Θεσπίζοντας τον νόμο περί προστασίας της εθνικής κυριαρχίας η Ουγγαρία παρέβη το δίκαιο της Ένωσης (Προτάσεις Γενικής Εισαγγελέως, C-829/24)
Οι εξουσίες που ανατίθενται στην «Υπηρεσία Προστασίας της Εθνικής Κυριαρχίας» δεν είναι ανάλογες προς τον θεμιτό σκοπό της προστασίας του εσωτερικού διαλόγου και των εσωτερικών δημοκρατικών διαδικασιών
Δημοσιεύθηκαν οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως στην υπόθεση της Επιτροπής κατά της Ουγγαρίας περί προστασίας από την εξωτερική πολιτική παρέμβαση (C-829/24).
Η Γενική Εισαγγελέας Juliane Kokott προτείνει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφανθεί ότι, θεσπίζοντας τον νόμο περί προστασίας της εθνικής κυριαρχίας, η Ουγγαρία παρέβη πολλαπλώς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης.
Ιστορικό υπόθεσης
Τον Δεκέμβριο του 2023 η Ουγγαρία θέσπισε τον νόμο LXXXVIII περί προστασίας της εθνικής κυριαρχίας. Με τον εν λόγω νόμο ιδρύεται «Υπηρεσία Προστασίας της Εθνικής Κυριαρχίας» (στο εξής: Υπηρεσία), ως ανεξάρτητος φορέας επιφορτισμένος με τον εντοπισμό των οργανώσεων ή των προσώπων των οποίων οι δραστηριότητες, που ασκούνται προς το συμφέρον άλλων κρατών και ξένων παραγόντων, μεταξύ άλλων μέσω στήριξης από την αλλοδαπή, είναι ικανές να επηρεάσουν τις δημοκρατικές διαδικασίες και τη βούληση των εκλογέων και, επομένως, να θίξουν και να θέσουν σε κίνδυνο την κυριαρχία της Ουγγαρίας.
Η Υπηρεσία διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης και εξουσίες έρευνας που δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Μπορεί να ζητεί κάθε πληροφορία, περιλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και να τις διαβιβάζει στις αρμόδιες εθνικές αρχές για τη λήψη άλλων μέτρων. Η Υπηρεσία εξουσιοδοτείται να δημοσιεύει τα αποτελέσματα των ερευνών της και ετήσιες εκθέσεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσφυγή, υποστηρίζοντας ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από διάφορες διατάξεις του πρωτογενούς και του παράγωγου δικαίου οι οποίες διέπουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες, από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και από τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (στο εξής: ΓΚΠΔ). Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα, υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, των απαιτήσεων που αποσκοπούν στην παρεμπόδιση, την ανίχνευση, τη διαφάνεια, την απαγόρευση ή τον ποινικό κολασμό της άμεσης ή έμμεσης χρηματοδότηση των ουγγρικών πολιτικών κομμάτων ή των υποψηφίων τους σε εκλογές. Τα κράτη μέλη είναι κατ’ αρχήν ελεύθερα να προστατεύουν τις εθνικές εκλογές και τη βούληση των εκλογέων από αθέμιτες ξένες παρεμβάσεις.
Η Ουγγαρία αντικρούει τα επιχειρήματα της Επιτροπής και, στηριζόμενη στην εθνική κυριαρχία, την εθνική ταυτότητα και την εθνική ασφάλεια, υποστηρίζει ότι είναι αποκλειστικώς αρμόδια για τη θέσπιση και την εφαρμογή της επίμαχης νομοθεσίας. Δεν αναγνωρίζει αρμοδιότητα της Ένωσης στον τομέα αυτόν και αμφισβητεί ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία έχει αντίκτυπο στην εφαρμογή και στον σεβασμό του δικαίου της Ένωσης.
Οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως
Η Γενική Εισαγγελέας Juliane Kokott προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι, θεσπίζοντας τον νόμο περί προστασίας της εθνικής κυριαρχίας, η Ουγγαρία παρέβη πολλαπλώς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης.
Πιο αναλυτικά, η Γενική Εισαγγελέας εκτιμά ότι οι διατάξεις του επίμαχου νόμου και τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν βάσει αυτών δύνανται να θίξουν την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, οι εξουσίες έρευνας της Υπηρεσίας είναι νομικά δεσμευτικές και ικανές να θίξουν τις διασυνοριακές οικονομικές δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των θεμελιωδών ελευθεριών. Επομένως, οι ενστάσεις αναρμοδιότητας που προβάλλει η Ουγγαρία, επικαλούμενη τόσο την εθνική κυριαρχία της όσο και την απουσία αντικτύπου στο δίκαιο της Ένωσης, πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, οι απαιτήσεις που επιβάλλονται στους αλλοδαπούς παρόχους υπηρεσιών, και, συγκεκριμένα οι εξουσίες έρευνας και δημοσιοποίησης που διαθέτει η Υπηρεσία σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις συνεργασίας, εισάγουν έμμεση δυσμενή διάκριση. Είναι βεβαίως θεμιτά τα μέτρα που έχουν, μεταξύ άλλων, ως σκοπό την πρόληψη των δραστηριοτήτων εκπροσώπησης συμφερόντων και των δραστηριοτήτων που αποβλέπουν στην άσκηση επιρροής στον εσωτερικό διάλογο και στις εσωτερικές δημοκρατικές διαδικασίες προς το συμφέρον άλλων κρατών και ξένων παραγόντων, καθώς και την πρόληψη της χειραγώγησης των πληροφοριών και της παραπληροφόρησης που προέρχονται από άλλα κράτη και ξένους παράγοντες. Εντούτοις, οι εξουσίες που ανατίθενται στην Υπηρεσία δεν είναι, εν μέρει τουλάχιστον, ανάλογες προς τον θεμιτό σκοπό της προστασίας του εσωτερικού διαλόγου και των εσωτερικών δημοκρατικών διαδικασιών. Ως εκ τούτου, η Ουγγαρία παραβίασε πλείονες θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως αυτές εξειδικεύονται στην οδηγία για τις υπηρεσίες.
Υποβάλλοντας τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας σε απαιτήσεις αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στο κράτος μέλος τους, χωρίς να ενημερώσει προηγουμένως σχετικά το οικείο κράτος μέλος, η Ουγγαρία παραβίασε, επίσης, την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Ομοίως, οι περιορισμοί στις δραστηριότητες που ασκούνται μέσω στήριξης από την αλλοδαπή είναι αντίθετοι προς την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων.
Η απειλή διεξαγωγής έρευνας και δημοσιοποίησης του αποτελέσματός της με εκθέσεις κατηγορητικές ή στιγματιστικές, καθώς και ο κίνδυνος ποινικής δίωξης, έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα και μπορούν να οδηγήσουν δημοσιογράφους ή/και εκδότες και μέσα ενημέρωσης σε αυτολογοκρισία. Η υποχρέωση συνεργασίας για την ταυτοποίηση των ανώνυμων πηγών μπορεί επίσης να λειτουργήσει αποθαρρυντικά. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του επίμαχου νόμου συνιστούν παρέμβαση στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης που κατοχυρώνεται στον Χάρτη. Τα επίμαχα μέτρα δυσχεραίνουν τις δραστηριότητες, τη χρηματοδότηση και την υλοποίηση των σκοπών των οργανώσεων και των ενώσεων, όπερ συνιστά παρέμβαση στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Λαμβανομένου υπόψη του μη διοικητικού χαρακτήρα των ερευνητικών διαδικασιών της Υπηρεσίας, η τελευταία δεν φαίνεται να δεσμεύεται πραγματικά από το επαγγελματικό απόρρητο μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του. Διαπιστώνεται επομένως παράβαση και της συγκεκριμένης υποχρέωσης.
Ο επίμαχος νόμος επιτρέπει στην Υπηρεσία να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, χωρίς εντούτοις να προβλέπει παράλληλα περιορισμούς αρκούντως σαφείς και ακριβείς, ανάλογους προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς γενικού συμφέροντος. Η γενική εισαγγελέας J. Kokott εκτιμά, κατά συνέπεια, ότι ο επίμαχος νόμος είναι αντίθετος προς τις διατάξεις του ΓΚΠΔ 9 και θίγει τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη.
Το πλήρες κείμενο των προτάσεων είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ευρωπαϊκό Δίκαιο