Αποδεικτική αξιοποίηση υλικού βιντεοεπιτήρησης ιδιωτικού χώρου: Εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 163/2025)
Το παραβιασθέν συνταγματικό δικαίωμα της κατηγορουμένης στα προσωπικά της δεδομένα δεν άπτεται αμέσως του σκληρού πυρήνα της προσωπικής της σφαίρας, δεδομένου ότι οι κάμερες κλειστού κυκλώματος κατέγραψαν τις κινήσεις της σε ιδιωτικό χώρο που ανήκει σε τρίτο και στον οποίο αυτή εισήλθε παράνομα
Νόμιμη κρίθηκε με απόφαση του Αρείου Πάγου η δικονομική αξιοποίηση βιντεοληπτικού υλικού, καθώς και εξ αυτού εξαχθεισών φωτογραφιών, από κλειστό κύκλωμα καταγραφής ιδιωτικού χώρου (ΑΠ 163/2025).
Το ανώτατο δικαστήριο έλαβε ιδίως υπόψη του τη σοβαρότητα των εξακολουθητικών κλοπών που τελέστηκαν από την αναιρεσείουσα, καθώς και το γεγονός ότι το επίδικο υλικό αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο, από το οποίο δύναται να προκύψει ο δράστης των υπό κρίση άδικων πράξεων.
Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων δεν είναι ένα απόλυτο δικαίωμα και, συνεπώς, δεν πρέπει να δίδεται προβάδισμα μόνο στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όταν επί τάπητος υπάρχουν άλλα αντικρουόμενα συνταγματικώς προστατευόμενα έννομα αγαθά, όπως η πρόσβαση στη δικαιοσύνη και η χρηστή απονομή της δικαιοσύνης. Τέτοια περίπτωση συνδρομής υπέρτερου εννόμου συμφέροντος συνιστά, ιδίως, η περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που ζητούνται είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές, ο εφαρμοστής του δικαίου πρέπει να εξισορροπήσει τα συγκρουόμενα συνταγματικά αγαθά επί τη βάσει της αρχής της αναλογικότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι δυνατόν να προσκομισθούν και να αναγνωσθούν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου έγγραφα που άπτονται των προσωπικών ή και ευαίσθητων δεδομένων, προκειμένου να αναζητηθεί και ευρεθεί η ουσιαστική αλήθεια της υπόθεσης. Πολλώ δε μάλλον, μπορούν να προσκομισθούν και να επισκοπηθούν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου φωτογραφίες τρίτων που εξήχθησαν από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης με κάμερες, εγκατεστημένο από φυσικό πρόσωπο σε ιδιωτικό χώρο, για την άσκηση δραστηριοτήτων αποκλειστικά προσωπικών ή οικιακών, που κατ’ άρθρο 3 παρ.2 του ν.2472/1997 εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω νόμου. Και τούτο, διότι ναι μεν δεν αποτυπώνουν την εικόνα του εγκαταστήσαντος το κύκλωμα αυτό φυσικού προσώπου και των συγγενών του σε προσωπικές ή οικιακές δραστηριότητες, πλην όμως οι τρίτοι, των οποίων οι εικόνες αποτυπώνονται, εισήλθαν χωρίς δικαίωμα στον ιδιωτικό αυτό χώρο για τη διάπραξη αδικήματος, εκθέτοντες οικειοθελώς τα προσωπικά τους δεδομένα στην εμβέλεια των καμερών του κλειστού αυτού κυκλώματος.
Σύμφωνα δε και με την αρχή της αναλογικότητας, τα έγγραφα αυτά μπορούν νομίμως να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, εφόσον είναι απολύτως απαραίτητη η προσκόμισή τους για την υπεράσπιση του δικαιώματος του φυσικού προσώπου ενώπιον δικαστηρίου, ενόψει της συγκεκριμένης δίκης, αφού ο επιδιωκόμενος σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέσα.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το ανώτατο δικαστήριο διαπίστωσε ότι το παραβιασθέν συνταγματικό δικαίωμα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας στα προσωπικά της δεδομένα (άρθρ. 9 Α του Συντάγματος) δεν άπτεται αμέσως του σκληρού πυρήνα της προσωπικής της σφαίρας, που θα απαιτούσε τη συναίνεση αυτής, αφού η συμπεριφορά που καταγράφηκε και περιέχεται στο ένδικο βιντεοληπτικό υλικό και στις εξ αυτού εξαχθείσες φωτογραφίες, ουδεμία σχέση έχει με πράξεις της σε ιδιωτικό της χώρο ή σε εξωτερικό δημόσιο ή κοινόχρηστο χώρο, ούτε έχει καμιά σχέση με την ανάπτυξη της προσωπικότητάς της, δεδομένου ότι, οι κάμερες κλειστού κυκλώματος κατέγραψαν τις κινήσεις της σε ιδιωτικό χώρο, που ανήκει σε τρίτο και στον οποίο αυτή εισήλθε παράνομα, χωρίς δικαίωμα και μάλιστα, εν γνώσει της ότι βιντεοσκοπούνται οι κινήσεις της.
Διαπίστωσε, περαιτέρω, ότι η αξιοποίηση των φωτογραφιών αυτών επιβάλλεται και από την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πληγέντα από τις υπό κρίση πράξεις της αγαθά κρίνονται σαφώς υπέρτερα εκείνου της προστασίας των προσωπικών της δεδομένων. Σε αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω απαγόρευση θα οδηγούσε σε κατάργηση του δικαιώματος του πολίτη σε δικαστική ακρόαση και προστασία (κατ’ άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος), αφού δεν θα μπορούσε να γίνει χρήση του μοναδικού αποδεικτικού μέσου, στο οποίο βασίζεται η καταγγελία του.
Απόσπασμα απόφασης
Τέλος, η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ίδιου Κώδικα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 177 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και των άρθρων 9, 9Α και 19 παρ.3 του Συντάγματος, ως και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 2 στοιχ.β', 3 παρ.2 στοιχ.β και 7 παρ.2 στοιχ.ε του ν.2472/1997, έλαβε υπόψη του και θεμελίωσε την καταδικαστική σε βάρος της κρίση σε απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του φωτογραφίες που εξήχθησαν από κλειστό κύκλωμα καταγραφής σκηνών ιδιωτικού χώρου, που όμως καταλαμβάνει και εξωτερικούς δημόσιους ή κοινόχρηστους χώρους, παραβιάζοντας, έτσι τα υπερασπιστικά της δικαιώματα.Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στη μείζονα πρόταση υπό στοιχ.Δ και ενόψει των αναφερομένων αναλυτικά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην προκείμενη περίπτωση, είναι νόμιμη η δικονομική αξιοποίηση του συγκεκριμένου βιντεοληπτκού υλικού, καθώς και των εξ αυτού εξαχθεισών φωτογραφιών, από το κλειστό κύκλωμα καταγραφής ιδιωτικού χώρου (αύλειου χώρου ιδιοκτησίας του εγκαλούντος), κατά τις παραδοχές της απόφασης και όχι κοινόχρηστου χώρου (διόδου), όπως αβασίμως ισχυρίζεται η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, λόγω της σοβαρότητος των εξακολουθητικών κλοπών, που τελέστηκαν και ως το μοναδικό αποδεικτικό μέσο, από το οποίο δύναται να προκύψει ο δράστης των υπό κρίση άδικων πράξεων. Πρωτίστως δε διότι, στην εν λόγω περίπτωση το παραβιασθέν συνταγματικό δικαίωμα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας στα προσωπικά της δεδομένα (άρθρ. 9 Α του Συντάγματος) δεν άπτεται αμέσως του σκληρού πυρήνα της προσωπικής της σφαίρας, που θα απαιτούσε τη συναίνεση αυτής, αφού η συμπεριφορά, που καταγράφηκε και περιέχεται στο ένδικο βιντεοληπτικό υλικό και στις εξ αυτού εξαχθείσες φωτογραφίες, ουδεμία σχέση έχει με πράξεις της σε ιδιωτικό της χώρο ή σε εξωτερικό δημόσιο ή κοινόχρηστο χώρο, ούτε έχει καμιά σχέση με την ανάπτυξη της προσωπικότητάς της, δεδομένου ότι, οι κάμερες κλειστού κυκλώματος κατέγραψαν τις κινήσεις της σε ιδιωτικό χώρο, που ανήκει σε τρίτο και στον οποίο αυτή εισήλθε παράνομα, χωρίς δικαίωμα και μάλιστα, εν γνώσει της ότι βιντεοσκοπούνται οι κινήσεις της, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η βιντεοσκόπηση του ιδιωτικού (αύλειου χώρου) του εγκαλούντος εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής του ν.2472/1997, είχε τοποθετήσει προειδοποιητική πινακίδα για τη λειτουργία του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, χωρίς να έχει σχετική υποχρέωση, ο εγκαλών, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης βιντεοσκοπείτο ιδιωτικός του χώρος, στον οποίο κατά τις παραδοχές της απόφασης εισήλθε παράνομα η κατηγορουμένη και όχι ιδιωτικός προσωπικός χώρος της κατηγορουμένης ή εξωτερικός δημόσιος ή κοινόχρηστος χώρος, όπως η ίδια ισχυρίζεται, ενώ επιβάλλεται η αξιοποίηση των φωτογραφιών της και από την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, εν όψει του ότι τα πληγέντα από τις υπό κρίση πράξεις της αγαθά κρίνονται σαφώς υπέρτερα εκείνου της προστασίας των προσωπικών της δεδομένων. Σε αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω απαγόρευση θα οδηγούσε σε κατάργηση του δικαιώματος του πολίτη, εν προκειμένω του παθόντος Ε. Κ., σε δικαστική ακρόαση και προστασία (άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος), αφού δεν θα μπορούσε να γίνει χρήση του μοναδικού αποδεικτικού μέσου, στο οποίο βασίζεται η καταγγελία του, με αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμη και η ανθρώπινη αξία του απροστάτευτου εν λόγω θύματος των άνω αξιοποίνων πράξεων, ήτοι υπέρτερων εννόμων αγαθών, που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, καμία ακυρότητα δεν δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και τις ανωτέρω 37 φωτογραφίες, που εξήχθησαν από το ως άνω κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης, χωρίς μάλιστα να αντιλέξει η κατηγορουμένη, που παραστάθηκε με συνήγορο στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ο οποίος μάλιστα προέβη σε σχολιασμό τους, κατ'άρθρο 358 ΚΠΔ, (σελ.18 της προσβαλλόμενης), εφόσον, όπως εκτενώς αναπτύχθηκε παραπάνω, δεν πρόκειται για αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο προέκυψε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρου 177 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. ή των συνταγματικών διατάξεων 19 παρ. 3 και 9Α του Συντάγματος ή της διάταξης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα. Επομένως, η τελευταία δεν στερήθηκε οιουδήποτε υπερασπιστικού του δικαιώματος, παρεχόμενου ρητά από το νόμο και συνακόλουθα ο τρίτος από το άρθρο και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος.
Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr.
- ΤΟΜΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
- Ποινική Δικονομία
- Προσωπικά Δεδομένα