Ο χρόνος του πλειστηριασμού ακινήτου και η ακυρότητα της κατάσχεσης: η ΜονΠρωτΑθ 2851/2026 για το οκτάμηνο του άρθρου 993 παρ. 2 ΚΠολΔ

Πότε η ημερομηνία πλειστηριασμού που ορίζει η κατασχετήρια έκθεση οδηγεί σε ακύρωσή της χωρίς απόδειξη βλάβης, πώς υπολογίζεται ο Αύγουστος και τι αλλάζει μετά τον ν. 5221/2025

o-khronos-tou-pleisteriasmou-akinetou-kai-e-akuroteta-tes-kataskheses-e-monprotath-28512026-gia-to-oktameno-tou-arthrou-993-par-2-kpold

Στην αναγκαστική εκτέλεση επί ακινήτων, η ημερομηνία του πλειστηριασμού δεν επιλέγεται ελεύθερα. Ο νόμος ορίζει ένα στενό χρονικό παράθυρο, ανάμεσα στον έβδομο και τον όγδοο μήνα από την περάτωση της κατάσχεσης, και η τήρησή του ελέγχεται από τα δικαστήρια με αυστηρότητα. Η υπ' αριθ. 2851/2026 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών επί ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ και δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026, ακύρωσε έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου επειδή ο πλειστηριασμός ορίστηκε μόλις επτά ημέρες μετά τη λήξη του οκταμήνου. Η απόφαση ενδιαφέρει κάθε οφειλέτη που αντιμετωπίζει πλειστηριασμό, αλλά και κάθε επισπεύδοντα δανειστή και δικαστικό επιμελητή, γιατί δείχνει πόσο μικρό μπορεί να είναι το λάθος που ανατρέπει μια εκτελεστική διαδικασία.

Επισήμανση για το καθεστώς της απόφασης: η απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και, κατά την ημερομηνία σύνταξης του παρόντος, δεν είναι τελεσίδικη. Το παρόν σχολιάζει μόνο το κεφάλαιό της για τον χρόνο του πλειστηριασμού.

Τα κρίσιμα περιστατικά

Δανείστρια τράπεζα, ενεργώντας ως εκπρόσωπος ομολογιούχων δανειστών σε ομολογιακό δάνειο που είχε στο μεταξύ τιτλοποιηθεί, επέβαλε κατάσχεση σε κτίριο γραφείων εταιρίας στην Αττική, βάσει διαταγής πληρωμής. Η κατασχετήρια έκθεση υπογράφηκε στις 30 Ιανουαρίου 2026 και όρισε ως ημέρα του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού την 7η Οκτωβρίου 2026. Η οφειλέτρια άσκησε ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 στοιχ. α, την οποία το Δικαστήριο υπολόγισε από την επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης στην οφειλέτρια, και με έναν από τους λόγους της προέβαλε ότι ο πλειστηριασμός ορίστηκε εκτός του χρονικού πλαισίου του άρθρου 993 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι λοιποί λόγοι της ανακοπής απορρίφθηκαν και δεν σχολιάζονται εδώ.

Το νομικό πλαίσιο: δύο προθεσμίες σε μία διάταξη

Κατά το άρθρο 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 76 του ν. 4842/2021 και ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2022, ο χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού ακινήτων ορίζεται υποχρεωτικά σε επτά μήνες από την ημερομηνία περάτωσης της κατάσχεσης και πάντως όχι μετά την παρέλευση οκτώ μηνών από την ημερομηνία αυτή, ενώ, αν η προθεσμία συμπληρώνεται τον μήνα Αύγουστο, για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη ο επόμενος μήνας. Ως ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης νοείται εκείνη κατά την οποία υπογράφεται η κατασχετήρια έκθεση, κατά τα άρθρα 954 παρ. 3 και 993 παρ. 2 εδ. α ΚΠολΔ.

Το Δικαστήριο ανέλυσε τη ρύθμιση ως συνδυασμό δύο διαφορετικών δικονομικών προθεσμιών. Η πρώτη είναι προπαρασκευαστική: η υποχρεωτική αναμονή επτά μηνών λειτουργεί στην ουσία ως εκ του νόμου αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, που δίνει στον οφειλέτη χρόνο να αμυνθεί ή να ρυθμίσει την οφειλή του. Η δεύτερη είναι προθεσμία ενέργειας: το όριο των οκτώ μηνών προσδιορίζει το απώτατο χρονικό σημείο για τη διενέργεια του πλειστηριασμού και προστατεύει τον οφειλέτη από την αόριστη παράταση μιας εκκρεμούς εκτέλεσης πάνω από την περιουσία του. Ο πλειστηριασμός πρέπει επομένως να οριστεί μέσα σε ένα παράθυρο ενός μηνός.

Ο Αύγουστος

Η μεταχείριση του Αυγούστου είχε προκαλέσει διχογνωμία στη νομολογία, καθώς ορισμένες αποφάσεις υπό το προγενέστερο κείμενο δέχονταν ότι η επτάμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τον μήνα αυτόν, λόγω της απαγόρευσης πράξεων εκτέλεσης του άρθρου 940Α ΚΠολΔ. Η ΜονΠρωτΑθ 2851/2026 ακολούθησε την ερμηνεία που στηρίζεται στο γράμμα της ισχύουσας διάταξης. Οι προπαρασκευαστικές προθεσμίες δεν αναστέλλονται, και ο Αύγουστος συνυπολογίζεται στο επτάμηνο. Η παράταση στον Σεπτέμβριο ισχύει μόνον αν το καταληκτικό σημείο, δηλαδή η συμπλήρωση του οκταμήνου, πέφτει στον Αύγουστο. Κατά τη γνώμη μας, η ερμηνεία αυτή είναι η ορθή, διότι ο νομοθέτης του 2021 ρύθμισε ρητά την περίπτωση του Αυγούστου στο ίδιο το άρθρο 993 παρ. 2 και την περιόρισε στη συμπλήρωση της προθεσμίας, αφήνοντας ελάχιστο περιθώριο για αναλογική εφαρμογή του άρθρου 940Α.

Ο υπολογισμός στη συγκεκριμένη υπόθεση

Στάδιο: ΗμερομηνίαΠεράτωση της κατάσχεσης (υπογραφή της έκθεσης): 30 Ιανουαρίου 2026Νωρίτερη επιτρεπτή ημερομηνία πλειστηριασμού (επτά μήνες): 30 Αυγούστου 2026Τελευταία επιτρεπτή ημερομηνία (οκτώ μήνες): 30 Σεπτεμβρίου 2026Συμπλήρωση του οκταμήνου τον Αύγουστο: Όχι, άρα καμία παράτασηΗμερομηνία που ορίστηκε στην κατασχετήρια έκθεση: 7 Οκτωβρίου 2026, επτά ημέρες εκτός ορίου

Ακυρότητα χωρίς απόδειξη βλάβης

Το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν ο υπολογισμός, αλλά η συνέπεια της υπέρβασης. Κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ, η παράβαση δικονομικής διάταξης επιφέρει κατά κανόνα ακυρότητα μόνον αν προκάλεσε βλάβη στον διάδικο που την επικαλείται, εκτός αν ο νόμος απειλεί ρητά ακυρότητα. Το Δικαστήριο, ακολουθώντας την ΑΠ 1028/2024, έκρινε ότι η επιτακτική διατύπωση του άρθρου 993 παρ. 2 («ορίζεται υποχρεωτικά») ισοδυναμεί με ρητή απειλή ακυρότητας, και ότι ο ορισμός του πλειστηριασμού σε άλλο χρόνο, νωρίτερα ή αργότερα, οδηγεί σε ακυρότητα ανεξάρτητα από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης. Ακύρωσε επομένως την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, χωρίς να ερευνήσει αν η επταήμερη υπέρβαση έβλαψε πράγματι την οφειλέτρια.

Η θέση αυτή δεν είναι αδιαμφισβήτητη. Έχει υποστηριχθεί και η αντίθετη άποψη, ότι ο ορισμός πλειστηριασμού μετά το ανώτατο όριο, σε αντίθεση με τον ορισμό του πριν από το ελάχιστο, δεν επιφέρει αυτοδίκαιη ακυρότητα, διότι το ανώτατο όριο αποσκοπεί κυρίως στην αποτροπή της παρέλκυσης της εκτέλεσης και της συμπαιγνίας επισπεύδοντος και οφειλέτη, σκοπός που δεν δικαιολογεί ακυρότητα χωρίς βλάβη. Κατά τη γνώμη μας, η διάκριση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα του νόμου, ο οποίος χρησιμοποιεί την ίδια επιτακτική διατύπωση για το παράθυρο στο σύνολό του. Επιπλέον, το ανώτατο όριο υπηρετεί και την ασφάλεια δικαίου του οφειλέτη και των τρίτων, που πρέπει να γνωρίζουν με βεβαιότητα πότε θα κριθεί η τύχη του ακινήτου. Η διχογνωμία πάντως σημαίνει ότι το ζήτημα δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικά λυμένο.

Το ερώτημα του ν. 5221/2025

Η απόφαση δεν αναφέρεται στον ν. 5221/2025, ο οποίος όμως ήταν εφαρμοστέος, αφού οι διατάξεις του για την αναγκαστική εκτέλεση ισχύουν για επιταγές που επιδίδονται από την 1η Ιανουαρίου 2026, όπως εδώ. Ο νόμος αυτός περιόρισε, στα άρθρα 955 και 995 ΚΠολΔ, τις παραβάσεις των διατυπώσεων της προδικασίας του πλειστηριασμού που επιφέρουν ακυρότητα χωρίς βλάβη σε ορισμένες ρητά απαριθμούμενες παραλείψεις, όπως η μη σύνταξη και δημοσίευση του αποσπάσματος και η μη επίδοσή του στους ενυπόθηκους δανειστές, ενώ για τις λοιπές παραβάσεις απαιτείται πλέον βλάβη.

Κατά τη γνώμη μας, ο περιορισμός αυτός δεν καταλαμβάνει τον χρόνο του πλειστηριασμού. Η ακυρότητα που απήγγειλε το Δικαστήριο δεν στηρίζεται στο άρθρο 995, αλλά στην ίδια την επιτακτική διατύπωση του άρθρου 993 παρ. 2, που ο ν. 5221/2025 δεν μετέβαλε, και πλήττει την κατασχετήρια έκθεση και όχι τις διατυπώσεις της προδικασίας του πλειστηριασμού. Είναι όμως πιθανό οι επισπεύδοντες να επικαλεστούν στο μέλλον τη γενικότερη νομοθετική βούληση περιορισμού των απόλυτων ακυροτήτων. Το ζήτημα θα κριθεί από τη νομολογία που θα διαμορφωθεί σε εκτελέσεις υπό το νέο δίκαιο.

Τι σημαίνει, και τι δεν σημαίνει, η ακύρωση της κατάσχεσης

Η ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης συνεπάγεται ότι ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να διενεργηθεί βάσει αυτής. Δεν αποσβένει όμως την απαίτηση, ούτε ακυρώνει την επιταγή προς πληρωμή, την οποία το Δικαστήριο διατήρησε. Ο δανειστής μπορεί κατ' αρχήν να επιβάλει νέα κατάσχεση, με ορθή αυτή τη φορά ημερομηνία πλειστηριασμού. Το πρακτικό όφελος του οφειλέτη είναι επομένως κυρίως χρόνος: τουλάχιστον επτά επιπλέον μήνες από τη νέα κατάσχεση, που μπορούν να αξιοποιηθούν για ρύθμιση, αναχρηματοδότηση ή άλλη λύση.

Η απόφαση περιέχει και ένα δεύτερο, δικονομικό δίδαγμα. Η ανακόπτουσα είχε ζητήσει να ακυρωθεί και ο ίδιος ο μελλοντικός πλειστηριασμός. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα ως νόμω αβάσιμο, διότι, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠολΔ, πράξη εκτέλεσης που δεν έχει ακόμη διενεργηθεί μπορεί να προσβληθεί μαζί με τις προηγούμενες μόνον υπό τον όρο ότι θα ακυρωθούν εκείνες (ΑΠ 1437/2012, ΑΠ 909/2006). Το αίτημα πρέπει δηλαδή να διατυπώνεται ρητά ως αίρεση, και όχι αυτοτελώς.

Πρακτικές συνέπειες

Για τον οφειλέτη, η πρώτη ενέργεια μετά την επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης πρέπει να είναι ο έλεγχος της ημερομηνίας του πλειστηριασμού: υπολογίζεται από την ημερομηνία υπογραφής της έκθεσης, με τον Αύγουστο να συνυπολογίζεται στο επτάμηνο και την παράταση να ισχύει μόνον αν το οκτάμηνο λήγει τον Αύγουστο. Η ανακοπή πρέπει να ασκείται εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 στοιχ. α, και αν ζητείται αναστολή του πλειστηριασμού, η αίτηση πρέπει μετά τον ν. 5221/2025 να κατατίθεται τουλάχιστον δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν από αυτόν. Για τον επισπεύδοντα και τον δικαστικό επιμελητή, η απόφαση υπενθυμίζει ότι ένα λάθος επτά ημερών στον υπολογισμό μπορεί να ακυρώσει την κατάσχεση και να καθυστερήσει την εκτέλεση κατά πολλούς μήνες.

Ζητήματα που η απόφαση αφήνει ανοικτά

Η απόφαση δεν εξετάζει την επίδραση του ν. 5221/2025 στο καθεστώς των ακυροτήτων της εκτέλεσης, ούτε απαντά στην αντίθετη άποψη για τις συνέπειες της υπέρβασης του ανώτατου ορίου. Ως απόφαση πρώτου βαθμού, δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο. Το παρόν άρθρο δεν σχολιάζει τα λοιπά κεφάλαια της απόφασης.

Συμπέρασμα

Η ΜονΠρωτΑθ 2851/2026 εφαρμόζει με συνέπεια τη νομολογία του Αρείου Πάγου: η ημερομηνία του πλειστηριασμού ακινήτου πρέπει να βρίσκεται μέσα στο παράθυρο του έβδομου και του όγδοου μήνα από την υπογραφή της κατασχετήριας έκθεσης, και η υπέρβασή του, έστω και κατά λίγες ημέρες, ακυρώνει την κατάσχεση χωρίς να απαιτείται απόδειξη βλάβης. Η πρακτική της αξία είναι μεγάλη για τους οφειλέτες, αλλά δεν πρέπει να υπερεκτιμάται: η ακύρωση κερδίζει χρόνο και όχι απαλλαγή από την οφειλή. Το ερώτημα αν η αυστηρότητα αυτή θα επιβιώσει της νομοθετικής πολιτικής του ν. 5221/2025 θα απαντηθεί από τη νομολογία των επόμενων ετών.

Συχνές ερωτήσεις

Πότε πρέπει να οριστεί ο πλειστηριασμός ακινήτου μετά την κατάσχεση;

Όχι νωρίτερα από επτά και όχι αργότερα από οκτώ μήνες από την ημερομηνία υπογραφής της κατασχετήριας έκθεσης, κατά το άρθρο 993 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πώς υπολογίζεται ο Αύγουστος;

Κατά την ΜονΠρωτΑθ 2851/2026, ο Αύγουστος συνυπολογίζεται στο επτάμηνο. Μόνον αν το οκτάμηνο λήγει μέσα στον Αύγουστο, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την αντίστοιχη ημερομηνία του Σεπτεμβρίου.

Πρέπει να αποδείξω ότι βλάφτηκα από τη λάθος ημερομηνία;

Κατά την ΑΠ 1028/2024 και την ΜονΠρωτΑθ 2851/2026, όχι: η ακυρότητα επέρχεται ανεξάρτητα από βλάβη. Υπάρχει όμως και αντίθετη άποψη για την υπέρβαση του ανώτατου ορίου.

Αν ακυρωθεί η κατάσχεση, γλιτώνω τον πλειστηριασμό οριστικά;

Όχι. Ακυρώνεται η συγκεκριμένη κατάσχεση και ο πλειστηριασμός που στηρίζεται σε αυτήν. Η οφειλή και η επιταγή παραμένουν, και ο δανειστής μπορεί να επιβάλει νέα κατάσχεση.

Μέχρι πότε μπορώ να ζητήσω αναστολή του πλειστηριασμού;

Μετά τον ν. 5221/2025, η αίτηση αναστολής πρέπει να κατατίθεται τουλάχιστον δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες πριν από τον πλειστηριασμό.

Το παρόν αποτελεί γενική νομική ενημέρωση και όχι νομική γνωμοδότηση επί συγκεκριμένης υπόθεσης. Νομική επισκόπηση: 5 Οκτωβρίου 2026. Τα στοιχεία των διαδίκων έχουν παραλειφθεί.