Διαφήμιση

Ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης: Εσφαλμένη κατάταξη απαιτήσεων από τον Συμβολαιογράφο (ΜΠρΚορίνθου 160/2026)

Ταυτόχρονη και αντιφατική εφαρμογή των άρθρων 977Α και 977 ΚΠολΔ – Απόρριψη ανακοπής λόγω αοριστίας και αντιφατικότητας

anakope-kata-pinaka-katataxes-esphalmene-katataxe-apaiteseon-apo-ton-sumbolaiographo-mprkorinthou-1602026

Με πρόσφατη απόφασή του, το Πρωτοδικείο Κορίνθου κρίνει επί ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, εστιάζοντας στην εσφαλμένη κατάταξη απαιτήσεων από τον Συμβολαιογράφο λόγω της ταυτόχρονης και αντιφατικής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 977Α και 977 του ΚΠολΔ (ΜΠρΚορίνθου 160/2026).

Το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο επεδίωξε τη μεταρρύθμιση του πίνακα κατάταξης, ζητώντας την αποβολή των καθ’ ων πιστωτών και την κατάταξη του ιδίου, προβάλλοντας λόγους που αφορούσαν τόσο υπερπρονομιούχες εργατικές απαιτήσεις όσο και ειδικά προνομιούχες ενυπόθηκες απαιτήσεις.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, ο Ν. 4512/2018 εισήγαγε με το άρθρο 977Α ένα νέο σύστημα κατάταξης των απαιτήσεων, το οποίο διακρίνεται σαφώς από το παραδοσιακό σύστημα του άρθρου 977 ΚΠολΔ. Οι δύο αυτές διατάξεις ισχύουν παράλληλα μεν, ωστόσο είναι σαφές ότι ρυθμίζουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο την περίπτωση ικανοποίησης απαιτήσεων επί συρροής προνομιούχων είτε μεταξύ τους είτε με μη προνομιούχες, ώστε, δοθέντος ότι και η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της μίας διάταξης αποκλείει την εφαρμογή της άλλης, καλείται σε εφαρμογή διαζευκτικά είτε το ένα είτε το άλλο άρθρο.

Το δικαστήριο επεσήμανε ότι, χαρακτηριστικά, η κατ’ άρθρο 977Α του ΚΠολΔ διευθέτηση της συρροής των απαιτήσεων, πέραν του ότι προβλέπει και μία νέα κατηγορία υπερπρονομιούχων τοιούτων, επιπροσθέτως δεν βασίζεται στην εκ των προτέρων διάσπαση του πλειστηριάσματος με βάση συγκεκριμένα ποσοστά σε περισσότερα ποσά που δεσμεύονται για την ικανοποίηση συγκεκριμένης κατηγορίας απαιτήσεων, όπως επιτάσσει το άρθρο 977 του ΚΠολΔ, ενώ επίσης η τυχόν εξάντληση του συνολικού ποσού του πλειστηριάσματος από την ικανοποίηση μιας προηγούμενης κατηγορίας απαιτήσεων αποκλείει την ικανοποίηση της επόμενης.

Ως εκ τούτου, ο πίνακας κατάταξης συντάσσεται κάθε φορά για το σύνολο των αναγγελθεισών απαιτήσεων είτε με βάση τη μία είτε με βάση την άλλη διάταξη, αποκλειόμενης της συνεφαρμογής τους, η οποία είναι, ούτως ή άλλως, λογικά και πρακτικά αδύνατη.

Η υπό κρίση ανακοπή, ωστόσο, απορρίφθηκε τελικά ως απαράδεκτη λόγω αθεράπευτης αοριστίας και πρόδηλης αντιφατικότητας, καθώς το ανακόπτον στήριξε τους λόγους του σωρευτικά και στα δύο συστήματα διανομής. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο τόνισε ότι είναι νομικά ανέφικτο να ζητείται η μεταρρύθμιση του πίνακα με συνεφαρμογή αλληλοαποκλειόμενων νομικών βάσεων, καθόσον η ιστορική βάση της ανακοπής πρέπει να αποκρυσταλλώνεται με σαφήνεια σε ένα από τα δύο συστήματα, ή έστω με επίκληση αυτών κατά δικονομική επικουρικότητα, προκειμένου να είναι επιδεκτική δικαστικής εκτίμησης.

Απόσπασμα απόφασης

Με τον Ν. 4512/2018 (ΦΕΚ Α’ 5/17.01.2018) και συγκεκριμένα δυνάμει του άρθρου 176 αυτού προστέθηκε άρθρο 977Α στον ΚΠολΔ με τίτλο «σειρά κατάταξης υπερπρονομιούχων, προνομιούχων και µη», που ήδη κατά την αιτιολογική του έκθεση ορίζεται ρητά ότι προτείνεται ένας νέος τρόπος κατάταξης των απαιτήσεων, ο οποίος έχει αυστηρά οριοθετημένο και σαφέστατα διακριτό πεδίο εφαρμογής από αυτό του άρθρου 977 του ΚΠολΔ. Οι δύο (2) αυτές διατάξεις ισχύουν παράλληλα μεν, ωστόσο είναι σαφές ότι ρυθμίζουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο την περίπτωση ικανοποίησης απαιτήσεων επί συρροής προνομιούχων είτε μεταξύ τους είτε με μη προνομιούχες, ώστε, δοθέντος ότι και η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της μίας διάταξης αποκλείει την εφαρμογή της άλλης, καλείται σε εφαρμογή διαζευκτικά είτε το ένα είτε το άλλο άρθρο. Χαρακτηριστικά, η κατ’ άρθρο 977Α του ΚΠολΔ διευθέτηση της συρροής των απαιτήσεων, πέραν του ότι προβλέπει και μία νέα κατηγορία υπερπρονομιούχων τοιούτων, επιπροσθέτως δεν βασίζεται στην εκ των προτέρων διάσπαση του πλειστηριάσματος με βάση συγκεκριμένα ποσοστά σε περισσότερα ποσά που δεσμεύονται για την ικανοποίηση συγκεκριμένης κατηγορίας απαιτήσεων, όπως επιτάσσει το άρθρο 977 του ΚΠολΔ, ενώ επίσης η τυχόν εξάντληση του συνολικού ποσού του πλειστηριάσματος από την ικανοποίηση μιας προηγούμενης κατηγορίας απαιτήσεων αποκλείει την ικανοποίηση της επόμενης. Ως εκ τούτου, ο πίνακας κατάταξης θα συντάσσεται κάθε φορά για το σύνολο των αναγγελθεισών απαιτήσεων είτε με βάση τη μία είτε με βάση την άλλη διάταξη, αποκλειόμενης της συνεφαρμογής τους, η οποία είναι, ούτως ή άλλως, λογικά και πρακτικά αδύνατη (Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη Ε., ό.π., υπό άρθρο 977Α, ιδίως σ. 529-530, 534 και 536, πλαγιάρ. 1, 5 και 7∙ Ρεντούλης Π., Συρροή απαιτήσεων στον πίνακα κατάταξης, έκδ. 2025, σ. 111, πλαγιάρ. 220, σ. 112, πλαγιάρ. 222, σ. 114, πλαγιάρ. 229, σ. 115, πλαγιάρ. 230, σ. 187-188, πλαγιάρ. 367∙ Ρεντούλης Π., σε Απαλαγάκη Χ. / Σταματόπουλο Στ., Ο Νέος ΚΠολΔ, ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842 & 4855/2021, τ. II, έκδ. 2022, υπό άρθρο 977Α, ιδίως σ. 3195-3197, πλαγιάρ. 1, 2, 4 και 5). Με βάση τα ανωτέρω, καθόσον αφενός δεν αποδίδεται με κάποιον από τους λόγους της ανακοπής σφαλερή από τον συμβολαιογράφο εφαρμογή των ως άνω διατάξεων περί την κατάταξη των απαιτήσεων των δανειστών και αφετέρου δεν ζητείται η μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατά τις προϋποθέσεις και ρυθμίσεις είτε του κατ’ άρθρο 977Α του ΚΠολΔ είτε του κατ’ άρθρο 977 ιδίου Κώδικα συστήματος διανομής, ή έστω με σώρευσή τους κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), ενόσω δε από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 979 παρ. 2, 933 και 585 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, που είναι εισαγωγικό της περί την εκτέλεση Δίκης δικόγραφο, το αντικείμενο αυτής αποκρυσταλλώνεται από τους λόγους της ανακοπής, ή τυχόν προσθέτων λόγων, που επέχουν θέση της ιστορικής της βάσης (ΑΠ 1181/2025 ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 885/2019 ΧρΙΔ 2020.41 = ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1353/2015 ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1860/2013 ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1491/2003 ΕλλΔνη 2004.437 = ΝΟΜΟΣ∙ ΑΠ 1561/2000 ΕλλΔνη 2001.1302 = ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΛαρ 122/2017 Δικογρ 2019.1 = ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΘράκ 108/1996 Αρμ 1996.1518 = ΝΟΜΟΣ∙ ΜΕφΑθ 941/2025 ΝΟΜΟΣ∙ ΜΕφΑθ 1461/2021 ΝΟΜΟΣ), ώστε το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπερβεί αυτού, η υπό κρίση ανακοπή τυγχάνει απορριπτέα προεχόντως ένεκα αθεράπευτης αοριστίας και ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, λόγω της πρόδηλης αντιφατικότητας των προβαλλόμενων με αυτήν λόγων (άρθρο 216 ΚΠολΔ), σωρευτικά διότι το μεν θεμελιώνονται σε αντίθετες νομικές βάσεις που αλληλοαποκλείονται και δη ο πρώτος λόγος σε αυτή του άρθρου 977Α παρ. 2 του ΚΠολΔ οι δε λοιποί σε αυτή του άρθρου 977 ιδίου Κώδικα, το δε διότι σκοπούν διά των προαναφερθέντων συστημάτων διανομής στη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης σωρευτικά για όλες τις περιπτώσεις διά της ανεπίτρεπτης και λογικά και πρακτικά αδύνατης, κατά τα ειρημένα, συνεφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων (σχετ. περί την αντιφατικότητα των αιτημάτων: ΕφΠατρ 1048/2007 ΑχαΝομ 2008.644 = ΝΟΜΟΣ∙ ΕφΘεσ 286/2002 Αρμ 2002.1197 = ΝΟΜΟΣ∙ ΠΠρΑθ 4997/2010 ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 3497/2013 ΝΟΜΟΣ∙ ΜΠρΑθ 11918/2011 ΝΟΜΟΣ).

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr.