Ανθρωποκτονία με δόλο από αστυνομικούς σε βάρος συνοδηγού καταδιωκόμενου οχήματος (ΣυμβΠλημΠειρ 30/2026)
Δεν δικαιολογείται από τις περιστάσεις η χρήση πυροβόλων όπλων σε βάρος των καταδιωκόμενων - Από τον αριθμό των πυροβολισμών και από τα σημεία του οχήματος που έπληξαν με αυτούς, δεν δύνανται να θεωρηθούν πυροβολισμοί ακινητοποίησης του οχήματος
Την παραπομπή επτά αστυνομικών στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο αποφάσισε το αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κρίνοντας ότι τέλεσαν το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με δόλο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία και κατά συρροή, τετελεσμένης και σε απόπειρα, υπερβαίνοντας εκ προθέσεως το αναγκαίο μέτρο της άμυνας, κατά τη διάρκεια καταδίωξης κλεμμένου οχήματος (ΣυμβΠλημΠειρ 30/2026).
Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, κατά την καταδίωξη του κλεμμένου οχήματος και ενώ η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του οχήματος αυτού παρέστη επικίνδυνη και απειλητική για την σωματική ακεραιότητα και ασφάλεια των αστυνομικών, οι τελευταίοι, άπαντες υπηρετούντες στην Ομάδα ΔΙ.ΑΣ., έκαναν χρήση των πυροβόλων όπλων τους, με αποτέλεσμα τον θάνατο του συνοδηγού του καταδιωκόμενου οχήματος.
Οι κατηγορούμενοι απολογούμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό περί άρσης του αδίκου των πράξεων τους, ισχυριζόμενοι ότι τέλεσαν τις πράξεις τους βρισκόμενοι σε κατάσταση άμυνας, η οποία δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο. Επικουρικά δε και σε περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι υπήρξε υπέρβαση εκ μέρους τους του αναγκαίου μέτρου της άμυνας, ισχυρίστηκαν ότι υπερέβησαν αυτό από αμέλεια και λόγω συνδρομής στο πρόσωπό τους φόβου και ταραχής.
Το Συμβούλιο, ωστόσο, έκρινε ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν δικαιολογείται από τις περιστάσεις η χρήση των πυροβόλων όπλων τους σε βάρος των καταδιωκόμενων.
Πιο αναλυτικά, το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι οι ομάδες ΔΙ.ΑΣ. που ακολουθούσαν το κλεμμένο αυτοκίνητο, έλαβαν, κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, σαφείς εντολές να σταματήσουν την καταδίωξη, η οποία είχε καταστεί επικίνδυνη για τη σωματική ακεραιότητα των ίδιων και των καταδιωκόμενων, εντολές τις οποίες δεν άκουσαν από τον ασύρματο λόγω των συνθηκών. Όφειλαν, όμως, να γνωρίζουν, βάσει της εκπαίδευσής τους, ότι έπρεπε να σταματήσουν προσωρινά την καταδίωξη, διατηρώντας έστω υπό επιτήρηση το καταδιωκόμενο όχημα, έως ότου καθίστατο ασφαλής η επιχείρηση σύλληψης των επιβαινόντων (οδηγού, συνοδηγού και συνεπιβάτη) στο όχημα αυτό.
Στη συνέχεια, όταν ακινητοποιήθηκε το καταδιωκόμενο όχημα, είχαν τη δυνατότητα και όφειλαν να έχουν διατηρήσει απόσταση ασφαλείας από αυτό, ενώ είχαν σε κάθε περίπτωση και τη δυνατότητα, λόγω και του ικανού χρόνου που διήρκεσε η καταδίωξη, να ζητήσουν τη συνδρομή περιπολικών οχημάτων.
Το Συμβούλιο επεσήμανε ότι οι καταδιωκόμενοι δεν διέθεταν και δεν τους απείλησαν με τη χρήση πυροβόλου όπλου καθ’ όλη τη διάρκεια της καταδίωξης, ώστε να δικαιολογείται η χρήση των πυροβόλων όπλων από τους αστυνομικούς, ενώ από τον αριθμό των πυροβολισμών και από τα σημεία του οχήματος που έπληξαν με αυτούς, δεν δύνανται οι πυροβολισμοί αυτοί να θεωρηθούν πυροβολισμοί ακινητοποίησης του οχήματος, καθόσον δεν εντοπίζονται στην πλειοψηφία τους στα λάστιχα και τους προφυλακτήρες, αλλά στο πορτ-παγκάζ, στον οπίσθιο ανεμοθώρακα και στις θύρες της δεξιάς πλευράς (πλευρά του συνοδηγού), δηλαδή σε σημεία του οχήματος, για τα οποία προέβλεψαν ότι ενδέχεται να πληγούν ζωτικά σημεία του σώματος των επιβαινόντων στο όχημα.
Απόσπασμα βουλεύματος
Τέλος, οι πρώτος έως έβδομος από τους κατηγορούμενους απολογούμενοι προέβαλαν ειδικώς και ορισμένως τον ισχυρισμό περί άρσης του αδίκου των πράξεων τους ισχυριζόμενοι ότι τέλεσαν τις πράξεις τους βρισκόμενοι σε κατάσταση άμυνας, η οποία δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο και επικουρικά και σε περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι υπήρξε υπέρβαση εκ μέρους τους του αναγκαίου μέτρου της άμυνας, ότι υπερέβησαν αυτό από αμέλεια και λόγω συνδρομής στο πρόσωπό τους φόβου και ταραχής, ισχυρισμός, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, διότι από όλα τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη, δεν δικαιολογείται από τις περιστάσεις η χρήση των πυροβόλων όπλων τους σε βάρος των καταδιωκόμενων. Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε παραπάνω, οι ομάδες ΔΙ.ΑΣ. που ακολουθούσαν το με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, έλαβαν, κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, σαφείς εντολές να σταματήσουν την καταδίωξη, η οποία είχε καταστεί επικίνδυνη για τη σωματική ακεραιότητα των ίδιων και των καταδιωκόμενων, εντολές τις οποίες δεν άκουσαν από τον ασύρματο λόγω των συνθηκών, όμως, όφειλαν να γνωρίζουν, βάσει της εκπαίδευσής τους, ότι έπρεπε να σταματήσουν προσωρινά την καταδίωξη, διατηρώντας έστω υπό επιτήρηση το καταδιωκόμενο όχημα, έως ότου καθίστατο ασφαλής η επιχείρηση σύλληψης των επιβαινόντων (οδηγού, συνοδηγού και συνεπιβάτη) στο όχημα αυτό [βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου …/11.11.2021 έγγραφο της Διεύθυνσης Άμεσης Δράσης Αττικής της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής με θέμα: «Υποβολή στοιχείων που αφορούν μετεκπαιδεύσεις Αστυνομικού προσωπικού των Τμημάτων Δίκυκλης Αστυνόμευσης (ΔΙ.ΑΣ.), της Β’ Υποδιεύθυνσης Άμεσης Επέμβασης της Διεύθυνσης Άμεσης Δράσης Αττικής», μετά το συνημμένο σε αυτό εγχειρίδιο για τη δίκυκλη αστυνόμευση]. Όταν δε ακινητοποιήθηκε το όχημα στην οδό ..., είχαν τη δυνατότητα και όφειλαν να έχουν διατηρήσει απόσταση ασφαλείας από το καταδιωκόμενο όχημα, ώστε να αποφύγουν τον εμβολισμό των μηχανών στις οποίες επέβαιναν, ενώ είχαν τη δυνατότητα, λόγω και του ικανού χρόνου που διήρκεσε η καταδίωξη, να ζητήσουν, σε κάθε περίπτωση, τη συνδρομή περιπολικών οχημάτων. Εξάλλου, οι καταδιωκόμενοι δεν διέθεταν και δεν τους απείλησαν με τη χρήση πυροβόλου όπλου καθ’ όλη τη διάρκεια της καταδίωξης, ούτε οι πρώτος έως έβδομος κατηγορούμενοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, ώστε να δικαιολογείται η χρήση των πυροβόλων όπλων τους, ενώ από τον αριθμό των πυροβολισμών και από τα σημεία του οχήματος που έπληξαν με αυτούς, δεν δύνανται οι πυροβολισμοί αυτοί να θεωρηθούν πυροβολισμοί ακινητοποίησης του οχήματος, καθόσον δεν εντοπίζονται στην πλειοψηφία τους στα λάστιχα και τους προφυλακτήρες, αλλά στο πορτ-παγκάζ, στον οπίσθιο ανεμοθώρακα και στις θύρες της δεξιάς πλευράς (πλευρά του συνοδηγού), δηλαδή σε σημεία του οχήματος, για τα οποία προέβλεψαν ότι ενδέχεται να πληγούν ζωτικά σημεία του σώματος των επιβαινόντων στο όχημα. Κατόπιν των ανωτέρω, το Συμβούλιο κρίνει ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής, ικανές για να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων για τις πράξεις, που τους αποδόθηκαν.
Το πλήρες κείμενο του βουλεύματος είναι διαθέσιμο στο sakkoulas-online.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ποινικό Δίκαιο