Μετά τον χωρισμό επιστρέφονται τα χρήματα που επενδύθηκαν στο ακίνητο του συντρόφου;
Περιουσιακές αξιώσεις μετά τη λήξη της ελεύθερης συμβίωσης – Τι αποσαφηνίζει η απόφαση ΑΠ 180/2026
Η απόφαση 180/2026 του Αρείου Πάγου, αναδεικνύει ένα θέμα με ιδιαίτερη πρακτική σημασία: την τύχη των περιουσιακών παροχών που πραγματοποιούνται μεταξύ προσώπων τα οποία συμβιώνουν χωρίς γάμο και χωρίς σύμφωνο συμβίωσης.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν οι παροχές δεν αφορούν απλώς τις συνήθεις ανάγκες της κοινής ζωής, αλλά σημαντικές επενδύσεις περιουσίας: χρηματοδότηση αγοράς ακινήτου, καταβολή τιμήματος, ανέγερση ή ανακαίνιση κατοικίας, χρηματοδότηση επαγγελματικής δραστηριότητας ή μεταβίβαση σημαντικών χρηματικών ποσών.
Η απόφαση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή αποφεύγει την αυτόματη και απλή προσέγγιση που συχνά ακολουθεί η διάλυση μιας μακροχρόνιας σχέσης: «έδωσα χρήματα, επειδή ήμασταν μαζί – η σχέση τελείωσε – επομένως δικαιούμαι να μου επιστραφούν όσα κατέβαλα».
Η συλλογιστική της παραπάνω απόφασης του Αρείου Πάγου καθιστά σαφές ότι η λύση της συμβίωσης δεν αρκεί, από μόνη της, για να θεμελιώσει αξίωση επιστροφής των περιουσιακών παροχών που έγιναν κατά τη διάρκεια της συμβίωσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4356/2015, στις περιπτώσεις ελεύθερης συμβίωσης χωρίς συμβολαιογραφικό σύμφωνο συμβίωσης, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν μετά την έναρξη της συμβίωσης κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε οικονομική συμβολή του ενός συντρόφου στην περιουσία του άλλου δημιουργεί αξίωση απόδοσης μετά τη διάλυση της συμβίωσης.
Κρίσιμο παραμένει το άρθρο 904 ΑΚ: πρέπει να διαπιστωθεί εάν ο λήπτης διατηρεί μια περιουσιακή ωφέλεια χωρίς νόμιμη αιτία ή εάν η αιτία για την οποία πραγματοποιήθηκε η παροχή έληξε ή δεν επακολούθησε.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο «ποιος κατέβαλε;», αλλά κυρίως « για ποια αιτία έγινε η συγκεκριμένη παροχή και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί, μετά τη λύση της σχέσης, να αναζητηθεί; »
Η διάλυση της σχέσης δεν αρκεί:
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ΑΠ 180/2026 είναι ότι η λήξη της ελεύθερης συμβίωσης δεν θεμελιώνει αυτομάτως αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ακόμη και όταν πρόκειται για παροχές πολύ μεγάλης οικονομικής αξίας, πρέπει να εξεταστεί η πραγματική βούληση του παρέχοντος κατά τον χρόνο της παροχής.
Εάν αποδεικνύεται ότι η περιουσιακή παροχή έγινε από ελευθεριότητα, με χαριστική πρόθεση και χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένο μελλοντικό σκοπό ή προσδοκία, η μεταγενέστερη διάλυση της σχέσης δεν αρκεί για να ανατρέψει τη δικαιολογητική βάση της παροχής.
Αντίθετα, αντιμετωπίζεται διαφορετικά δικαστικά η περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται ότι η παροχή πραγματοποιήθηκε ενόψει ενός συγκεκριμένου σκοπού, όπως για παράδειγμα, με την προσδοκία μελλοντικού γάμου, μόνιμης κοινής ζωής, συγκεκριμένης οικονομικής εξασφάλισης ή άλλου σκοπού που είχε, έστω και σιωπηρά, αποτελέσει τη βάση της συγκεκριμένης περιουσιακής παροχής. Το ύψος της παροχής δεν είναι από μόνο του καθοριστικό:
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι στην υπόθεση που έκρινε ο Άρειος Πάγος δεν επρόκειτο για μικρές καθημερινές δαπάνες.
Ο Άρειος Πάγος διακρίνει ρητά τις συνήθεις παροχές του καθημερινού κοινού βίου από τις παροχές περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας. Για τις τελευταίες δέχεται ότι ευλόγως προϋποθέτουν και έχουν ως θεμελιωτική βάση τη σχέση συμβίωσης, χωρίς όμως να αποκλείεται, ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να έχουν πραγματοποιηθεί και από ελευθεριότητα.
Οι επίδικες περιουσιακές παροχές ανέρχονταν συνολικά, σύμφωνα με όσα δέχτηκε η απόφαση, στο ποσό των 2.515.595,56 ευρώ, ενώ μέρος των χρημάτων είχε χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση ακινήτων στο όνομα του συντρόφου.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, παρά το εξαιρετικά μεγάλο ύψος των παροχών, έγινε δεκτό ότι αυτές πραγματοποιήθηκαν από ελευθεριότητα, από χαριστική αιτία και με πρόθεση δωρεάς και όχι με την προσδοκία συγκεκριμένου περιουσιακού ανταλλάγματος, μελλοντικού γάμου ή άλλου συγκεκριμένου σκοπού συνδεόμενου με τη συνέχιση της συμβίωσης.
Επομένως, η μεγάλη οικονομική αξία μιας παροχής αποτελεί ασφαλώς σημαντικό στοιχείο για τη νομική αξιολόγησή της, δεν αρκεί όμως, από μόνη της, για να καταστήσει την παροχή αναζητέα δικαστικά μετά τη λύση της συμβίωσης.
Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό μήνυμα της απόφασης:
Από την οικονομική συμβολή στον σκοπό της παροχής:
Η ΑΠ 180/2026 μεταφέρει έτσι το κέντρο βάρους της απόδειξης.
Σε μια μελλοντική διαφορά δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι ο ένας σύντροφος κατέβαλε, για παράδειγμα 100.000 ευρώ για την αγορά ή την ανακαίνιση ακινήτου που ανήκει αποκλειστικά στον άλλο.
Χρειάζεται να διερευνηθεί, στο σημείο που αυτό είναι εφικτό, τι συμφωνήθηκε, τι συζητήθηκε και ποιες ήταν οι πραγματικές προσδοκίες των μερών όταν έγινε η συγκεκριμένη παροχή.
Άλλο είναι: «Σου δίνω αυτά τα χρήματα για να φτιάξεις το σπίτι σου» και άλλο:
«Επενδύω αυτά τα χρήματα στο σπίτι στο οποίο συμφωνούμε ότι θα ζήσουμε μόνιμα μαζί και το οποίο θα αποτελέσει την κοινή οικονομική μας βάση».
Η οικονομική πράξη μπορεί να είναι εξωτερικά ίδια. Η νομική της αιτία, όμως, μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική.
Η πραγματική δυσκολία βρίσκεται στην απόδειξη:
Οι προσωπικές σχέσεις δεν λειτουργούν με τους κανόνες μιας εμπορικής συναλλαγής.
Όσο μια σχέση βρίσκεται σε εξέλιξη και στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, οι σύντροφοι συνήθως δεν συντάσσουν ιδιωτικά συμφωνητικά για κάθε οικονομική παροχή ούτε ζητούν αποδείξεις ο ένας από τον άλλον. Στην ελληνική πραγματικότητα, άλλωστε, η ιδέα της εκ των προτέρων ρύθμισης των οικονομικών συνεπειών μιας ενδεχόμενης διάστασης ή λύσης της σχέσης ή και του γάμου ακόμα, δεν είναι ακόμη ιδιαίτερα οικεία και συχνά αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. Τα ζευγάρια δύσκολα καταγράφουν, όσο είναι μαζί, με νομικούς όρους τι θα συμβεί εάν κάποτε χωρίσουν.
Ακριβώς γι' αυτό, όταν η σχέση λήξει και προκύψει διαφορά, το δικαστήριο καλείται πολλές φορές να ανακαλύψει και να ανασυνθέσει εκ των υστέρων ποια ήταν η πραγματική βούληση των μερών κατά τον χρόνο της παροχής.
Και εκεί βρίσκεται συνήθως η δυσκολότερη πλευρά μιας τέτοιας υπόθεσης.
Τι πρέπει να αναζητεί ο δικηγόρος από την πρώτη συνάντηση:
Η πρώτη συζήτηση με τον πελάτη μας είναι πολύ σημαντική.
Πέρα από το ύψος των χρημάτων που καταβλήθηκαν, πρέπει να διερευνηθεί αναλυτικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε κάθε οικονομική παροχή (μεταφορά σε τραπεζικό λογαριασμό, μεταβίβαση ακινήτων).
Παρότι εκ των υστέρων η ανασύνθεση των γεγονότων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη και πολύπλοκη, είναι πρακτικό και χρήσιμο να καταγράφονται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια οι περιουσιακές παροχές, ο χρόνος που αυτές έλαβαν χώρα, το ύψος και οι συνθήκες κάθε περιουσιακής παροχής. Ερωτήματα που χρήζουν απαντήσεων εκ μέρους του εντολέα μας σε αυτό το σημείο είναι :
Πότε ξεκίνησε η συμβίωση; Πότε πραγματοποιήθηκε η αγορά ή η επένδυση; Ποια ήταν τα μελλοντικά σχέδια του ζευγαριού εκείνη την περίοδο; Υπήρχαν συζητήσεις για γάμο; Για μόνιμη κοινή εγκατάσταση; Για δημιουργία κοινής περιουσίας; Τι ειπώθηκε πριν και μετά την καταβολή των χρημάτων; Υπάρχει κάτι γραπτό που να το αποδεικνύει;
Παράλληλα, είναι σημαντικό να διαχωρίζονται εξαρχής οι συνήθεις δαπάνες της κοινής ζωής από τις έκτακτες και επενδυτικού χαρακτήρα παροχές.
Για τον λόγο αυτό αποκτούν ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία:
· οι τραπεζικές μεταφορές και η αιτιολογία τους,
· τιμολόγια και αποδείξεις για αγορά, κατασκευή ή ανακαίνιση,
· η αλληλογραφία και τα μηνύματα μεταξύ των συντρόφων,
· τυχόν αναφορές σε κοινή κατοικία ή κοινό οικονομικό σχεδιασμό,
· συζητήσεις για γάμο ή για μόνιμη εγκατάσταση, για μελλοντική οικονομική εξασφάλιση,
· στοιχεία από τα οποία προκύπτει εάν η παροχή αντιμετωπιζόταν ως δωρεά, δάνειο, επένδυση ή συμβολή σε κοινό σχέδιο,
· καθώς και η οικονομική κατάσταση των δύο μερών κατά τον χρόνο της παροχής.
Ο Άρειος Πάγος δέχεται ότι:
· οι συνήθεις παροχές του καθημερινού κοινού βίου θεωρούνται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι γίνονται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση λήψης ανταλλάγματος και, ως εκ τούτου, δεν γεννούν κατ' αρχήν αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό.
· ακόμη και για παροχές μεγάλης αξίας, η λύση της συμβίωσης δεν αρκεί αυτομάτως.
· ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει όχι μόνο την ύπαρξη κοινωνίας βίου, αλλά και την ανταποδοτική βάση των συμβολών και, ειδικότερα, την ύπαρξη «συνδέσμου εμπιστοσύνης», στο πλαίσιο του οποίου η παροχή έγινε υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένου περιουσιακού ανταλλάγματος ή μελλοντικού γάμου.
· η αξίωση θεμελιώνεται στα άρθρα 904 επ. ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ν. 4356/2015. Η απόφαση διακρίνει, ειδικότερα, μεταξύ αιτίας λήξασας, όταν o σύνδεσμος εμπιστοσύνης είχε στηριχτεί στη διατήρηση της μονιμότητας της σχέσης συμβίωσης και αιτίας μη επακολουθήσασας, όταν οι παροχές δίνονταν με την πεποίθηση μελλοντικού οικονομικού ανταλλάγματος.
Από τη δικαστική διεκδίκηση στην πρόληψη:
Η απόφαση έχει, όμως, και μια δεύτερη διάσταση που αξίζει να μας απασχολήσει.
Η καλύτερη αντιμετώπιση μιας περιουσιακής διαφοράς δεν αρχίζει πάντοτε μετά τη λύση της σχέσης. Μπορεί να αρχίζει πολύ νωρίτερα, με την πρόληψή της.
Όταν ο ένας σύντροφος πρόκειται να διαθέσει ένα σημαντικό μέρος της περιουσίας του για την αγορά, κατασκευή ή ανακαίνιση ενός ακινήτου που θα ανήκει αποκλειστικά στον σύντροφό του, δεν είναι παράλογο να διευκρινίζεται εγκαίρως ο χαρακτήρας αυτής της οικονομικής συμμετοχής-προσφοράς.
Πρόκειται για δωρεά; Για δάνειο; Για επένδυση; Υπάρχει συμφωνία για την απόκτηση μελλοντικά κάποιου περιουσιακού δικαιώματος; Τι θα συμβεί εάν το κοινό σχέδιο για το οποίο καταβάλλονται τα χρήματα δεν πραγματοποιηθεί;
Η αποτύπωση αυτών των ζητημάτων δεν αναιρεί την εμπιστοσύνη που υπάρχει σε μια προσωπική σχέση.
Αντίθετα, όταν πρόκειται για σημαντικές περιουσιακές αποφάσεις, η σαφήνεια μπορεί να προστατεύσει και τα δύο μέρη από μια μελλοντική σύγκρουση.
Η ουσία της ΑΠ 180/2026:
Η ΑΠ 180/2026 αναδεικνύει τελικά ότι οι περιουσιακές σχέσεις μεταξύ προσώπων που συμβιώνουν ελεύθερα δεν μπορούν να κρίνονται με έναν απλό κανόνα του τύπου «πλήρωσα – χωρίσαμε – άρα δικαιούμαι να πάρω τα χρήματά μου πίσω». Η απόδειξη της οικονομικής συμβολής αποτελεί μόνο την αφετηρία. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η αιτία και ο συγκεκριμένος σκοπός για τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι οικονομικές παροχές, όπως προκύπτουν από τις περιστάσεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο πραγματοποίησής τους.
Και γι' αυτό, σε τέτοιες υποθέσεις, η σωστή νομική αξιολόγηση απαιτεί κάτι περισσότερο από αριθμούς και τραπεζικά παραστατικά. Απαιτεί προσεκτική ανασύνθεση της σχέσης των μερών, της πραγματικής τους βούλησης, των συμφωνιών και των προσδοκιών πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν οι σημαντικές περιουσιακές τους επιλογές.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Αστικό Δίκαιο
- Εμπορικό Δίκαιο
- Ενοχικό Δίκαιο
- ΕΤΙΚΕΤΕΣ
- Άρειος Πάγος
- δικαστική απόφαση