ΟλΑΠ 6/2026 και νομοθετική παρέμβαση: Τα όρια μεταξύ εφαρμογής και περιορισμού δικαστικής απόφασης

Η αναζήτηση «ισορροπίας» δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο εξουδετέρωσης κρίσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου - Ζητήματα διάκρισης λειτουργιών και ευθύνης του Δημοσίου

olap-62026-kai-nomothetike-parembase-ta-oria-metaxu-epharmoges-kai-periorismou-dikastikes-apophases

Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε μια ιδιαιτέρως προσεκτική, αλλά και ενδεικτική, μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης γύρω από την υπ' αριθμ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δηλαδή μιας απόφασης που για μια φορά δικαίωσε και τους δανειολήπτες. Δεν το βλέπουμε συχνά αυτό. Αντί, όμως, η συζήτηση να αφορά τον τρόπο εφαρμογής της απόφασης, ακούμε πλέον από κυβερνητικά στελέχη και άλλα θεσμικά πρόσωπα ότι η απόφαση «μελετάται», ότι δεν παράγει αυτόματα αποτελέσματα για όλους και ότι πρέπει να αναζητηθεί «ισορροπία» ανάμεσα στην προστασία των πολιτών, την ευστάθεια του συστήματος και το δημόσιο συμφέρον.

Ουσιαστικά, η συζήτηση μεταφέρεται από την εφαρμογή μιας απόφασης Ανώτατου Δικαστηρίου στις δημοσιονομικές και συστημικές συνέπειες που αυτή ενδέχεται να έχει για τις τιτλοποιήσεις και τα funds. Επιστρατεύεται το πρόγραμμα «Ηρακλής» και διαμορφώνεται το εξής αφήγημα: ότι αν εφαρμοστεί πλήρως η απόφαση, θα πρέπει να επανυπολογιστούν τόκοι σε πολλές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010· ότι αν μειωθούν οι οφειλές ή πιστωθούν υπερκαταβολές, θα μειωθούν οι αναμενόμενες εισπράξεις των χαρτοφυλακίων· ότι αν μειωθούν οι εισπράξεις, μπορεί να επηρεαστούν οι χρηματοροές των τιτλοποιήσεων· και ότι, αν αυτές δεν επαρκέσουν για την πληρωμή των ομολογιών, μπορεί να τεθεί ζήτημα κατάπτωσης κρατικών εγγυήσεων.

Όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι επί της ουσίας εντελώς διαφορετικό: Γιατί πρέπει η υπ' αριθμ. 6/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου να μετατραπεί σε πρόβλημα των δανειοληπτών και όχι σε πρόβλημα εκείνων που τιτλοποίησαν, αποτίμησαν, αξιολόγησαν και εγγυήθηκαν τις απαιτήσεις; Αν ένας επενδυτής αγοράζει χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων, το αγοράζει με τους νομικούς κινδύνους του. Δεν αποκτά απαιτήσεις όπως θα ήθελε να υπάρχουν, αλλά όπως πράγματι και νομικά υπάρχουν. Αν μέσα σε αυτό περιλαμβάνονται ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, οι απαιτήσεις φέρουν εξαρχής τον κίνδυνο της ορθής ερμηνείας του άρθρου 9 παρ. 2. Αν λοιπόν το Ελληνικό Δημόσιο εγγυήθηκε ομολογίες τιτλοποιήσεων που περιείχαν τέτοιες απαιτήσεις, δεν όφειλε να γνωρίζει ότι αυτές είχαν ειδικό νομικό χαρακτήρα; Αν ο κίνδυνος της εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 9 παρ. 2 δεν αποτιμήθηκε, γιατί να θεραπευθεί εκ των υστέρων εις βάρος των δανειοληπτών; Εδώ τίθεται ξεκάθαρα ζήτημα ευθύνης. Αν οι κρατικές εγγυήσεις δόθηκαν με επαρκείς δικλείδες προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, το Δημόσιο πρέπει να εξηγήσει γιατί η εφαρμογή μιας απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου εμφανίζεται σήμερα ως απειλή. Αν δόθηκαν χωρίς επαρκή στάθμιση των νομικών κινδύνων, τότε πρέπει να εξεταστεί αν υφίστανται αστικές, δημοσιονομικές ή άλλες ευθύνες όσων εισηγήθηκαν, ενέκριναν, αξιολόγησαν ή αποδέχθηκαν τις εγγυήσεις χωρίς την απαιτούμενη επιμέλεια.

Δεν μπορεί επίσης να γίνεται λόγος για πραγματικό δημοσιονομικό κόστος χωρίς να ανοίξει ολόκληρος ο λογαριασμός της τιτλοποίησης. Εφόσον τα funds απέκτησαν τις απαιτήσεις σε τιμή σημαντικά χαμηλότερη της ονομαστικής αξίας, δεν μπορεί η συζήτηση να γίνεται με βάση την ονομαστική απαίτηση. Όταν ζητείται διαφάνεια για το τίμημα αγοράς, επικρατεί σιωπή. Όταν όμως μια απόφαση της Ολομέλειας θίγει τα υπερκέρδη των funds, εμφανίζεται αιφνιδίως το δημόσιο συμφέρον. Πέρα όμως από το οικονομικό επίπεδο, υπάρχει και το θεσμικό ζήτημα. Δεν μπορεί ο νομοθέτης — δηλαδή στην πράξη η κυβέρνηση — να παρεμβαίνει για να περιορίσει τις συνέπειες μιας απόφασης της Ολομέλειας επειδή αυτή δημιουργεί δημοσιονομική ή χρηματοοικονομική ενόχληση. Η Ολομέλεια ερμήνευσε διάταξη νόμου. Δεν δημιούργησε νέο πολιτικό δεδομένο προς διαπραγμάτευση.

Η μόνη συνταγματικά ανεκτή παρέμβαση είναι εκείνη που οργανώνει την εφαρμογή της απόφασης: επανυπολογισμός, αναλυτική καρτέλα, δοσολόγιο, αιτιολογημένη απάντηση των εταιρειών διαχείρισης, πίστωση υπερκαταβολών, συμψηφισμός με μελλοντικές δόσεις και επιστροφή ποσών. Αντιθέτως, δεν μπορεί να θεσπιστεί διάταξη που να λέει ότι η ερμηνεία της Ολομέλειας ισχύει μόνο από εδώ και πέρα. Η ερμηνεία μιας διάταξης δεν διασπάται χρονικά. Δεν μπορεί το ίδιο άρθρο 9 παρ. 2 να σημαίνει μέχρι την Ολομέλεια ότι ο τόκος υπολογίζεται στο κεφάλαιο και μετά την Ολομέλεια ότι υπολογίζεται στη δόση. Εφόσον κρίθηκε ότι ο τόκος υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης, αυτό ισχύει από την αρχή της δικαστικής ρύθμισης κάθε υπαγόμενου στον νόμο Κατσέλη οφειλέτη.

Η αναλυτική ανάλυση του ζητήματος, με ειδικότερη αναφορά στη δομή των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλή», την κατηγοριοποίηση των ομολογιών και τις προεκτάσεις για το δημόσιο συμφέρον, είναι διαθέσιμη εδώ.

Ο δανειολήπτης του Νόμου Κατσέλη δεν είναι εγγυητής του «Ηρακλή». Αν η εφαρμογή της 6/2026 της Ολομέλειας δημιουργεί κίνδυνο για τις κρατικές εγγυήσεις, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην απόφαση. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο δομήθηκαν, αξιολογήθηκαν και εγγυήθηκαν οι τιτλοποιήσεις. Και αυτό δεν αντιμετωπίζεται με νομοθετική παρέμβαση που θα εμφανιστεί ως «ισορροπία», αλλά στην πράξη θα λειτουργήσει ως περιορισμός δικαστικής απόφασης. Αντιμετωπίζεται με διαφάνεια, λογοδοσία και εφαρμογή της απόφασης.