Το βάρος απόδειξης στην ιδιωτική ασφαλιστική σύμβαση

Τριμελές Εφετείο Πειραιά 447/2026: Γνωστή ασφαλιστική εταιρεία αποζημιώνει με το ποσό των 100.000 ευρώ μεταφορική εταιρεία, επειδή παρέλειψε να της γνωστοποιήσει προσηκόντως «παρεκκλίσεις» από την αρχική σύμβαση ασφάλισης - Επικυρώνεται η πρωτόδικη απόφαση

to-baros-apodeixes-sten-idiotike-asphalistike-sumbase

Με αφορμή την υπ' αριθ. 447/2026 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία επικύρωσε την υπ' αριθ. 2461/2024 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ανακύπτουν μερικές βασικές σκέψεις για την κατανομή του βάρους απόδειξης στην ιδιωτική ασφαλιστική σύμβαση.

Γνωστή ασφαλιστική εταιρεία αποζημίωσε με το ποσό των 100.000 ευρώ μεταφορική εταιρεία νομιμοτόκως από την κοινοποίηση της αγωγής, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και δη λόγω θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, παρότι επικαλέστηκε «παρεκκλίσεις» από την αρχική σύμβαση ασφάλισης και δη ότι με το εκδοθέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο εξαιρούνταν οι εργαζόμενοι ως «τρίτοι» από την κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου. Δεν τηρήθηκε από την πλευρά της ασφαλιστικής εταιρείας η υποχρέωση προσήκουσας ενημέρωσης του λήπτη της ασφάλισης για την επίμαχη «παρέκκλιση» και, ως εκ τούτου υποχρεώθηκε στην καταβολή του ασφαλίσματος.

Αναλυτικότερα, στην ασφαλιστική σύμβαση το βάρος απόδειξης κατανέμεται μεταξύ του λήπτη της ασφάλισης (ασφαλισμένου) και του ασφαλιστή, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο ν. 2496/1997: «περί ασφαλιστικής σύμβασης, τροποποιήσεων της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλων διατάξεων» και το γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά τον οποίο κάθε μέρος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για να στηρίξει το δικαίωμα ή την ένστασή του. Έτσι, ο ασφαλισμένος φέρει το βάρος της απόδειξης των θετικών προϋποθέσεων για τη γέννηση της αξιώσής του περί λήψης του ασφαλίσματος, καλούμενος, να αποδείξει τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και την ισχύ της κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα επέλευσης της ασφαλιστέας περίπτωσης, το μέγεθος της ζημίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημίας και καλυπτόμενου ασφαλιστικά κινδύνου. Νομοθετικά (άρθρο 2 του ν. 2496/1997) έχει καθιερωθεί ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο ασφαλιστήριο, το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης. Ο τελευταίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους, που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι: οι «κατά παρέκκλιση» της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία, ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους «κατά παρέκκλιση» της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου, σύμφωνα με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου.

Η υποχρέωση αυτή καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική, εάν αναλογισθεί κανείς, ότι σύμφωνα με την παρ. 2 - περ. στ' του άρθρου 1 του ίδιου νόμου (ν. 2496/1997) επιβάλλεται η αναγραφή στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (σώμα) των τυχόν εξαιρέσεων κάλυψης. Συναφώς, το Εφετείο Πειραιά (υπ' αριθ. 447/2026 απόφαση) πολύ ορθά έκρινε, ότι ο ασφαλιστής βαρύνεται με την απόδειξη, ότι ο λήπτης της ασφάλισης ενημερώθηκε για τις επίμαχες «παρεκκλίσεις», γραπτώς ή με σχετική σημείωση με εντονότερα γράμματα στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σε αυτόν ασφαλιστηρίου συμβολαίου και, περαιτέρω, ότι χορηγήθηκε στο λήπτη της ασφάλισης έγγραφη δήλωση εναντίωσης, με την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος να μην έχει εναντιωθεί γραπτώς μέσα στην παραπάνω μηνιαία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου.

Έχει κριθεί από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 9/2014 ΝΟΜΟΣ) αλυσιτελής ο ισχυρισμός ότι με το εκδοθέν από τον ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν καλύπτονται ορισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι, την κάλυψη των οποίων ζήτησε ο λήπτης με την αίτησή του. Στις ασφαλιστικές συμβάσεις συνομολογείται πληθώρα απαλλακτικών ρητρών υπέρ του ασφαλιστή και, μάλιστα, με τη μορφή «Γενικών Όρων Συναλλαγών», γεγονός που καθιστά τις σχετικές συμβάσεις προσχώρησης του λήπτη της ασφάλισης στους προδιατυπωμένους όρους του ασφαλιστή, χωρίς ατομική διαπραγμάτευση. Αυτοί οι συμβατικοί όροι περί απαλλαγής εκ της πρωτογενούς ευθύνης του ασφαλιστή ή περί χρονικού και ποσοτικού περιορισμού της, λογίζονται ως έγκυροι καταρχήν, λόγω της συμβατικής ελευθερίας, κατ' άρθρο 361 του Αστικού Κώδικα, αρκεί να διασφαλίζεται το δικαίωμα ενημέρωσης του ασφαλισμένου, ως εκτίθεται ανωτέρω.

Επιπλέον, η ασφαλιστική εταιρεία προκειμένου να απαλλαγεί από την κάλυψη εν όλω ή εν μέρει, φέρει το βάρος απόδειξης ότι συντρέχει κάποια περίπτωση εξαίρεσης, όπως λόγου χάρη συνιστά η οδήγηση άνευ κατάλληλης άδειας ή υπό την επήρεια αλκοόλ. Ομοίως, σε περίπτωση που ο ασφαλιστής αποδείξει παράβαση προσυμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και αθέτηση ουσιώδους όρου που συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης, δύναται να αποφύγει την ασφαλιστική κάλυψη. Το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2496/1997 αναφέρεται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις, ορίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή. Εξάλλου, κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου, «Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή».

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς, επίσης, να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να θέσει στο λήπτη της ασφάλισης συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις, τις οποίες αυτός οφείλει να απαντήσει. Τα ζητήματα δε που ο ασφαλιστής έθεσε ως αντικείμενο των ερωτήσεών του, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία, που επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Σε περίπτωση δόλιας παράβασης από το λήπτη της ως άνω υποχρεώσής του, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος. Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση. Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή ανεξαρτήτως αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δηλαδή δεν έχει σημασία αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή (ΑΠ 720/2007). Σε περίπτωση δε που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει κατ' αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε, αμέσως, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 627/2016, ΑΠ 170/2015). Βασική, όμως, προϋπόθεση είναι ότι το αποκρυφέν περιστατικό ή στοιχείο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή, ασχέτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε.

Επομένως, δε δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά οφείλει να αποδείξει, ότι το γεγονός αυτό ηδύνατο, να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 70/2015, ΑΠ 1093/2010). Το ουσιώδες δεν κρίνεται υποκειμενικά κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής. Συνελόντι ειπείν, εκτέθηκε παραπάνω το βασικό πλαίσιο για την κατανομή του βάρους απόδειξης στην ασφαλιστική σύμβαση. Ωστόσο, θα πρέπει να συνεκτιμάται κάθε φορά το είδος της ασφαλιστικής σύμβασης με κριτήριο το αντικείμενο ασφάλισης (ασφαλίσεις ζημιών ή προσώπων, αποζημιωτικές ασφαλίσεις ή αφηρημένες ασφαλίσεις). Για παράδειγμα, στη θαλάσσια ασφάλιση το βάρος απόδειξης παρουσιάζει σημαντικές ιδιαιτερότητες λόγω της φύσης των θαλάσσιων κινδύνων.

Παρατίθεται εδώ το πλήρες κείμενο της υπ' αρ. 447/2026 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Tη συγκεκριμένη νομική υπόθεση χειρίστηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η Δικηγόρος Πειραιά, Θεοδώρα Α. Γιαννακοπούλου.