοίκηση και λειτουργία του δικτύου της σιδηροδρομικής υποδομής εντάσσονται στο πλαίσιο της οργάνωσης και δράσης νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και δεν συνιστούν άσκηση κατά νόμο διοικητικής αρμοδιότητας οργάνου κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας, αλλά κινούνται σε κύκλο σχέσεων ιδιωτικού δικαίου και γεννούν διαφορές, η επίλυση των οποίων ανήκει, κατά το Σύνταγμα, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Σε κάθε δε περίπτωση, όσον αφορά την αποδιδόμενη παρανομία στον μηχανοδηγό, οι μηχανοδηγοί ανήκουν στην εταιρεία Hellenic Train (πρώην ΤΡΑΙΝΟΣΕ) και είναι προστηθέντες αυτής, ενώ όσοι έχουν σχέση με τη σιδηροδρομική υποδομή, π.χ. φύλακες, σταθμάρχες, ανήκουν στον ΟΣΕ.

Εγγυητικός ρόλος του Δημοσίου για τη διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών

Ακολούθως, το δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται αξίωση των εναγόντων προς αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο, κατ’ ευθεία εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και του 932 ΑΚ, με το εξής σκεπτικό:

Το Ελληνικό Δημόσιο, διά του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, και η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ) ασκούν αρμοδιότητες εποπτείας επί του ΟΣΕ σε θέματα λειτουργίας και αρμοδιοτήτων του.

Περαιτέρω, όμως, αποδίδεται, τελικός εγγυητικός ρόλος στα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου για τη διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών, χωρίς η πρόβλεψη εποπτικής αρμοδιότητας της ΡΑΣ σε ζητήματα ασφάλειας των συγκοινωνιών, ιδίως όταν η ΡΑΣ είτε παραλείπει να ασκήσει την εποπτική της αρμοδιότητα, είτε ασκεί αυτήν ανεπαρκώς και το γεγονός αυτό τελεί σε γνώση των οργάνων του εναγομένου, να οδηγεί στην παραδοχή ότι το Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται από την υποχρέωση επιτέλεσης του εγγυητικού του ρόλου, σε ζητήματα ασφαλείας κατά την άσκηση εποπτείας επί του ΟΣΕ και εν γένει των σιδηροδρομικών μεταφορών καθόσον το δυνητικά διακινδυνεύον έννομο αγαθό είναι η ανθρώπινη ζωή.

Το δικαστήριο τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι στο πλαίσιο διαδοχικών ελέγχων που διενήργησε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων το 2019 και το 2022 στη ΡΑΣ, υπό την ιδιότητά της ως Εθνική Αρχή Ασφάλειας, εντοπίστηκαν ζητήματα σε σχέση με το κατά πόσον ήταν σε θέση να επιτελεί με τη ζητούμενη επάρκεια το εποπτικό της έργο. Άλλωστε, κατά το χρονικό διάστημα που συνέβη το ένδικο σιδηροδρομικό δυστύχημα η ΡΑΣ ήταν υποστελεχωμένη, με συνολικό προσωπικό 16 άτομα, από τα οποία 8 μηχανικοί (6 για ζητήματα ασφαλείας και 2 για ζητήματα διαλειτουργικότητας), κατά τα διδάγματα δε της κοινής πείρας και λογικής είναι αδύνατο ένας τόσο μικρός αριθμός επιστημόνων να έχει όλη την απαιτούμενη τεχνολογικής φύσης τεχνογνωσία ενός σύνθετου συστήματος και να μπορεί να ανταποκριθεί στα υψηλά καθήκοντα εποπτείας, ελέγχων και υλοποίησης σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας.

Η μη ύπαρξη ισορροπίας μεταξύ των καθηκόντων που απαιτούνται για την εποπτεία της ασφάλειας του σιδηροδρόμου και του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού για αυτόν τον σκοπό είχε ως αποτέλεσμα αφενός μεν η εποπτεία της ΡΑΣ να είναι ανεπαρκώς ανεπτυγμένη, οδηγώντας σε μία κατάσταση όπου η ΡΑΣ δεν έχει αναπτύξει μια πλήρη, τεκμηριωμένη άποψη για το επίπεδο επιδόσεων ασφάλειας του ελληνικού σιδηροδρομικού συστήματος, αφετέρου δε την έλλειψη επαρκούς εποπτείας από τη ΡΑΣ, η οποία εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει μείζονες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς τις υποδείξεις, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την απόδοση σε ό,τι αφορά στην ασφάλεια με την πρόκληση σοβαρών κινδύνων, γεγονός, ωστόσο, που επιτείνει, κατά την κοινή πείρα, την ανάγκη ύπαρξης λειτουργικών συστημάτων ασφαλείας της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας ικανών να αποτρέψουν ατύχημα, ανεξαρτήτως ανθρώπινου σφάλματος.

Τα ευρήματα του ελέγχου παρακολούθησης της Εθνικής Αρχής Ασφάλειας του 2019 από τον ERA σχετικά με την έλλειψη επαρκούς εποπτείας από τη ΡΑΣ απεστάλησαν στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, το οποίο παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Πέραν δε της πληροφόρησής του για την ελλιπή άσκηση εκ μέρους της ΡΑΣ εποπτικής αρμοδιότητας, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δια του αρμόδιου Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, όφειλε, σε κάθε περίπτωση, να γνωρίζει την μη ύπαρξη λειτουργικών συστημάτων ασφαλείας στο σιδηρόδρομο.

Η υποχρέωση αυτή του Ελληνικού Δημοσίου επιτείνεται από το γεγονός ότι τόσο η μη λειτουργία των συστημάτων αυτών στο σιδηρόδρομο όσο και η ανεπαρκής, αναποτελεσματική και ανεπιτυχής άσκηση εποπτείας από την ΡΑΣ στον ΟΣΕ σε θέματα ασφαλείας στον (ήδη επιβαρυμένο και με σημαντικά παρωχημένο τεχνολογικό εξοπλισμό όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πορίσματα) σιδηρόδρομο εκδηλωνόταν επί μακρόν, διακυβεύοντας τα απολύτως προστατευόμενα έννομα αγαθά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των χρηστών και των εργαζομένων του σιδηρόδρομου.

Παρά ταύτα, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αδράνησε, παραλείποντας να ασκήσει την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα και στο πλαίσιο αυτής τον εγγυητικό του ρόλο για τη διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών.

Κατόπιν των ανωτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί. Ειδικότερα, η παρανομία αυτή, ενόψει της ήδη επί μακρόν γνώσης του εναγόμενου για τις δυσλειτουργίες που παρατηρούνταν στα ήδη υφιστάμενα κατά τον χρόνο εκείνο του δυστυχήματος συστήματα ασφαλείας, για την έλλειψη σύγχρονων λειτουργικών- ικανών να αποτρέψουν δυστύχημα οφειλόμενο σε ανθρώπινο λάθος- συστημάτων ασφάλειας και, ταυτόχρονα, για την ελλιπή άσκηση εποπτείας από την ΡΑΣ σε θέματα ασφαλείας, ήταν ικανή να επιφέρει, και επέφερε, τελικώς, λόγω του επισυμβάντος σιδηροδρομικού δυστυχήματος, το ζημιογόνο γεγονός (θάνατος συγγενών των εναγόντων).

Τέλος, το δικαστήριο επεσήμανε ότι κατάφαση περί συνδρομής παράνομων πράξεων ή παραλείψεων οργάνων και των αρχικώς ευθυνόμενων (ΟΣΕ και ΡΑΣ), ως των κατ’ αρχήν αρμόδιων να επιληφθούν για ζητήματα ασφάλειας των σιδηροδρομικών γραμμών, δεν οδηγεί σε παραδοχή περί εξάλειψης της κατά τα ανωτέρω εγγυητικής ευθύνης του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία, αντιθέτως, ως συγκλίνουσα προς την ευθύνη των ανωτέρω, διατηρεί ακέραιη.

Προσωρινή εκτελεστότητα

Αξίζει να σημειωθεί ότι το αίτημα των εναγόντων περί κήρυξης της αναγνωριστικής απόφασης προσωρινά εκτελεστής κατ’ επίκληση της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 65 του ν. 5039/2023 κρίθηκε απορριπτέο.

Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 65 του ν. 5039/2023 (Α ́ 83), «αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που αφορούν στις απαιτήσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από οποιαδήποτε αιτία σε σχέση με το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών της 28ης Φεβρουαρίου 2023, κηρύσσονται υποχρεωτικά προσωρινά εκτελεστές κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 910 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας»

Συνεπώς, μόνο οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που αφορούν στις απαιτήσεις αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από οποιαδήποτε αιτία σε σχέση με το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών της 28ης Φεβρουαρίου 2023, κηρύσσονται υποχρεωτικά προσωρινά εκτελεστές, κατά την ισχύουσα δε, πάγια διάταξη, των άρθρων 80 παρ. 3 και 199 του ΚΔΔ η κήρυξη της προσωρινής εκτελεστότητας προϋποθέτει την έκδοση απόφασης επί καταψηφιστικής και όχι επί αναγνωριστικής αγωγής όπως εν προκειμένω.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στο ddikastes.gr.