Εξωδικαστικός Μηχανισμός: Διέξοδος ή Παγίδα για τους Δανειολήπτες;
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις των άρθρων 14 και 27 του Ν. 4738/2020 για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών παρουσιάζονται, σε πρώτη ανάγνωση, ως μία ακόμη προσπάθεια διευκόλυνσης των οφειλετών και διάσωσης της κύριας κατοικίας τους. Η εικόνα που δημιουργείται είναι ότι ο οφειλέτης, αντί να οδηγηθεί στην απώλεια της κατοικίας του, θα μπορεί να αποδεχθεί μία συνολική ρύθμιση, στο πλαίσιο της οποίας θα εκποιηθούν άλλα ακίνητα της περιουσίας του, ώστε να ικανοποιηθούν οι πιστωτές και να παραμείνει προστατευμένη η κύρια κατοικία.
Η εικόνα αυτή, όμως, είναι τουλάχιστον ελλιπής. Παρουσιάζει ως προστασία τη διατήρηση της κύριας κατοικίας, χωρίς να αναδεικνύει το πραγματικό ζήτημα: ποιο τίμημα αναλαμβάνει ο οφειλέτης, ποιες δεσμεύσεις αποδέχεται και ποιες δικονομικές συνέπειες παράγει η σύμβαση αναδιάρθρωσης.
Το κρίσιμο πρόβλημα: εκτελεστός τίτλος χωρίς προηγούμενο δικαστικό έλεγχο
Στο δίκαιο των τραπεζικών απαιτήσεων, των τιτλοποιήσεων, των εταιρειών ειδικού σκοπού και της αναγκαστικής εκτέλεσης, το κρίσιμο δεν είναι ποτέ η επικεφαλίδα μιας νομοθετικής παρέμβασης, αλλά το έννομο αποτέλεσμα που αυτή παράγει. Και εδώ το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η προτεινόμενη τροποποίηση συνδέει την αντιπρόταση των πιστωτών, την εκποίηση λοιπών ακινήτων και τη σύμβαση αναδιάρθρωσης με τη δημιουργία εκτελεστού τίτλου.
Με άλλα λόγια, η σύμβαση που εμφανίζεται ως εργαλείο ρύθμισης ουσιαστικά μετατρέπεται σε δικονομικό όχημα εκτέλεσης υπέρ των πιστωτών και funds, πριν προηγηθεί ο έλεγχος που κανονικά θα απαιτούνταν σε μία διαταγή πληρωμής ή σε μία αγωγή.
Εκτελεστός τίτλος σημαίνει δυνατότητα επιταγής προς πληρωμή, αναγκαστικής εκτέλεσης, κατάσχεσης και, τελικά, πλειστηριασμού.
Ποιες απαιτήσεις μπαίνουν στη ρύθμιση
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός δεν αφορά μόνο καθαρές, πρόσφατες και πλήρως εκκαθαρισμένες απαιτήσεις. Στην πράξη μπορεί να περιλαμβάνει στεγαστικά δάνεια, επιχειρηματικές πιστώσεις, καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, παλαιές συμβάσεις αλληλόχρεων λογαριασμών, δάνεια τραπεζών υπό ειδική εκκαθάριση, απαιτήσεις που έχουν μεταβιβαστεί σε εταιρείες ειδικού σκοπού (funds) και απαιτήσεις που διαχειρίζονται εταιρείες διαχείρισης, χωρίς ο οφειλέτης να έχει πάντοτε στα χέρια του πλήρη εικόνα του ποιος είναι ο δικαιούχος, πώς απέκτησε την απαίτηση και αν αυτή είναι πράγματι δικαστικά επιδιώξιμη.
Σε τέτοιες περιπτώσεις το καίριο ερώτημα δεν είναι αν κάποτε υπήρξε μία δανειακή σχέση. Το ουσιώδες ερώτημα είναι αν η σημερινή απαίτηση, όπως εμφανίζεται από τον νέο δικαιούχο (fund) ή τη διαχειρίστρια (servicer), μπορεί να σταθεί δικαστικά. Έχει παραγραφεί; Έχουν υπολογιστεί νόμιμα οι τόκοι; Αποδεικνύεται η ειδική διαδοχή; Περιλήφθηκε πράγματι η συγκεκριμένη σύμβαση στο μεταβιβασθέν χαρτοφυλάκιο;
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου τέτοιες απαιτήσεις μπορούν να αμφισβητηθούν με σοβαρότατες πιθανότητες επιτυχίας, ακριβώς επειδή είναι παλαιές, διογκωμένες, ανεκκαθάριστες ή δυσχερώς δικαστικά επιδιώξιμες.
Ο πραγματικός κίνδυνος
Μία απαίτηση που, αν ο πιστωτής επιχειρούσε να την εισπράξει με διαταγή πληρωμής ή αγωγή, θα έπρεπε να αποδειχθεί με πληρότητα και θα μπορούσε να αποκρουστεί με ουσιαστικές ενστάσεις, μπορεί να βρεθεί ενταγμένη σε μία συνολική σύμβαση αναδιάρθρωσης. Και τότε ο οφειλέτης, επειδή θέλει να σώσει την κύρια κατοικία του, κινδυνεύει να ρυθμίσει απαίτηση που θα μπορούσε να αμφισβητήσει με αξιώσεις επιτυχίας ή να διαπραγματευθεί χωριστά με πολύ καλύτερους όρους.
Αντί ο οφειλέτης να αξιοποιήσει την αδυναμία του πιστωτή να αποδείξει δικαστικά την απαίτησή του, μπορεί, μέσω της αποδοχής της σύμβασης αναδιάρθρωσης, να του προσφέρει νέο και ισχυρότερο δικονομικό έρεισμα.
Η πλήρης ανάλυση — που περιλαμβάνει την εξέταση συγκεκριμένων κατηγοριών απαιτήσεων (Αγροτική Τράπεζα, κυπριακές τράπεζες, funds), την επίπτωση στους εγγυητές και συνοφειλέτες, το ζήτημα της εκποίησης λοιπών ακινήτων και τις συνταγματικές διαστάσεις της τροποποίησης βρίσκεται εδώ.