Διαφήμιση

Άκυρη επίδοση διαταγής πληρωμής σε οφειλέτη που κατέστη αγνώστου διαμονής μετά την έκδοσή της (ΜΠρΠειρ 1562/2026)

Η διαταγή πληρωμής καθίσταται πρακτικά ανενεργής όσο ο καθ' ου παραμένει αγνώστου διαμονής και δεν έχει διορίσει αντίκλητο, καθώς η πλασματική επίδοση δεν εξασφαλίζει την αναγκαία γνώση για τη λήψη ενός τόσο επαχθούς δικαστικού μέτρου

akure-epidose-diatages-pleromes-se-opheilete-pou-kateste-agnostou-diamones-meta-ten-ekdose-tes-mprpeir-15622026

Δεκτή έγινε ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής λόγω άκυρης επίδοσής της σε οφειλέτη που κατέστη αγνώστου διαμονής μετά την έκδοσή της (ΜΠρΠειρ 1562/2026).

Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη πλασματική επίδοση της διαταγής πληρωμής ως αγνώστου διαμονής σε οφειλέτρια, σε βάρος της οποίας η διαταγή είχε εκδοθεί εγκύρως, μη εξασφαλιζόμενης έτσι της αναγκαίας γνώσης της όσον αφορά τη λήψη επαχθούς γι’ αυτήν δικαστικού μέτρου και, κατ’ επέκταση, της δυνατότητας για απρόσκοπτη προβολή των θέσεων και ισχυρισμών της με την άσκηση των νόμιμων μέσων άμυνας.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση του άρθρου 624 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι δεν εκδίδεται διαταγή πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου διαμονής, εμπεριέχει αυτοθρόως μια ευρύτερη απαγόρευση: την αδυναμία επίδοσης της ήδη εκδοθείσας διαταγής στον Εισαγγελέα κατά τη διαδικασία των άρθρων 134-135 ΚΠολΔ. Ο νομοθέτης, θεσπίζοντας την απλή διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που ναι μεν δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά αποτελεί εκτελεστό τίτλο, χωρίς συζήτηση στο ακροατήριο και με τις σύντομες προθεσμίες που προβλέπει ο νόμος για την άσκηση των μέσων άμυνας του καθ’ ου η διαταγή, θέλησε να διασφαλίσει την αποτελεσματική δικαστική προστασία του τελευταίου, αποτρέποντας τη χρήση της πλασματικής επίδοσης που θα στερούσε από αυτόν την πραγματική γνώση του τίτλου και τη δυνατότητα άσκησης ανακοπής.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο έκρινε ότι η επίδοση επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου διαταγής πληρωμής στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, επειδή η οφειλέτρια θεωρήθηκε αγνώστου διαμονής, τυγχάνει ανυπόστατη και ανεπίτρεπτη. Το δικαστήριο επεσήμανε ότι η διαταγή πληρωμής καθίσταται πρακτικά ανενεργής όσο ο καθ' ου παραμένει αγνώστου διαμονής και δεν έχει διορίσει αντίκλητο, καθώς η πλασματική επίδοση δεν εξασφαλίζει την αναγκαία γνώση για τη λήψη ενός τόσο επαχθούς δικαστικού μέτρου.

Τόνισε, μάλιστα, ότι η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει όχι μόνο την αρχική επίδοση, κατ’ άρθρο 630Α ΚΠολΔ, αλλά και τη μεταγενέστερη επίδοση για την απόκτηση δεδικασμένου, κατ’ άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο διευκρίνισε τη διαφορά μεταξύ της ακυρότητας της επίδοσης και της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, κατ’ άρθρο 152 ΚΠολΔ. Κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, η αίτηση επαναφοράς προϋποθέτει μια τυπικά έγκυρη επίδοση από την οποία εκκίνησε μια προθεσμία που χάθηκε λόγω ανωτέρας βίας, ενώ στην περίπτωση της μη νόμιμης επίδοσης σε οφειλέτη αγνώστου διαμονής, η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής δεν αρχίζει καν να τρέχει.

Κατόπιν των ανωτέρω, το δικαστήριο έκανε δεκτή την ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη, ακυρώνοντας την επιταγή προς πληρωμή, την εντολή προς εκτέλεση και τη συνακόλουθη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, λόγω της θεμελιώδους ακυρότητας της προηγηθείσας πλασματικής επίδοσης.

Απόσπασμα απόφασης

Η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής, που τίθεται με την παράγραφο 2 του άρθρου 624 ΚΠολΔ, να μην είναι δηλαδή αγνώστου διαμονής το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η διαταγή, εξαιρουμένης της περίπτωσης που έχει νομίμως διορισμένο αντίκλητο, πρέπει, κατά γενικό δικονομικό κανόνα, συναγόμενο ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 73 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν κατά τη διενέργεια της πράξεως για το έγκυρο της οποίας απαιτούνται, πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Επομένως, αν μετά την έκδοση της διαταγή πληρωμής, ο οφειλέτης καταστεί αγνώστου διαμονής (κατά την έννοια του άρθρου 135 παρ. 1 ΚΠολΔ) η διαταγή πληρωμής, κατά την έκδοση της οποίας συνέτρεχε η ως άνω αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, διαφυλάσσει μεν το κύρος της, αναστέλλεται όμως αυτοδικαίως η εκτελεστότητά της, κατ’ άρθρο 631 εδάφιο β' ΚΠολΔ όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, προϋποτιθεμένου βεβαίως ότι ο οφειλέτης έχει διορίσει αντίκλητο ενώ σε περίπτωση μη διορισμού αντικλήτου ισχύει ότι ίσχυε και προ του Ν. 4335/2015, δηλαδή η διαταγή πληρωμής καθίσταται ανενεργής εωσότου ο καθ’ ου αποκτήσει εκ νέου γνωστή διαμονή ή να διορίσει νομίμως αντίκλητο. Η διάταξη του άρθρου 624 παρ. 2 του ΚΠολΔ, θέτοντας την ως άνω αρνητική προϋπόθεση, εμπεριέχει αυτοθρόως και απαγόρευση της επιδόσεως της διαταγής στο πρόσωπο του αγνώστου διαμονής οφειλέτη με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 135 και 134 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, ήτοι στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη. Η προεκτεθείσα ερμηνευτική εκδοχή προάγεται από το ότι ο νομοθέτης, έχοντας θεσπίσει απλή διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής- που ναι μεν δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά αποτελεί εκτελεστό τίτλο - χωρίς συζήτηση στο ακροατήριο και με τις προαναφερόμενες σύντομες προθεσμίες για την άσκηση των μέσων αμύνης του καθ’ ου η διαταγή, θέλησε συνάμα με τη ρύθμιση του άρθρου 824 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να αποτρέψει την επίδοση της διαταγής πληρωμής υπό τους όρους των άρθρων 135-134 του ΚΠολΔ και να διασφαλίσει έτσι στον οφειλέτη τη δυνατότητα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά το πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974. Το συμπέρασμα αυτό αφορά όλες τις περιπτώσεις των διαταγών πληρωμής ήτοι τόσο εκείνες που εκδόθηκαν προ της 1ης Ιανουάριου 2016 όσο και τις μετά απ’ αυτήν εκδιδόμενες, αφού η σχετική ρύθμιση όσον αφορά τους αγνώστου διαμονής οφειλέτες που δεν έχουν διορίσει αντίκλητο δεν επηρεάστηκε από τις ανωτέρω τροποποιήσεις. Προσέτι η αδυναμία επιδόσεως με τον προβλεπόμενο στο άρθρο 135 του ΚΠολΔ τρόπο δεν μπορεί να ισχύει μόνο για την αρχική επίδοση του άρθρου 630Α του ΚΠολΔ, αλλά καταλαμβάνει και τη μεταγενέστερη επίδοση, εκείνη δηλαδή της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 2 του ΚΠολΔ και εφόσον δεν υπάρξει η τελευταία επίδοση, ώστε να προκόψει δεδικασμένο επεκτείνεται και στην επίδοση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση, διότι μόνον έτσι εξασφαλίζεται η αναγκαία γνώση του οφειλέτη για την, μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και την αρχική επίδοση, εξέλιξη της σε βάρος του διαδικασίας και του παρέχεται η κατά νόμο πληρέστερη προστασία δεδομένου ότι κατά το στάδιο αυτό, ήτοι το στάδιο που ακολουθεί της επίδοσης του άρθρου 633 παρ.2 του ΚΠολΔ, προβλέπεται η δυνατότητα ασκήσεως ανακοπής. Συνεπώς δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση η πλασματική επίδοση διαταγής πληρωμής κατ’ άρθρο 135-134 του ΚΠολΔ, ως αγνώστου διαμονής σε οφειλέτες, σε βάρος των οποίων έχει εκδοθεί εγκύρως τέτοια διαταγή, αφού με την επίδοση αυτή δεν εξασφαλίζεται η αναγκαία γνώση τους όσον αφορά τη λήψη επαχθούς γι' αυτούς δικαστικού μέτρου και κατ’ επέκταση η δυνατότητα για απρόσκοπτη προβολή των θέσεων και ισχυρισμών τους με την άσκηση των ανωτέρω μέσων αμύνης (σχετική και η υπ’ αριθ. 2/2023 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε ΕπΑκ 2/2023.311 = sakkoulas-on line).

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr.