Δεκτή υιοθεσία ανηλίκου με στοιχεία αλλοδαπότητας και κατ’ εξαίρεση υπέρβαση του ηλικιακού ορίου λόγω σπουδαίου λόγου

Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 4846/2025: Η εφαρμογή των άρθρων 23 και 33 ΑΚ σε υιοθεσία διεθνούς χαρακτήρα, η κανονιστική υπεροχή του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου και η λειτουργική ερμηνεία των ουσιαστικών προϋποθέσεων του θεσμού υπό το πρίσμα της εκουσίας δικαιοδοσίας

dikastike-diadikasia-kai-elegkhos-nomimotetas-apophase-dikasteriou

Η υπ’ αριθ. 4846/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, αποτελεί απόφαση ιδιαίτερης δογματικής σημασίας, διότι συνδυάζει σε ενιαίο δικανικό σχήμα τρία πεδία που σπανίως συμπλέκονται με τέτοια καθαρότητα: το ουσιαστικό οικογενειακό δίκαιο της υιοθεσίας, το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο και την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου ως κανονιστικού άξονα της δικαστικής κρίσης.

Η υπόθεση αφορούσε αίτηση Ελληνίδας για υιοθεσία άρρενος ανηλίκου αλλοδαπής ιθαγένειας, τέκνου αλλοδαπής μητέρας και αγνώστου πατρός, με νόμιμη συναίνεση της βιολογικής μητέρας και με ήδη διαμορφωμένη πραγματική σχέση μητρικής φροντίδας μεταξύ αιτούσας και ανηλίκου. Το Δικαστήριο, αφού εφάρμοσε επιμεριστικά το δίκαιο της ιθαγένειας των μερών κατ’ άρθρο 23 ΑΚ και υπήγαγε το αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο στον αναγκαίο έλεγχο του άρθρου 33 ΑΚ, δέχθηκε την αίτηση, κρίνοντας ότι η υιοθεσία υπηρετεί απολύτως το συμφέρον του ανηλίκου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η απόφαση αποδέχθηκε, λόγω σπουδαίου λόγου, μικρή υπέρβαση του προβλεπόμενου ηλικιακού ορίου, αναδεικνύοντας ότι οι νομοθετικές προϋποθέσεις του θεσμού δεν ερμηνεύονται μηχανιστικά, αλλά εντός του αξιακού και λειτουργικού πλαισίου της υιοθεσίας.

Ι. Το αντικείμενο της εκδίκασης και όσα δέχθηκε το Δικαστήριο

Το αντικείμενο της εκδίκασης συνίστατο σε αίτηση υιοθεσίας ανηλίκου με σαφή στοιχεία αλλοδαπότητας, η οποία υπεβλήθη από Ελληνίδα αιτούσα και αφορούσε άρρενα ανήλικο αλλοδαπής ιθαγένειας, φυσικό τέκνο αλλοδαπής μητέρας και αγνώστου πατρός. Το Δικαστήριο κλήθηκε να επιλύσει όχι μόνο το κλασικό ζήτημα της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας, αλλά και την ειδικότερη σύγκρουση νόμων που ανακύπτει όταν τα μέρη υπάγονται σε διαφορετικά προσωπικά δίκαια, καθώς και το περαιτέρω ερώτημα αν μία μικρή υπέρβαση του νομοθετικού ηλικιακού ορίου μπορεί να καμφθεί χάριν του συμφέροντος του τέκνου.

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της υιοθεσίας έπρεπε να εξεταστούν κατά το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ, ήτοι με αναφορά στο δίκαιο της ιθαγένειας κάθε μέρους, ενώ η εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου όφειλε να υποβληθεί στον έλεγχο της ελληνικής δημόσιας τάξης κατά το άρθρο 33 ΑΚ. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι η βιολογική μητέρα είχε παράσχει νόμιμα τη συναίνεσή της, ότι η αιτούσα ήταν κατάλληλη για την ανάληψη του γονικού ρόλου, ότι μεταξύ αυτής και του ανηλίκου είχε ήδη διαμορφωθεί ουσιαστική σχέση φροντίδας, συναισθηματικής ασφάλειας και ψυχικού δεσμού, και ότι η αναγνώριση της υιοθεσίας δεν δημιουργούσε ex nihilo μια τεχνητή οικογενειακή σχέση, αλλά παγίωνε νομικά μία ήδη υπαρκτή λειτουργική οικογενειακή πραγματικότητα. Με βάση τα ανωτέρω, έκρινε ότι η αιτούμενη υιοθεσία είναι σύμφωνη με το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου και ότι η μικρή υπέρβαση του προβλεπόμενου ηλικιακού ορίου δικαιολογείται από σπουδαίο λόγο, ακριβώς επειδή η άρνηση της υιοθεσίας θα αντέβαινε στο ίδιο το συμφέρον του παιδιού.

ΙΙ. Η υιοθεσία διεθνούς χαρακτήρα και η λειτουργία του άρθρου 23 ΑΚ

Η υιοθεσία με στοιχεία αλλοδαπότητας ανήκει στις κατεξοχήν περιπτώσεις όπου το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο δεν λειτουργεί περιφερειακά, αλλά προσδιορίζει τον ίδιο τον πυρήνα της δικαστικής κρίσης. Το άρθρο 23 παρ. 1 ΑΚ εγκαθιστά τον κανόνα ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της υιοθεσίας διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας κάθε μέρους. Η διατύπωση αυτή δεν οδηγεί σε ενιαία υπαγωγή της σχέσης σε ένα μόνο δίκαιο, αλλά σε επιμεριστική κρίση: κάθε πρόσωπο υπάγεται κατ’ αρχήν στο προσωπικό του δίκαιο, ενώ οι κοινές και διασταυρούμενες προϋποθέσεις της υιοθεσίας οφείλουν να πληρούνται κατά τρόπο συμβατό και σωρευτικό.

Η σχολιαζόμενη απόφαση έχει ιδιαίτερη θεωρητική αξία, διότι δεν εξαντλείται σε μία τυπική μνεία του lex patriae. Αντιθέτως, αναδεικνύει ότι η εφαρμογή ξένου δικαίου στις υποθέσεις υιοθεσίας δεν είναι αυτόματη και άνευ ελέγχου. Το αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο εισέρχεται στην ημεδαπή έννομη τάξη μέσα από ένα φίλτρο συστηματικής συμβατότητας, το οποίο δεν είναι άλλο από τη δημόσια τάξη του άρθρου 33 ΑΚ. Έτσι, το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο παύει να λειτουργεί μηχανιστικά και εμφανίζεται ως μηχανισμός ελεγχόμενης ένταξης του ξένου κανόνα στην αξιακή δομή της ελληνικής έννομης τάξης.

ΙΙΙ. Η δημόσια τάξη του άρθρου 33 ΑΚ ως φίλτρο νομιμοποίησης της εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου

Η σημασία του άρθρου 33 ΑΚ στο πεδίο της υιοθεσίας είναι ιδιαιτέρως αυξημένη. Η υιοθεσία δεν συνιστά απλώς περιουσιακή ή οργανωτική έννομη σχέση, αλλά θεσμό που επηρεάζει ριζικά την προσωπική κατάσταση, τη συγγενική ένταξη, την ταυτότητα και το σύνολο της οικογενειακής ζωής του υιοθετουμένου. Ως εκ τούτου, το αλλοδαπό δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται αν οι ρυθμίσεις ή τα αποτελέσματά του προσκρούουν στις θεμελιώδεις αντιλήψεις της ημεδαπής έννομης τάξης περί προστασίας του ανηλίκου, οικογενειακής σχέσης και αξιοπρέπειας του προσώπου.

Η απόφαση 4846/2025 ορθώς τοποθετεί το άρθρο 33 ΑΚ ως ουσιαστικό και όχι διακοσμητικό φίλτρο. Με αυτόν τον τρόπο, η διασυνοριακή υιοθεσία δεν εμφανίζεται ως πεδίο άκριτης αποδοχής ξένων ρυθμίσεων, αλλά ως διαδικασία κατά την οποία το αλλοδαπό δίκαιο οφείλει να ενσωματωθεί σε ένα σύστημα θεμελιωδών ημεδαπών αξιών. Η δημόσια τάξη εδώ δεν χρησιμοποιείται επιθετικά, για να αποκλειστεί αδιάκριτα το ξένο στοιχείο, αλλά λειτουργεί εξισορροπητικά, ώστε να διασφαλίζεται ότι το αποτέλεσμα της υιοθεσίας παραμένει συμβατό με την ελληνική κανονιστική αντίληψη περί συμφέροντος του τέκνου και θεσμικής λειτουργίας της οικογένειας.

IV. Το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου ως κανονιστικός πυρήνας της δικαστικής κρίσης

Καθοριστικό σημείο της αποφάσεως αποτελεί η κατανόηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου όχι ως γενικής ηθικής ρήτρας, αλλά ως κανονιστικού κριτηρίου που δομεί ολόκληρη τη δικαστική επιχειρηματολογία. Το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε σε μια αφηρημένη επίκληση του συμφέροντος του παιδιού, αλλά το συναρμολόγησε πάνω σε συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα: τη μακρά και ήδη διαμορφωμένη σχέση φροντίδας, τη συναισθηματική σταθερότητα που παρείχε η αιτούσα, τη στοργή και την ασφάλεια που προσέφερε, την ουσιαστική ένταξη του ανηλίκου σε ένα λειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον και την ανάγκη νομικής παγίωσης αυτής της σχέσης.

Η προσέγγιση αυτή έχει ιδιαίτερη θεωρητική σημασία. Η υιοθεσία δεν αντιμετωπίζεται ως απλό εργαλείο μεταβολής ληξιαρχικών και προσωπικών δεδομένων, αλλά ως έννομο μέσο αναγνώρισης και σταθεροποίησης μιας οικογενειακής πραγματικότητας που ήδη υπάρχει και εξυπηρετεί αποδεδειγμένα την ψυχοσωματική και ηθική ανάπτυξη του παιδιού. Το συμφέρον του τέκνου, συνεπώς, δεν ταυτίζεται με αφηρημένα κοινωνικά πρότυπα περί οικογένειας, αλλά αντλεί συγκεκριμένο περιεχόμενο από τη λειτουργία της πραγματικής σχέσης που έχει αναπτυχθεί.

V. Η υπέρβαση του ηλικιακού ορίου και η έννοια του σπουδαίου λόγου

Από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της αποφάσεως είναι η αποδοχή της υιοθεσίας παρά τη μικρή υπέρβαση του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου διαφοράς ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου. Το Δικαστήριο δεν αγνοεί τη σημασία του ηλικιακού ορίου ως στοιχείου αντικειμενικής τυποποίησης του θεσμού. Αντιλαμβάνεται, όμως, ότι η τυποποίηση αυτή δεν μπορεί να λειτουργεί με τρόπο απολύτως αδιάφορο προς την πραγματική λειτουργία της υιοθεσίας και προς το συμφέρον του τέκνου.

Η επίκληση και αποδοχή του σπουδαίου λόγου στην κρινόμενη υπόθεση δεν αποτελεί χαλάρωση του νόμου ούτε αυθαίρετη εισαγωγή επιείκειας. Αντιθέτως, αποτελεί έκφραση λειτουργικής ερμηνείας του ίδιου του θεσμού. Όταν το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η υιοθεσία αποτυπώνει μία ήδη ώριμη και απολύτως λειτουργική σχέση γονικής φροντίδας και ότι η τυχόν απόρριψή της λόγω οριακής και μικρής μόνο ηλικιακής απόκλισης θα έπληττε καίρια το συμφέρον του παιδιού, τότε η κατ’ εξαίρεση αποδοχή της υπέρβασης δεν ανατρέπει τον κανόνα αλλά τον ερμηνεύει σε συμφωνία με τον σκοπό του. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τη θεωρία και πράξη της υιοθεσίας, διότι αποτυπώνει ότι τα ποσοτικά ή ηλικιακά όρια του θεσμού δεν ερμηνεύονται σε αποκοπή από το ουσιαστικό του νόημα.

VI. Η συναίνεση της βιολογικής μητέρας και η αποδεικτική λειτουργία των στοιχείων της εκουσίας δικαιοδοσίας

Η απόφαση αντιμετωπίζει με τη δέουσα σοβαρότητα και το ζήτημα της συναίνεσης της βιολογικής μητέρας, δεχόμενη ότι αυτή παρασχέθηκε νομίμως με συμβολαιογραφικό έγγραφο σύμφωνα με το εφαρμοστέο αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο. Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι στις υιοθεσίες διεθνούς χαρακτήρα η συναίνεση δεν είναι απλό αποδεικτικό γεγονός αλλά ουσιαστική προϋπόθεση της νομιμότητας της ίδιας της μεταβολής της προσωπικής κατάστασης.

Παράλληλα, η απόφαση αποκαλύπτει τον ορθό τρόπο λειτουργίας του αποδεικτικού υλικού στην εκουσία δικαιοδοσία. Η κοινωνική έρευνα, τα έγγραφα, οι βεβαιώσεις, τα στοιχεία του οικογενειακού περιβάλλοντος και οι λοιπές αποδείξεις δεν αντιμετωπίζονται τυπικιστικά, αλλά ως μέσα ανακάλυψης της ουσιαστικής αλήθειας. Στο πεδίο αυτό, η εκουσία δικαιοδοσία επιτρέπει μια περισσότερο ουσιαστική και λιγότερο αντιδικιακή αξιολόγηση, στοιχείο που είναι ιδιαιτέρως πρόσφορο για υποθέσεις όπου το συμφέρον ανηλίκου αποτελεί τον πυρήνα της κρίσης.

VII. Η σημασία της αποφάσεως για τη νομική πράξη και τη δογματική του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου της υιοθεσίας

Η πρακτική σημασία της απόφασης 4846/2025 είναι πολλαπλή. Πρώτον, επιβεβαιώνει με σαφήνεια ότι στις υιοθεσίες με στοιχεία αλλοδαπότητας η ορθή δογματική προσέγγιση απαιτεί συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 23 και 33 ΑΚ. Δεύτερον, καθιστά σαφές ότι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου δεν είναι λεκτική φόρμουλα, αλλά πραγματικά κανονιστικό κριτήριο που διαμορφώνει την ερμηνεία των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υιοθεσίας. Τρίτον, παρέχει χρήσιμο προηγούμενο για περιπτώσεις όπου υπάρχει οριακή μόνο απόκλιση από ηλικιακά όρια, εφόσον αυτή τεκμηριώνεται με ειδικό και σοβαρό λόγο συνδεόμενο με την ήδη διαμορφωμένη οικογενειακή πραγματικότητα.

Η θεωρητική σημασία είναι επίσης έκδηλη. Η απόφαση αναδεικνύει ότι το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο της οικογένειας δεν λειτουργεί ως ουδέτερο τεχνικό εργαλείο σύγκρουσης νόμων, αλλά ως αξιακά φορτισμένο πεδίο, στο οποίο ο ξένος κανόνας υπάγεται σε αξιολογικό έλεγχο και η τελική κρίση διαμορφώνεται από τη συνάντηση διαφορετικών κανονιστικών επιπέδων: του προσωπικού δικαίου των μερών, της ελληνικής δημόσιας τάξης και της αρχής του συμφέροντος του ανηλίκου.

VIII. Συμπεράσματα

Η υπ’ αριθ. 4846/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συνιστά απόφαση αυξημένης δογματικής και πρακτικής βαρύτητας στο πεδίο της υιοθεσίας διεθνούς χαρακτήρα. Με συστηματική σαφήνεια, αποδίδει τον ρόλο του άρθρου 23 ΑΚ ως κανόνα επιμεριστικής υπαγωγής, του άρθρου 33 ΑΚ ως φίλτρου δημόσιας τάξης και του συμφέροντος του ανηλίκου ως κανονιστικού πυρήνα της δικαστικής κρίσης. Συγχρόνως, επιβεβαιώνει ότι η μικρή υπέρβαση του ηλικιακού ορίου δεν αποκλείει άνευ ετέρου την υιοθεσία, όταν ειδικός και σπουδαίος λόγος επιβάλλει, χάριν του παιδιού, μία λειτουργική και μη φορμαλιστική εφαρμογή του νόμου. Πρόκειται, επομένως, για απόφαση που δεν περιορίζεται στη δικαίωση της συγκεκριμένης αιτούσας, αλλά παρέχει και ένα συνεκτικό μοντέλο χειρισμού υποθέσεων υιοθεσίας με στοιχεία αλλοδαπότητας στην ελληνική έννομη τάξη.

Επαγγελματική αναφορά

Η παρούσα απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δικαστικού χειρισμού της υποθέσεως από την Oikonomakis Law. Η δικαστική εκπροσώπηση της αιτούσας πραγματοποιήθηκε από τη δικηγόρο Μαρία Ειρήνη Βενιεράκη, συνεργάτιδα της δικηγορικής εταιρείας, ενώ η υπόθεση τελούσε υπό τη νομική εποπτεία και στρατηγική καθοδήγηση του Χρήστου Οικονομάκη, όπως ρητώς προκύπτει από τα στοιχεία που έθεσες. Για την ευρύτερη επαγγελματική αποτύπωση της, βλ. το προφίλ της Oikonomakis Law στο Lawspot.