Διαφήμιση

Ακύρωση διαταγής πληρωμής: Μη έγγραφη απόδειξη καταγγελίας σύμβασης δανείου (ΑΠ 364/2025)

Στην προσκομισθείσα «Εξώδικη Δήλωση - Καταγγελία – Πρόσκληση» δεν αναγράφεται ότι με αυτή καταγγέλλεται η σύμβαση δανείου, αλλά ρητώς αναγράφεται ότι με αυτή γνωστοποιείται προγενέστερη καταγγελία, το περιεχόμενο της οποίας όμως δεν αποδεικνύεται εγγράφως

akurose-diatages-pleromes-me-eggraphe-apodeixe-kataggelias-sumbases-daneiou-ap-3642025

Απορρίφθηκε από τον Άρειο Πάγο αίτηση αναίρεσης, κατόπιν απόρριψης και της σχετικής έφεσης κατά απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, λόγω έλλειψης έγγραφης απόδειξης ως προς την καταγγελία της επίδικης σύμβασης δανείου (ΑΠ 364/2025).

Σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624 και 626 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων ή από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Τίθεται, έτσι, η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του οφειλέτη και για το υπόλοιπο δανείου, που καταγγέλθηκε από το δανειστή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση δανείου, η καταγγελία της σύμβασης, η κίνηση και το κλείσιμο του τηρηθέντος σχετικού λογαριασμού, καθώς και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται ο δανεισθείς οφειλέτη.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα μέσα.

Περαιτέρω, αν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τα επισυναπτόμενα στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, βεβαιώνει ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, η απόφασή του δεν ελέγχεται αναιρετικά ως προς την σχετική κρίση της, εφόσον αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού τότε πρόκειται για κρίση περί τα πράγματα η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης δανείου δεν αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα προς έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, δεδομένου ότι αφενός δεν προσκομίστηκε η έγγραφη καταγγελία με την επίδικη ημερομηνία, αφετέρου δε στην προσκομισθείσα «Εξώδικη Δήλωση - Καταγγελία – Πρόσκληση» δεν αναγράφεται ότι με αυτή καταγγέλλεται η σύμβαση δανείου, αλλά ρητώς αναγράφεται ότι με αυτή γνωστοποιείται η προγενέστερη, αναφερόμενη ως ήδη συντελεσθείσα καταγγελία, το περιεχόμενο της οποίας δεν αποδεικνύεται εγγράφως.

Έκρινε, συνεπώς, ότι δεν αποδεικνύεται εγγράφως ότι έλαβε χώρα η καταγγελία, γεγονός παραγωγικό της επιδικασθείσας απαίτησης και, συνακόλουθα, δεν αποδεικνύεται εγγράφως ούτε το ληξιπρόθεσμο της οφειλής, το οποίο δημιουργείται από και δια της καταγγελίας, κρίνοντας τη διαταγή πληρωμής ακυρωτέα λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου.

Ομοίως, και το ανώτατο δικαστήριο επεσήμανε ότι θα έπρεπε και η ίδια η καταγγελία, ως δικαιοπαραγωγικό της ένδικης απαίτησης γεγονός, να προέκυπτε εξ εγγράφου είτε αρχήθεν είτε μεταγενεστέρως με την εξώδικη γνωστοποίηση, που όμως δεν αποτελούσε εν προκειμένω και καταγγελία της σύμβασης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για την οποία απαιτούνται ειδικές προϋποθέσεις απόδειξης.

Απόσπασμα απόφασης

Πλην όμως, η ως άνω αναφερόμενη από 6.9.2018 καταγγελία της σύμβασης δανείου δεν αποδεικνύεται από τα ως άνω προσκομισθέντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα, δεδομένου ότι (α) δεν προσκομίστηκε έγγραφη καταγγελία με ημερομηνία 6.9.2018, και (β) στην ως άνω από 2.10.2018 προσκομισθείσα προς έκδοση της διαταγής πληρωμής "Εξώδικη Δήλωση - Καταγγελία - Πρόσκληση" δεν αναγράφεται ότι με αυτή καταγγέλεται η σύμβαση δανείου, αλλά ρητώς αναγράφεται ότι με αυτή γνωστοποιείται προς τους ανακόπτοντες η άνω επικαλούμενη με τον μόνο λόγο έφεσης προγενέστερη, αναφερόμενη ως ήδη συντελεσθείσα από 6.9.2018 καταγγελία, το περιεχόμενο της οποίας δεν αποδεικνύεται εγγράφως. Ακολούθως, δεν αποδεικνύεται εγγράφως, δηλαδή από τα ως άνω προσκομισθέντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα, ότι έλαβε χώρα η καταγγελία, γεγονός παραγωγικό της επιδικασθείσας απαίτησης, κατά τους άνω συμβατικούς όρους 4.1 και 4.2, και συνακόλουθα δεν αποδεικνύεται εγγράφως ούτε το ληξιπρόθεσμο της οφειλής, το οποίο δημιουργείται από και δια της καταγγελίας, κατά τα ανωτέρω. Επομένως, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, συνιστάμενου στην έλλειψη έγγραφης απόδειξης των παραγωγικών γεγονότων τις απαιτήσεις και του ληξιπρόθεσμου αυτής (σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ και τα οριζόμενα στην με αριθμό 3 νομική σκέψη), ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης τις απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα...". Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε τον μοναδικό λόγο έφεσης ως ουσία αβάσιμο, και συνακόλουθα και την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί την ανακοπή και είχε ακυρώσει την κρίσιμη διαταγή πληρωμής. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, και συγκεκριμένα ότι η από 6.9.2018 καταγγελία της σύμβασης δανείου δεν αποδεικνυόταν από τα προσκομισθέντα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα, δεδομένου ότι α) δεν προσκομίστηκε έγγραφη καταγγελία με ημερομηνία 6.9.2018, και β) στην ως άνω από 2.10.2018 προσκομισθείσα προς έκδοση της διαταγής πληρωμής "Εξώδικη Δήλωση - Καταγγελία - Πρόσκληση" δεν αναγράφεται ότι με αυτή καταγγέλλεται η σύμβαση δανείου, αλλά ρητώς αναγράφεται ότι με αυτή γνωστοποιείται απλώς προς τους ανακόπτοντες η αναφερόμενη ως ήδη συντελεσθείσα από 6.9.2018 καταγγελία, το περιεχόμενο της οποίας δεν αποδεικνύεται εγγράφως, απορρίπτοντας την έφεση και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε ακυρώσει για το λόγο αυτό την υπ'αριθ. .../2019 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ορθά εφάρμοσε τις ως άνω δικονομικές διατάξεις των άρθ. 623 και 624 ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην παράβαση εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι θα έπρεπε και η ίδια η καταγγελία ως δικαιοπαραγωγικό της ένδικης απαίτησης γεγονός, να προέκυπτε εξ εγγράφου είτε αρχήθεν είτε μεταγενεστέρως με την εξώδικη γνωστοποίηση που όμως, όπως έγινε δεκτό, δεν αποτελούσε εν προκειμένω και καταγγελία της σύμβασης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για την οποία απαιτούνται ειδικές προϋποθέσεις αποδείξεως, το ότι οι οφειλέτες έλαβαν γνώση της ληψιδεούς δηλώσεως βουλήσεως της δανείστριας τράπεζας με το προμνημονευθέν εξώδικο, από το οποίο όμως δεν αποδεικνυόταν, κατά τις παραδοχές, όπως προεκτέθηκε, αυτή καθ'εαυτή η δήλωση βουλήσεως της πιστώτριας. Εσφαλμένα συνεπώς ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής, όπως ορθά έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση. Θα πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 §1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.