Διαφήμιση

Σύμπραξη στην αγορά αερομεταφορών εμπορευμάτων: Το ΔΕΕ απέρριψε τις αιτήσεις αναίρεσης 12 αεροπορικών εταιριών

Το Δικαστήριο αποφάσισε, ωστόσο, τη μείωση του ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε στην SAS Cargo Group

sumpraxe-sten-agora-aerometaphoron-emporeumaton-to-dee-aporriptei-tis-aiteseis-anaireses-12-aeroporikon-etairion

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψε τις αιτήσεις αναίρεσης 12 αεροπορικών εταιρειών κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου αναφορικά με τη σύμπραξη στην αγορά αερομεταφορών εμπορευμάτων, μειώνοντας, ωστόσο, το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην SAS Cargo Group.

Ιστορικό υπόθεσης

Στις 9 Νοεμβρίου 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε μια πρώτη απόφαση κατά διαφόρων αεροπορικών εταιριών δραστηριοποιούμενων στην αγορά των αερομεταφορών εμπορευμάτων οι οποίες είχαν μετάσχει σε σύμπραξη ως προς τις τιμές μεταξύ Δεκεμβρίου 1999 και Φεβρουαρίου 2006. Στις εν λόγω εταιρίες επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους περίπου 790 εκατομμυρίων ευρώ.

Η Επιτροπή έκρινε ότι οι αεροπορικές εταιρίες παραβίασαν τις διατάξεις της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) και της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (ΕΚ-Ελβετίας), οι οποίες απαγορεύουν τις συμπράξεις που περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Η σύμπραξη αφορούσε διάφορα συστατικά στοιχεία της τιμής των παρεχόμενων υπηρεσιών, ιδίως την επιβολή επιναύλων «καυσίμων» και «ασφαλείας», καθώς και την άρνηση χορήγησης προμήθειας επί των επιναύλων αυτών στους διαμεταφορείς. Ωστόσο, η απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε, εν όλω ή εν μέρει, από το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω εγγενών αντιφάσεων που έθιγαν τα δικαιώματα άμυνας των αεροπορικών εταιριών.

Στις 17 Μαρτίου 2017, η Επιτροπή εξέδωσε νέα απόφαση, με την οποία διόρθωσε την πλημμελή αιτιολογία της προηγούμενης απόφασης και επέβαλε στις αεροπορικές εταιρίες πρόστιμα συνολικού ύψους περίπου 776 εκατομμυρίων ευρώ.

Οι αεροπορικές εταιρίες ζήτησαν από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει και τη νέα αυτή απόφαση ή να μειώσει το ποσό των επιβληθέντων προστίμων. Με αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 2022, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές των Martinair Holland, KLM, Cargolux, Air France-KLM, Air France, Lufthansa και Singapore Airlines. Αντιθέτως, ακύρωσε εν μέρει τη νέα απόφαση της Επιτροπής και μείωσε το ποσό του προστίμου έναντι των λοιπών αεροπορικών εταιριών.

Κατά των αποφάσεων αυτών του Γενικού Δικαστηρίου ασκήθηκαν αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.

Οι αποφάσεις του ΔΕΕ

Με μια σειρά δεκατριών αποφάσεων, το Δικαστήριο απορρίπτει σχεδόν το σύνολο των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι αεροπορικές εταιρίες. Μόνον η αίτηση αναιρέσεως της SAS Cargo Group γίνεται εν μέρει δεκτή, λόγω σφαλμάτων στα οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου που επιβλήθηκε στην εν λόγω αεροπορική εταιρία.

Πρώτον, το Δικαστήριο απορρίπτει τα επιχειρήματα των αεροπορικών εταιριών με τα οποία αμφισβητείται η αρμοδιότητα της Επιτροπής να επιβάλει κυρώσεις για τη σύμπραξη σχετικά με τις υπηρεσίες αερομεταφοράς εμπορευμάτων με αναχώρηση από τρίτες χώρες και προορισμό την Ένωση ή τον ΕΟΧ (αερομεταφορές εισερχόμενων φορτίων).

Υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή μπορεί να διαπιστώσει και να επιβάλει κυρώσεις για συμπεριφορά που εκδηλώθηκε εκτός του εδάφους της Ένωσης ή του ΕΟΧ, εφόσον η συμπεριφορά αυτή έχει τεθεί σε εφαρμογή στο έδαφος αυτό (στο εξής: κριτήριο της εφαρμογής) ή μπορεί να προβλεφθεί ότι θα έχει άμεση και ουσιώδη επίπτωση (στο εξής: κριτήριο των ουσιαστικών επιπτώσεων).

Συναφώς, το Δικαστήριο εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη επιβεβαιώνοντας την αρμοδιότητα της Επιτροπής βασιζόμενο αποκλειστικά επί του κριτηρίου των «ουσιαστικών επιπτώσεων», δεδομένου ότι τα δύο κριτήρια έχουν διαζευκτικό χαρακτήρα.

Εξάλλου, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατ’ εφαρμογήν του κριτηρίου των ουσιαστικών επιπτώσεων, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει ότι οι επιπτώσεις των οικείων πρακτικών πρέπει να είναι «προβλέψιμες, άμεσες και ουσιώδεις». Συναφώς, το Δικαστήριο απορρίπτει τα διάφορα επιχειρήματα σχετικά με πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο του εκ μέρους του ελέγχου του χαρακτηρισμού των επιπτώσεων αυτών.

Δεύτερον, το Δικαστήριο απορρίπτει τα επιχειρήματα με τα οποία οι αεροπορικές εταιρίες επικρίνουν το γεγονός ότι οι διάφορες επίμαχες συμπεριφορές είχαν χαρακτηριστεί ως «ενιαία και διαρκής παράβαση». Αφενός, υπενθυμίζει ότι, όταν μια παράβαση εκτείνεται σε πλείονα έτη, η έλλειψη άμεσης αποδείξεως της εφαρμογής μιας συμφωνίας από μια επιχείρηση για ορισμένες συγκεκριμένες περιόδους δεν εμποδίζει τη διαπίστωση της συμμετοχής της στη συμφωνία για τις επίμαχες περιόδους. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά και συγκλίνοντα στοιχεία. Αφετέρου, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι μια αεροπορική εταιρία μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη ακόμη και για δρομολόγια τα οποία δεν εξυπηρετεί. Διευκρινίζει ότι τούτο ισχύει όταν η οικεία επιχείρηση συνέβαλε με τη συμπεριφορά της στους κοινούς σκοπούς τους οποίους επιδίωκε το σύνολο των μετεχόντων στη σύμπραξη και γνώριζε τις παραβατικές συμπεριφορές τις οποίες σχεδίαζαν ή εφάρμοζαν οι λοιποί μετέχοντες στην επίμαχη σύμπραξη επιδιώκοντας τους ίδιους αυτούς σκοπούς.

Τρίτον, το Δικαστήριο απαντά στην επιχειρηματολογία των αεροπορικών εταιριών οι οποίες επικαλούνται για πρώτη φορά ενώπιόν του, ενώ δεν το είχαν πράξει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, την παραγραφή της εξουσίας της Επιτροπής για την επιβολή κυρώσεων όσον αφορά ορισμένες συμπεριφορές. Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι ο λόγος που στηρίζεται στην παρέλευση της προθεσμίας παραγραφής της εν λόγω εξουσίας5 δεν μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το Γενικό Δικαστήριο, αλλά πρέπει να προβληθεί από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, δεδομένου ότι δεν έχει χαρακτήρα δημοσίας τάξεως.

Όσον αφορά την SAS Cargo Group, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να διασφαλίσει την κατ’ αυτό ίση μεταχείριση μεταξύ των αεροπορικών εταιριών, είχε συμπεριλάβει στη βάση υπολογισμού τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε σε εσωτερικά δρομολόγια εντός του ίδιου κράτους.

Κατά το Δικαστήριο, όμως, το Γενικό Δικαστήριο δεν διέθετε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα έσοδα αυτά είχαν συνεκτιμηθεί κατά τον υπολογισμό του ύψους των προστίμων των λοιπών εμπλεκόμενων αεροπορικών εταιριών. Ελλείψει αποδείξεως περί διαφορετικής μεταχειρίσεως, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να διαπιστώσει παραβίαση της αρχής της ισότητας ούτε, επί της βάσεως αυτής, να τροποποιήσει το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην SAS Cargo Group. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου κατά το μέρος που αφορά το σημείο αυτό και καθορίζει το ύψος του προστίμου σε χαμηλότερο επίπεδο.

Οι αποφάσεις (C-367/22 P, C‐369/22 P, C‐370/22 P, C‐375/22 P, C‐378/22 P, C‐379/22 P, C‐380/22 P, C‐381/22 P, C‐382/22 P, C‐385/22 P, C‐386/22 P, C‐401/22 P και C‐403/22 P) είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα CURIA.