Διαφήμιση

Τα sms ως αποδεικτικά μέσα: Αδιάφορος ο τρόπος προσκόμισής τους στο δικαστήριο (ΑΠ 1141/2025)

Είτε προσκομίζονται σε screenshot είτε σε φωτογραφία της οθόνης του κινητού από άλλη συσκευή, τα sms εμπίπτουν στην έννοια των μηχανικών απεικονίσεων κατ' άρθρο 444 παρ 2 του ΚΠολΔ

ta-sms-os-apodeiktika-mesa-adiaphoros-o-tropos-proskomises-tous-sto-dikasterio-ap-11412025

Με πρόσφατη απόφασή του, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι τα γραπτά μηνύματα (sms) αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα στο πλαίσιο πολιτικής δίκης, είναι δε αδιάφορος και δεν ασκεί καμία επιρροή ο δικονομικός τρόπος προσκόμισής τους στο δικαστήριο (ΑΠ 1141/2025).

Το ανώτατο δικαστήριο δέχθηκε ότι τα sms αποτελούν «μηχανικές απεικονίσεις» κατ’ άρθρο 444 παρ. 2 ΚΠολΔ και εξομοιώνονται με ηλεκτρονικά έγγραφα, καθώς τα σύγχρονα κινητά τηλέφωνα λειτουργούν πλέον ως υπολογιστές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σκέψη της απόφασης ότι ο τρόπος εισαγωγής τους στη δίκη - είτε μέσω εκτύπωσης «στιγμιοτύπου» (screenshot) είτε μέσω απλής φωτογράφισης της συσκευής - στερείται έννομης επιρροής, ενώ, ταυτόχρονα, απορρίπτονται οι αιτιάσεις περί παραβίασης του απορρήτου, με το σκεπτικό ότι ο αποστολέας παρέχει τεκμαιρόμενη συναίνεση στον παραλήπτη να καταστεί μόνιμος κάτοχος και κοινωνός του περιεχομένου τους.

Πιο αναλυτικά, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν είναι νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 19, 9 του Συντάγματος, 4 του ΠΔ 47/2005 και 444 του ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα τα τέσσερα sms που προσκομίστηκαν από τον αναιρεσίβλητο παραλήπτη αυτών σε φωτογραφία από την οθόνη του κινητού του, τα οποία του είχαν αποστείλει οι αναιρεσείουσες.

Κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, ωστόσο, ορθώς το εφετείο έλαβε υπόψη τα sms και δέχθηκε ότι είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα, καθόσον τα sms εμπίπτουν στην έννοια των μηχανικών απεικονίσεων κατ' άρθρο 444 παρ 2 του ΚΠολΔ, χωρίς να ασκεί επιρροή ο δικονομικός τρόπος προσκόμισης αυτών.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, ο τρόπος με τον οποίο τα SMS προσκομίζονται ως αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο είναι αδιάφορος. Αν προσκομίζονται, λοιπόν, φωτογραφίες που απεικονίζουν την οθόνη του κινητού με τα SMS ή αν προσκομίζονται στο δικαστήριο φωτοαντίγραφα που απεικονίζουν SMS με τη χρήση της δυνατότητας «screenshot» («στιγμιότυπο» ή «ψηφιακή φωτογραφία οθόνης κινητού»), εφαρμόζεται και στις δύο περιπτώσεις η § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή, κάποιος βγάζει φωτογραφία με μια άλλη συσκευή την οθόνη του κινητού που δείχνει τα SMS, ενώ στην δεύτερη περίπτωση προσκομίζει φωτοτυπίες των «screenshots» που μέσω του ίδιου του κινητού που έχει αυτή τη δυνατότητα μπορούν αυτά τα «screenshots» να προωθηθούν σε υπολογιστή με ψηφιακή μορφή και δύνανται, έτσι, να εκτυπωθούν.

Το δικαστήριο επεσήμανε, μάλιστα, ότι θα ήταν παράδοξο να θεωρηθεί ότι, εάν ο διάδικος επιλέξει να φωτογραφίσει την οθόνη ενός κινητού που αποτυπώνει SMS (επομένως να προσκομίσει τα SMS μέσω της φωτογραφίας), θα τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 444 § 1 γ. Και αυτό γιατί η αποδεικτική δύναμη των περιπτώσεων της 444 § 1 γ (ήτοι και της φωτογραφίας) ρυθμίζεται ειδικά από την § 2 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, ενώ η αποδεικτική δύναμη των στοιχείων της § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ ρυθμίζεται και αυτή ειδικά από την § 3 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, όπου στην πρώτη περίπτωση τα έγγραφα της παραγράφου 444 § 1 γ αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ στην δεύτερη περίπτωση τα έγγραφα της § 2 του άρθρου 444 αποτελούν πλήρη απόδειξη με την επιφύλαξη και τις προϋποθέσεις του άρθρου 445 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι εν προκειμένω δεν παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των αναιρεσειουσών στην ελευθερία της επικοινωνίας και στο απόρρητο αυτής με την χρήση των sms ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον αυτά προσκομίστηκαν από τον ίδιο τον παραλήπτη, που ήταν ένα από τα μέρη που συμμετείχαν στην επικοινωνία, το περιεχόμενο αυτών σχετίζεται άμεσα με την υπόθεση και η χρήση τους ήταν αναγκαία και πρόσφορη για την ικανοποίηση του συμφέροντος του ενάγοντος για έννομη προστασία (κατ’ άρθρο 20 του Συντάγματος) και δεν παραβιάζει τα δικαιώματα των εναγόμενων (που απέστειλαν τα sms) στην ιδιωτική τους ζωή και στην προστασία των προσωπικών τους δεδομένων.

Τέλος, το δικαστήριο τόνισε πως, στην προκείμενη περίπτωση, τα εν λόγω sms δεν αποτελούν παρέμβαση σε συνομιλία τρίτων, συνεπώς δεν τίθεται και θέμα εφαρμογής του ΠΔ 47/2005.

Απόσπασμα απόφασης

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 444 παρ 2 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο εισάγεται στη δίκη, [όπως με φωτογραφία από την οθόνη κινητού] το γραπτό μήνυμα, άλλως ShortMessageService γνωστό και ως SMS, το οποίο είναι υπηρεσία της κινητής τηλεφωνίας, με την οποία ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να αποστείλει ή να παραλάβει σύντομο γραπτό μήνυμα από άλλους χρήστες, στην οθόνη του κινητού του τηλεφώνου. Ήδη δε, τα κινητά τηλέφωνα από της εμφάνισής τους, πολύ δε περισσότερο σήμερα, ακολουθούν την αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών υπολογιστών και πρέπει να θεωρούνται όχι ως τηλέφωνα, αλλά ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές με δυνατότητα, μεταξύ άλλων, τηλεφωνικών κλήσεων, σύνταξης ηλεκτρονικών εγγράφων παντός τύπου, πλοήγησης στο διαδίκτυο κλπ. Το δε γραπτό μήνυμα, αποτελεί ηλεκτρονικό έγγραφο, εφόσον αποτελεί σύνολο δεδομένων τα οποία ενεγράφησαν στον μαγνητικό δίσκο της υπολογιστικής μικρομονάδας του κινητού τηλεφώνου, έτυχαν ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα και εν συνεχεία αποτυπώθηκαν με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο στην οθόνη του μηχανήματος και ακολούθως , στάλθηκαν με χρήση της κινητής τηλεφωνίας σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια τα εμφανίζει στην οθόνη του κινητού του. Ο εκάστοτε συντάκτης όμως των συγκεκριμένων εγγράφων (sms) αποδέχεται και επιδιώκει να καταγραφούν αυτά με σταθερό τρόπο σε κάποια από τις "μακροπρόθεσμες" μνήμες του κινητού τηλεφώνου του παραλήπτη (σκληρός δίσκος ή μνήμη SIM), ώστε ο τελευταίος, όχι μόνο να προβεί στην άπαξ προβολή αυτών και να λάβει έτσι γνώση του περιεχομένου τους, αλλά επιπροσθέτως, να δύναται στο μέλλον και σε κάθε στιγμή να τα ανασύρει, ώστε να τα αναγνώσει ξανά, καθιστάμενος διαρκής κάτοχος του ηλεκτρονικού εγγράφου. Η δυνατότητα δε αυτή που παρέχεται στον παραλήπτη του sms τελεί σε γνώση του αποστολέα, αφού και ο τελευταίος με τον ίδιο τρόπο πράττει. Πρέπει να γίνει δεκτό, συνεπώς, ότι υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του αποστολέα να καταστήσει τον παραλήπτη κοινωνό και άρα νόμιμο κάτοχο του μηνύματος sms. Δικονομικά δε, τα γραπτά μηνύματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως οι επιστολές, αφού σε αμφότερες τις μορφές αυτού του είδους της επικοινωνίας συνυπάρχουν τα στοιχεία της αποτυπωμένης σε αναγνώσιμη μορφή επικοινωνίας από απόσταση, ενώ η μετάβαση από την κυριαρχία της επιστολής στην κυριαρχία του sms, έγινε κυρίως λόγω του εκσυγχρονισμού της διαθέσιμης τεχνολογίας. Ο τρόπος με τον οποίο τα SMS προσκομίζονται ως αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο είναι αδιάφορος. Αν προσκομίζονται, λοιπόν, φωτογραφίες που απεικονίζουν την οθόνη του κινητού με τα SMS ή αν προσκομίζονται στο δικαστήριο φωτοαντίγραφα που απεικονίζουν SMS με τη χρήση της δυνατότητας "screenshot" (με την ελληνική ορολογία "στιγμιότυπο" ή "ψηφιακή φωτογραφία οθόνης κινήτού"), εφαρμόζεται και στις δύο περιπτώσεις η § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή, κάποιος βγάζει φωτογραφία με μια άλλη συσκευή την οθόνη του κινητού που δείχνει τα SMS, ενώ στην δεύτερη περίπτωση προσκομίζει φωτοτυπίες των "screenshots" που μέσω του ίδιου του κινητού που έχει αυτή τη δυνατότητα μπορούν αυτά τα "screenshots" να προωθηθούν σε υπολογιστή με ψηφιακή μορφή και δύνανται έτσι να εκτυπωθούν. Είναι άνευ σημασίας ο τρόπος που εισάγονται στη δίκη τα μηνύματα κινητού καθώς και στις δύο περιπτώσεις συνιστούν μηχανικές απεικονίσεις. Θα ήταν μάλιστα παράδοξο να θεωρηθεί ότι, εάν ο διάδικος επιλέξει να φωτογραφίσει την οθόνη ενός κινητού που αποτυπώνει SMS (επομένως να προσκομίσει τα SMS δια μέσω της φωτογραφίας), θα τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 444 § 1 γ. Και αυτό γιατί η αποδεικτική δύναμη των περιπτώσεων της 444 § 1 γ (ήτοι και της φωτογραφίας) ρυθμίζεται ειδικά από την § 2 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, ενώ η αποδεικτική δύναμη των στοιχείων της § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ ρυθμίζεται και αυτή ειδικά από την § 3 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, όπου στην πρώτη περίπτωση τα έγγραφα της παραγράφου 444 § 1 γ αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ στην δεύτερη περίπτωση τα έγγραφα της § 2 του άρθρου 444 αποτελούν πλήρη απόδειξη με την επιφύλαξη και τις προϋποθέσεις του άρθρου 445 ΚΠολΔ.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.